11 November 2014

«Μας είπαν κάτω τα μολύβια στη λίστα Λαγκάρντ»

Μανώλης Γαλάνης, Πρώτο Θέμα, 9/11/2014

■ «Όσο δουλεύαμε το θέμα της λίστας ήμασταν συνεχώς υπό την απειλή πειθαρχικής δίωξης» ■ «Μόλις ανοίξαμε τη δικογραφία για τα δάνεια των κομμάτων μάς κατάργησαν» ■ «Ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου επιχείρησε όχι μόνο να διακόψει τις έρευνες για υποθέσεις διαφθοράς, αλλά και να μας καταστρέψει»■ Τι απαντά ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου

«Στο διάστημα που δουλεύαμε την ποινική δικογραφία της λίστας Λαγκάρντ ήμασταν συνεχώς υπό την απειλή άσκησης πειθαρχικής δίωξης», δηλώνει, σε μια συνέντευξη-ποταμό στο «ΘΕΜΑ», ο πρώην εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος Σπύρος Μουζακίτης.
Ο εισαγγελικός λειτουργός, που με τον συνάδελφό του Γρηγόρη Πεπόνη ανέλαβαν τον Μάιο του 2011 να πατάξουν το οικονομικό έγκλημα στη χώρα μας, 15 μήνες μετά την παραίτησή του από τη θέση αυτή σπάει τη σιωπή του και αποκαλύπτει πολιτικές και δικαστικές παρεμβάσεις που δέχτηκε στο έργο του. Ο κ. Μουζακίτης αναφέρει ότι στο στάδιο της έρευνάς τους για την υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ οι δύο δικαστικοί, έχοντας προηγουμένως δεχτεί ασφυκτική πίεση, οδηγήθηκαν ουσιαστικά σε παραίτηση αφού με νομοθετική ρύθμιση-μήνυμα («κύριοι, κάτω τα μολύβια, είστε αναρμόδιοι, δεν μπορείτε να συνεχίσετε») τους αφαιρέθηκαν όλες οι σοβαρές υποθέσεις. Ο επίτιμος αντεισαγγελέας Εφετών σήμερα περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο μετά το «άνοιγμα» της υπόθεσης των δα­νείων των κομμάτων επιχειρήθηκε η κατάργηση του ίδιου και του κ. Πεπόνη με νομοθετική ρύθμιση, η θέση τους σε πολύμηνη πειθαρχική ομηρία και ουσιαστικά η υπηρεσιακή απαξίωσή τους, ενώ μιλά και για τα καθημερινά εμπόδια που έβαζαν κάποιοι στο έργο τους αρνούμενοι να τους εφοδιάσουν ακόμα και με στυλό και χαρτί, λόγω της εισαγγελικής δράσης τους. Παράλληλα, ο δικηγόρος Αθηνών πλέον, αναφέρεται στους λόγους που τον οδήγησαν να αποχωρήσει από το δικαστικό σώμα για χάρη της μάχιμης δικηγορίας, καθώς και για το πώς αισθάνεται σήμερα στις δικαστικές αίθουσες. 

- Πώς οδηγηθήκατε στην απόφαση να δηλώσετε ότι δεν επιθυμείτε την ανανέωση της θητείας σας ως εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος τον Μάιο του 2013;
Τον Ιανουάριο του 2013 είχαμε σε εξέλιξη αρκετές σοβαρές ποινικές δικογραφίες διαφθοράς με ανώνυμους αλλά και επώνυμους. Ενώ είχαμε τις δικογραφίες αυτές ανοιχτές, από τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Αντώνη Ρουπακιώτη θεσπίζεται ένας άλλος θεσμός, αυτός του εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, οπότε τα 2/3 της ύλης του εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος έφευγαν από την αρμοδιότητά του και ουσιαστικά έμενε μόνο η φοροδιαφυγή, που μπορεί να αντιμετωπιστεί και από τις κατά τόπους αρμόδιες εισαγγελίες. Κάθε φορά που αλλάζει ένας νόμος υπάρχουν μεταβατικές διατάξεις που λένε ότι όσες εκκρεμείς υποθέσεις τις χειρίζεται ο τάδε εισαγγελέας τη συγκεκριμένη στιγμή πρέπει να παραμείνουν στα χέρια του. Δεν υπάρχει δικονομικό νομοθέτημα που να μην έχει τέτοια διάταξη. Εδώ, λοιπόν, δεν είχε. Και αυτό σήμαινε «κύριοι, κάτω τα μολύβια, είστε αναρμόδιοι, δεν μπορείτε να συνεχίσετε», ενώ είχαμε ανοιχτές υποθέσεις και είχαμε στείλει κλήσεις να έρθουν άνθρωποι να απολογηθούν…
Τα πολιτικά πρόσωπα
- Υπήρχαν και πολιτικά πρόσωπα μεταξύ αυτών;
Δυστυχώς υπήρχαν και πολιτικά πρόσωπα. Οπότε μας λένε «τέρμα, δεν ασχολείστε εσείς με αυτές τις υποθέσεις». Σταματήσαμε τις έρευνες, σταματήσαμε τα πάντα και δώσαμε τις δικογραφίες. Ψάχναμε να δούμε μήπως υπάρχει μεταβατική δικονομική διάταξη. Από της ιδρύσεως του νέου ελληνικού κράτους κανείς υπουργός δεν θέσπισε δικονομικό νόμο χωρίς να περιλάβει μεταβατική δικονομική διάταξη. Ηταν πρωτοφανές. Τότε ήταν που είπαμε ότι δεν επιθυμούμε να συνεχίσουμε τη θητεία μας στον τομέα του οικονομικού εγκλήματος. Δύο μήνες μετά την αποχώρησή μας ψηφίστηκε νόμος που περιέλαβε μεταβατική διάταξη και οι δικογραφίες επέστρεψαν πάλι στους νέους εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος. Χωρίς να θέλω να μειώσω σε καμία περίπτωση τα πρόσωπα που στελέχωσαν αυτούς τους θεσμούς, παραθέτω απλά τα δεδομένα. Και τα δεδομένα είναι ότι όταν εμείς φύγαμε θεσπίστηκε μεταβατική διάταξη. 
- Αυτές τις μέρες υπάρχουν εξελίξεις στην πολύκροτη υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ που χειριστήκατε…
Στο διάστημα που δουλεύαμε τη λίστα Λαγκάρντ ήμασταν συνεχώς υπό την απειλή άσκησης πειθαρχικής δίωξης. Για ακόμα μια φορά επιχειρήθηκε να ασκηθεί εναντίον μας πειθαρχική δίωξη διότι στην περίπτωση αυτή δεν πήγαμε, υποτίθεται, σε ένα ραντεβού! Ραντεβού με τον επόπτη αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Παντελή. Κάποια στιγμή ο κ. Παντελής με τον κ. Πεπόνη είχαν μιλήσει για κάποια συνάντηση που έπρεπε να γίνει, χωρίς να είναι ξεκαθαρισμένο το πότε. Μάλιστα, επειδή δεν ήταν ξεκαθαρισμένο, ο κ. Πεπόνης δεν με είχε ενημερώσει. Ξαφνικά όμως μας έρχεται ένα έγγραφο που έλεγε «να εμφανιστείτε ενώπιον άλλου αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και να καταθέσετε διότι δεν ήρθατε την τάδε ώρα και μέρα σε συγκεκριμένο ραντεβού προσβάλλοντας το κύρος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου». Επεσα από τα σύννεφα. Αυτό το έγγραφο ήρθε όταν ήταν στο φόρτε της η έρευνα για τη λίστα Λαγκάρντ. Και λέμε, «καλά, εμείς προσπαθούμε να δούμε τι έχει γίνει σε αυτή την υπόθεση και μας ζητάτε ευθύνες για αθέτηση ραντεβού που δεν γνωρίζαμε;». Απειλή πειθαρχικής δίωξης και σ’ αυτό το διάστημα και παρεμβολές συνεχών προσκομμάτων. Ομως εμείς συνεχίσαμε να δουλεύουμε σαν τους ποδοσφαιριστές που είναι μέσα στο γήπεδο σε μια κόλαση και δεν καταλαβαίνουν τίποτα, σαν να έχουν ωτοασπίδες. 
«Έχω τη δικαστική μου συνείδηση ήσυχη»
- Η θητεία σας με τον κ. Γρηγόρη Πεπόνη ως εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος χαρακτηρίστηκε από πολλούς θυελλώδης. Πώς την αξιολογείτε 15 μήνες μετά τη λήξη της;
Θεωρώ τον απολογισμό της θετικό παρά τα προβλήματα, έχοντας τη δικαστική μου συνείδηση ήσυχη. Στην αρχή όμως της λειτουργικής διαδρομής μου με τον κ. Πεπόνη στο οικονομικό έγκλημα προέκυψαν κάποια ζητήματα διότι η δράση μας ενόχλησε ορισμένους, οι οποίοι, ενώ είχαμε σε εξέλιξη ποινικές προκαταρκτικές δικογραφίες, επιχείρησαν να μας καταργήσουν. Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Μιλτιάδης Παπαϊωάννου, μας κοινοποίησε ένα σχέδιο νόμου που έλεγε ότι ο εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος πλέον δεν θα ήταν αντεισαγγελέας Εφετών, που ήμασταν εμείς, αλλά αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου, και θα επικουρούνταν από δύο αντεισαγγελείς Πρωτοδικών. Το υπουργείο Δικαιοσύνης μας καταργούσε και ζητούσε να πούμε και την άποψή μας επί της καταργήσεώς μας.
- Για ποιον λόγο εκτιμάτε ότι προωθήθηκε αυτή η νομοθετική ρύθμιση κατάργησής σας;
Εμείς θεωρήσαμε ότι αυτή η κατάργηση και η επιχειρούμενη αλλαγή είχε σαν αιτία κάποιες συγκεκριμένες ποινικές προκαταρκτικές δικογραφίες που είχαμε ανοίξει. Είχε εκδηλωθεί και πριν δυσαρέσκεια γι’ αυτές τις υποθέσεις, με αποτέλεσμα να μην έχουμε καμία υλική και οργανωτική βοήθεια στην προσπάθεια να συγκροτήσουμε και να οργανώσουμε το γραφείο του εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος. Μεγάλη δυστοκία παρατηρήθηκε στην έγκριση -από τους αρμόδιους υπουργούς- των αποσπάσεων των υπαλλήλων για τη στελέχωση του γραφείου μέχρι τον εφοδιασμό του με αναλώσιμα και γραφική ύλη! Μάλιστα ζητήσαμε να αποσπαστεί ένας γραμματέας, αλλά η απάντηση ήταν «όχι», με αποτέλεσμα στις προκαταρκτικές εξετάσεις ο κ. Πεπόνης να εξετάζει τον μάρτυρα και εγώ να γράφω ως γραμματέας ή όταν εξέταζα εγώ έγραφα ο ίδιος ταυτόχρονα! 
«Είπαμε να μας αφήσουν ήσυχους»
- Ποια υπόθεση πιστεύετε ότι ενόχλησε περισσότερο; 
Μία από τις δικογραφίες που ενόχλησε ειδικότερα ήταν αυτή σχετικά με τα δάνεια των κομμάτων, μια και είχαν χορηγηθεί χρήματα από τις τράπεζες στα κόμματα χωρίς εμπράγματες ασφάλειες. Με το που ανοίξαμε αυτή τη δικογραφία μάς απεστάλη τον Δεκέμβριο του 2011 το σχέδιο κατάργησής μας. Εν συνεχεία, κάνοντας εφαρμογή σχετικής διατάξεως του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δηλώσαμε αποχή από τα καθήκοντά μας. Δεν παραιτηθήκαμε. Είπαμε ότι το σχέδιο αυτό για εμάς δηλώνει ότι «δεν μας εγκρίνετε, δεν μας έχετε εμπιστοσύνη, εκφράζετε κατά του προσώπου μας κάποιες απαράδεκτες υπόνοιες και ως εκ τούτου απέχουμε από τα καθήκοντά μας έως ότου το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο λάβει θέση». Είπαμε ότι εμείς θέλαμε να λειτουργήσουμε και να μας αφήσουν ήσυχους. Δεν μπορεί να κάνουμε προκαταρκτικές εξετάσεις και να μας ζητούν να πούμε τη γνώμη μας επί της καταργήσεώς μας. Περιμένοντας το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο να αποφασίσει, η πολιτική εξουσία μας κατηγόρησε ότι προσβάλαμε το κύρος της Δικαιοσύνης, ενώ εν μέρει με τη σιωπή της συνηγορούσε στην άποψη αυτή και η δικαστική εξουσία. 
- Το ερώτημα που απέστελε τότε (σ.σ.:  τον Ιαν.  του 2012) ο κ. Παπαϊωάννου προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο για την αντικατάστασή σας υπήρξε ιδιαίτερα σκληρό με αιχμηρούς χαρακτηρισμούς... 
Από το σχέδιο νόμου που δεν προωθήθηκε τελικά, πήγαν με άλλο τρόπο να επιτύχουν την αντικατάστασή μας, μέσω του ερωτήματος-κατηγορητηρίου του κυρίου υπουργού. Επειδή αυτό το ερώτημα περιείχε πολύ σοβαρές αιχμές εναντίον μας, εάν γινόταν δεκτό θα έπρεπε να ακολουθήσει η πειθαρχική δίωξή μας, η οποία θα οδηγούσε στην οριστική μας παύση. Δηλαδή μας έβαζε στην ίδια κατηγορία με δικαστικούς λειτουργούς οι οποίοι σε προγενέστερο χρόνο είχαν παυτεί οριστικά εξαιτίας ανάμιξής τους σε δωροδο­κίες. Εχει αναλογιστεί ο κ. Παπαϊωάννου ότι επιχείρησε όχι μόνο να διακόψει την υπηρεσιακή λειτουργία των εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος που ερευνούσαν σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς κρατικών παραγόντων, αλλά και επιπλέον να τους καταστρέψει υπηρεσιακά; Εχει το σθένος άραγε να ανασκευάσει σήμερα αυτό που είπε στις αρχές του 2012, ότι δηλαδή οι εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος «προσέβαλαν το κύρος της Δικαιοσύνης»; Σήμερα που εξαιτίας της υπηρεσιακής δράσης τους πρόκειται να συγκροτηθεί ενδεχομένως, μετά από πολλά χρόνια, ακόμη και Ειδικό Δικαστήριο; 
- Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο όμως αποφάσισε κατά πλειοψηφία να παραμείνετε στη θέση σας…
Παρά την απόφαση αυτή και την υπέρ μας θέση του εισηγητή του Συμβουλίου, κάποιες εις βάρος μας αιτιάσεις που διατύπωσε στάλθηκαν από τον τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Τέντε, στα πειθαρχικά όργανα. Αυτό ήταν μια νόμιμη ενέργεια αφού υπήρχαν κάποιες αιτιάσεις και εκ του λόγου αυτού διαβιβάστηκε στην Επιθεώρηση. Ομως η Επιθεώρηση έπρεπε να το δει το θέμα και να αποφανθεί. Εμεινε στην Επιθεώρηση 7 μήνες, πράγμα υπερβολικό κατά την άποψή μου. Εμείς επί 7 μήνες δηλαδή εργαζόμαστε νυχθημερόν, γνωρίζοντας όμως άτυπα ότι εκκρεμούσε στην Επιθεώρηση ένα υλικό από το οποίο μπορούσαμε ανά πάσα στιγμή να βρεθούμε πειθαρχικά διωκτέοι. Ολες οι πειθαρχικές υποθέσεις θα πρέπει να περαιώνονται σε σύντομο διάστημα, είτε να ασκείται πειθαρχική δίωξη, είτε να αρχειοθετούνται, ώστε να μπορεί να δικαστικός λειτουργός να εργάζεται χωρίς ψυχολογική πίεση, να μην είναι στην ουσία όμηρος. Ομηρία επί ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Εμείς δεν αισθανθήκαμε όμως έτσι γιατί ξέραμε ότι και οριστικά να μας έπαυαν η συνείδησή μας ήταν καθαρή. Κάποια στιγμή τελικώς τέθηκε στο αρχείο αυτή η υπόθεση, καθώς θεωρήθηκε ότι οι συγκεκριμένες αιτιάσεις δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση πειθαρχικό παράπτωμα.
«Προχωρήσαμε πολλές σοβαρές υποθέσεις»
- Τι απαντάτε σήμερα στους επικριτές σας που εκείνη την εποχή σας καταλόγιζαν ότι ανοίγατε πολλές υποθέσεις οι οποίες τελικώς δεν προχωρούσαν;
Είχαμε πανελλαδική αρμοδιότητα. Στο γραφείο μας έφταναν καθημερινά γύρω στις 1.000 μηνυτήριες αναφορές και καταγγελίες που τις βλέπαμε με τον κ. Πεπόνη, αλλά δύο αντεισαγγελείς Πρωτοδικών, οι οποίοι και αυτοί κυριολεκτικά έφτυσαν αίμα. Ορισμένοι έφυγαν μετά από λίγους μήνες λόγω της πίεσης. Δεν δεχόμαστε την άποψη ότι οι υποθέσεις δεν προχώρησαν. Στο διάστημα της θητείας μας οι περισσότερες σοβαρές υποθέσεις ολοκληρώθηκαν, μερικές πήγαν στα ακροατήρια, άλλες για να μην πάνε χρειάστηκε νομοθετική αντιμετώπιση, όπως η δικογραφία για τα δάνεια των κομμάτων που τακτοποιήθηκε με μια νομοθετική διάταξη, μια τροπολογία που έλεγε ότι δεν έχει ευθύνη κανένας και δεν υπάρχει πρόβλημα. Μια τροπολογία που ήρθε αφού είχε ολοκληρωθεί από μέρους μας η διαδικασία και με ειδικούς υπαλλήλους είχαμε αποφανθεί ποια είναι η ζημία τελικά που προκλήθηκε. Δικαίωμα βέβαια της Πολιτείας είναι να νομοθετήσει οτιδήποτε, αλλά δεν μπορούν να λένε ότι δεν προχωρήσαμε τις δικογραφίες. Ηρθε ένας νόμος και εμείς δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε την έρευνα. 
- Αποδέχεστε την άποψη κάποιων ότι τα βάλατε με το σύστημα και την εξουσία;
Εμείς τα βάλαμε με το οικονομικό έγκλημα και με εκείνους που ήταν φυσικοί ή ηθικοί αυτουργοί αυτού του εγκλήματος, αδιαφορώντας για την ταυτότητα των δραστών. Ο τρόπος δράσης μας όμως φάνηκε ότι ενόχλησε από την αντιμετώπιση που είχαμε. Ομως, το να ενοχλήσαι και να εκφράζεις μια άποψη είναι άλλο από το να θέλεις να ληφθούν τέτοια μέτρα ώστε αυτοί οι άνθρωποι να καταστραφούν. Δύο ανθρώπους που δεν επέδειξαν απαράδεκτη συμπεριφορά εκτός υπηρεσίας, που να προσβάλλει το δικαστικό σώμα, επιχειρείς να τους αντικαταστήσεις με έναν άκομψο τρόπο στέλνοντας στους ίδιους το σχέδιό σου και αφού βλέπεις ότι δεν γίνεται, επιχειρείς με άλλον τρόπο να τους καταστρέψεις και στη συνέχεια τους έχεις ομήρους επί μήνες εν όψει ασκήσεως πειθαρχικού ελέγχου. Και ενώ αυτοί οι άνθρωποι συνέχιζαν να δουλεύουν σαν τα σκυλιά, αφού πηγαίναμε στο γραφείο μας 7 το πρωί και φεύγαμε 12 το βράδυ, πάλι τους έχεις υπό την καθημερινή απειλή διατύπωσης πειθαρχικών παραπτωμάτων και δεν βρίσκεις κάτι να κάνεις πάνω στη δουλειά τους  - διότι οφείλω να σας πω ότι υπήρχε και αυτό. Υπήρχε δηλαδή παραγγελία από τον εποπτεύοντα αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που έλεγε ότι «θέλω να μου λέτε κάθε μέρα τι ακριβώς κάνετε. Να μου αναφέρετε πόσες δικογραφίες έχετε, τι τις κάνατε, πού τις πήγατε, πότε θα γυρίσουν». Δεν μπορείς να αναφέρεις όλη μέρα. Εμείς οι ίδιοι συντάσσαμε στατιστικούς πίνακες, λέγαμε η τάδε δικογραφία έφυγε την τάδε του μηνός, την τάδε ώρα, πήγε στην τάδε υπηρεσία. Οι συνθήκες στις οποίες εργαζόμαστε ήταν τέτοιες που αναρωτιόμαστε πως αν δεν γράφαμε τη «δικογραφία ΑΒΜ» και γράφαμε από λάθος ένα άλλο γράμμα στον κωδικό, θα διωχθούμε πειθαρχικά. Θα μπορούσε να πει κάποιος ναι! 
- Είναι βάσιμη η άποψη τμήματος της κοινής γνώμης ότι στο τέλος οι ισχυροί που διαπράττουν οικονομικά εγκλήματα τη γλιτώνουν;
Ως έναν βαθμό είναι βάσιμο αυτό που λέτε. Πολλές φορές με νομοθετικές παρεμβάσεις κάποιες κατηγορίες κατηγορούμενων οικονομικών εγκλημάτων τη γλιτώνουν. Αυτό γίνεται και γινόταν πάντοτε. Είναι θέμα πολιτικής βούλησης. Οταν ο νόμος δεν αλλάζει, θα εφαρμοστεί εναντίον πάντων, είτε είναι επώνυμος είτε ανώνυμος. Δεν γίνεται διαφορετικά. Πολλές φορές όμως έρχεται ξαφνικά ένας νόμος που λέει π.χ. ότι όσα εγκλήματα έγιναν από μια ημερομηνία και προγενέστερα παραγράφονται. Ή αλλάζουν τα προβλεπόμενα όρια καθορισμού για να κατηγοριοποιηθεί ένα έγκλημα στα κακουργήματα ή στα πλημμελήματα. Και η κοινή γνώμη το σχολιάζει αρνητικά, ειδικά αν μέσα σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν και κάποιοι επώνυμοι. Πολλές φορές μπορεί και να διευκολυνθούν κάποιοι. Δεν λέω βέβαια ότι γίνεται κατά κανόνα. Κάποιοι ευνοούνται επειδή είναι τυχεροί ή κάποιοι άλλοι μπορεί να το έχουν προκαλέσει αυτό. Και η κοινή γνώμη σε αυτές τις περιπτώσεις εξανίσταται. 
- Τι σας οδήγησε μετά από 30 χρόνια στην εισαγγελική έδρα να βρεθείτε στα έδρανα των συνηγόρων; 
Το θέμα της παραίτησης από το δικαστικό σώμα το είχα στα επαγγελματικά πλάνα μου από παλιά. Σκεφτόμουν ότι με τη συμπλήρωση 25ετίας θα έφευγα. Δεν παραιτήθηκα επειδή υπήρχε κάποιος άλλος λόγος ή κάποιο άλλο κίνητρο. Το μοναδικό κίνητρο ήταν ότι τα τελευταία 10 χρόνια της επαγγελματικής μου διαδρομής θα ήθελα να τα κάνω στη δικηγορία, πράγμα που κάνω από τον Φεβρουάριο του 2014. 
- Πώς αισθάνεστε στον νέο σας ρόλο; 
Η ποινική δίκη έχει τρεις παράγοντες: δικαστές - εισαγγελέα - δικηγόρους, οι οποίοι συμμετέχουν ισότιμα στη διαδικασία. Το εισαγγελικό έργο μοιάζει με του δικηγόρου περισσότερο απ’ ό,τι το δικαστικό. Εξαιτίας αυτής της ομοιότητας και του ότι είμαι εύκολος άνθρωπος όσον αφορά στις καταστάσεις, έχω αρχίσει και προσαρμόζομαι. Εχει και το δικηγορικό λειτούργημα τη γοητεία του και την ομορφιά του. Ο δικηγόρος επιτελεί και αυτός ένα λειτούργημα και κάθε κατηγορούμενος, όσο και αν φαίνεται στην αρχή το αδίκημα που έχει τελέσει βαρύ, αποτρόπαιο και αποκρουστικό, που προκαλεί την αγανάκτηση της κοινής γνώμης, μπορεί να έχει κάποια καλά στοιχεία. Προσπαθώ να είμαι πάρα πολύ τυπικός με τους συναδέλφους μου. Δεν θέλω να τους φέρνω σε καμία περίπτωση σε δύσκολη θέση. Εκ πεποιθήσεως δεν είμαι από εκείνους που επιτίθενται εναντίον των εισαγγελέων της έδρας. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο γίνεται για λόγους εντυπωσιασμού και ειλικρινά δεν πρόκειται ποτέ να το κάνω έστω και αν ακουστεί η πιο εξωφρενική πρόταση για μια υπόθεση που θα παρίσταμαι. 
- Πώς σας αντιμετωπίζουν οι νεότεροι εισαγγελείς αλλά και οι εντολείς σας;
Υπεύθυνα και τυπικά. Και εγώ είμαι απόλυτα τυπικός όσον αφορά στους εισαγγελείς. Στους ανθρώπους που έρχονται στο δικηγορικό γραφείο μου έχω ξεκαθαρίσει ότι θέλω να με βλέπουν καθαρά ως δικηγόρο και ποτέ μην πάει το μυαλό τους στο τι ήμουν πριν. Οτι η διαδρομή μου αυτή αφορά μόνο εμένα, είμαι περήφανος γι’ αυτή και δεν τη διαγράφω. Αν τους αρέσει η δουλειά μου ως δικηγόρου έχει καλώς. Ερχονται στον Μουζακίτη τον δικηγόρο και όχι τον πρώην εισαγγελέα, γι’ αυτό αναλαμβάνω και θα τα δώσω όλα γι’ αυτούς, μέσα σε λογικά πλαίσια, τηρουμένων των κοινωνικών θεσμών και υποχρεώσεων, εκδίδοντας τα απαραίτητα φορολογικά στοιχεία, με την προϋπόθεση να μη μου πούνε ποτέ κάτι για το παρελθόν. Πλέον, δεν ξέρω κανέναν. Οπως δεν γνώριζα κανέναν από αυτούς που έχουν έρθει στο δικηγορικό μου γραφείο όταν ήμουν εισαγγελέας. Λόγω χαρακτήρα και επαγγέλματος ήμουν και είμαι ένας άνθρωπος σχεδόν κλειστός, με ελάχιστες παρέες με ανώδυνους ανθρώπους. Δεν είχα γνωριμίες και αυτό δεν είναι κανόνας για τους δικαστές και εισαγγελείς. Ορισμένοι έχουν τις γνωριμίες τους. Εγώ δεν είχα τίποτα, δεν ήξερα άνθρωπο. 
Μιλτιάδης Παπαϊωάννου: «Ουδέποτε παρενέβην στο έργο του κυρίου Μουζακίτη»
Ο πρώην υπουργός κ. Μιλτιάδης Παπαϊωάννου, σε απάντηση των ισχυρισμών του Σπ. Μουζακίτη, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα “Πρώτο Θέμα” έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Ο δικηγόρος Σπ. Μουζακίτης από ανεπαρκής εισαγγελικός λειτουργός, σήμερα γίνεται και κοινός συκοφάντης. Για όσα με αφορούν ψεύδεται ασυστόλως. Υπενθυμίζω ότι ο θεσμός του Οικονομικού Εισαγγελέα είναι έργο του ΠΑΣΟΚ. Σύμφωνα με το νόμο, που θέσπισε το ΠΑΣΟΚ, η επιλογή των οικονομικών εισαγγελέων γίνεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΔΣ) και όχι από τον υπουργό.
Ουδέποτε υπήρξε νομοθετική πρωτοβουλία για κατάργηση του θεσμού. Τουναντίον κατατέθηκαν προτάσεις για βελτίωση και επέκταση σε όλη τη χώρα για να γίνει πιο αποτελεσματικός ο έλεγχος , αφού χιλιάδες υποθέσεις, όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται, εκκρεμούσαν ενώπιον του.
Ουδέποτε παρενέβην στο έργο του, όπως και στο έργο οποιουδήποτε δικαστή.
Του υπενθυμίζω, επίσης, ότι ως οικονομικός εισαγγελέας άνοιξε εκατοντάδες υποθέσεις σύμφωνα, πάντοτε, με τη δημοσιογραφική σκανδαλοθηρία. Πόσες ολοκλήρωσε;
Ας κάνει σήμερα τον απολογισμό του. Ζητούσε πάντοτε τη δημοσιότητα. Πρωτόγνωρη συμπεριφορά για δικαστικό λειτουργό. Το επιδιώκει και σήμερα. Και δυστυχώς του δίδεται αφειδώς. Γιατί;
Του υπενθυμίζω, τέλος, ότι την παραπομπή του στο ΑΔΣ ουσιαστικά ζήτησε ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και ο προϊστάμενος του Αντεισαγγελέας, γιατί, για λόγους που επικαλέστηκε και ποτέ δεν απεδείχθησαν, είχε παραιτηθεί από το λειτούργημα του.

Η υποβολή ερωτήματος από τον υπουργό είναι μια τυπική διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο. Φαίνεται όμως ότι πρώην Αντεισαγγελέας αγνοεί βασικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και της Ποινικής Δικονομίας. Αυτά προς το παρόν».

06 November 2014

Το πάρτι συνεχίζεται

της Λώρης Κέζα, ΒΗΜΑ, 6/11/2014


Υπάρχει κόσμος που αερολογεί για να δημιουργήσει εντυπώσεις. Υπάρχει κόσμος που ανακυκλώνει φήμες έχοντας επίγνωση ότι πρόκειται για φαντασιοκοπήματα. Υπάρχει κόσμος που καταγγέλλει καταστάσεις γενικώς και αορίστως.
Ο Λέανδρος Ρακιντζής δεν είναι ένας από αυτούς. Ο γενικός επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης αντί για φρου φρου τοποθετεί τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Παρουσιάζει τεκμήρια τα οποία αποδεικνύουν ότι στην πολιτική σήμερα δεν έχει αλλάξει τίποτε. Τα πάντα ρυθμίζονται ευνοϊκά υπέρ των παρατρεχάμενων της εξουσίας.
Ο Ρακιντζής έστειλε στη Βουλή έγγραφο με δεκατέσσερις συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις που απαλλάσσουν δημόσιους λειτουργούς από ποινικές και αστικές ευθύνες, αναδρομικά αλλά και σε παρόντα και μέλλοντα χρόνο. Πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις: από μισθολογικές υπερβάσεις ως τη λειτουργία ταβερνών στο δάσος εντούτοις υπάρχει κοινός τόπος. Τα λεφτά, τα λεφτά, τα λεφτά. Αυτά καθοδηγούν τα πάντα.
Οι παρεμβάσεις έγιναν όλες επί κυβέρνησης Σαμαρά με σκοπό να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Να δούμε αναλυτικά μια από τις υποθέσεις, την πρώτη στη λίστα.
Στον Οργανισμό Σχολικών Κτηρίων το 2009 δαπανήθηκαν σε μισθούς 30 εκατομμύρια ευρώ περισσότερα από τα προβλεπόμενα. Οι υπερβάσεις επιβεβαιώθηκαν από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Παρένθεση: για την κατασκευή σύγχρονου βιοκλιματικού σχολείου απαιτούνται περί τα 3,7 εκατ..
Πιάνουμε τη συγκεκριμένη ιστορία εντελώς ενδεικτικά, για να πούμε κάποιες λεπτομέρειες που δεν υπάρχουν στο έγγραφο. Δεν μπορούν να υπάρχουν τέτοιες λεπτομέρειες. Ας επιχειρήσουμε μια χαρτογράφηση. Υπάρχει γραφείο πρωθυπουργού και διευθυντής γραφείου πρωθυπουργού.
Επί Καραμανλή ήταν διευθυντής ο πανίσχυρος Γιάννης Αγγέλου, ο οποίος όταν «ήλθε στα πράγματα» δεν ξέχασε την οικογένειά του. Ο αδελφός του Αγγέλου είχε σύζυγο, την οποία διόρισε αντιπρόεδρο στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων. Εκείνη είχε έναν αδελφό, τον Παναγιώτη Παταργιά, ο οποίος διορίστηκε πρόεδρος στον Οργανισμό Σχολικών Κτηρίων.   
Το σύστημα λειτούργησε κατά τα ειωθότα. Ο πρόεδρος του ΟΣΚ προσέλαβε στο τσάκα τσάκα 200 άτομα. Φυσικά χωρίς διαγωνισμό ΑΣΕΠ. Να μην είμαστε αφελείς. Τον διόρισαν εκεί για να διορίσει κι αυτός με τη σειρά του άλλους εκεί.
Προκειμένου να μην γίνει κάποιο μπέρδεμα κι εμφανιστούν άσχετοι, έβαλε μια διορία πέντε ημερών για την υποβολή αιτήσεων πρόσληψης. Το ένα χέρι νίβει το άλλο. Ενίοτε όμως προκύπτουν αναποδιές. Ετσι όταν το Νομικό Συμβούλιο επιβεβαίωσε τις υπερβάσεις, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων. Παραλείπουμε την πληροφορία ότι τα μπόνους που έδινε ο Παταργιάς στο εαυτό του ήταν αξιοπρόσεκτα.
Εδώ λοιπόν εμφανίζονται οι άλλοι παίκτες τους συστήματος, με τον ρόλο του βουλευτή. Ο βουλευτής κάθε φορά που κάποιος επιτίθεται στο σύστημα, αναλαμβάνει καθήκοντα. Πάει το θέμα στη Βουλή. Η πιο κλασική μέθοδος είναι να προσθέσει μια τροπολογία κάτω από άσχετο νομοσχέδιο που ψηφίζεται.
Εν προκειμένω ο νόμος που χαρίζει τα χρήματα στον ΟΣΚ είχε αντικείμενο «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015». Στο τέλος, στο άρθρο 39 διαβάζει κανείς «Ρυθμίσεις του υπουργείου». Εκεί πάντα μπαίνουν οι φωτογραφικές αποφάσεις. Διακομματικά. Δηλαδή μην παραξενευτεί κανείς που υπογράφει ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου. Είπαμε. Το ένα χέρι νίβει το άλλο.
Το ζήτημα λοιπόν ρυθμίστηκε με λίγες αράδες. Τις παραθέτουμε «Δαπάνες που δημιουργήθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου σε εκτέλεση όρων των επιχειρησιακών συμβάσεων εργασίας ή αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Ανώνυμη Εταιρεία (ΟΣΚ ΑΕ), για πληρωμές σε πρόσωπα απασχολούμενα στην άνω ανώνυμη εταιρεία και σε βάρος του προϋπολογισμού της και αφορούν τακτικές αποδοχές και αποζημιώσεις κάθε είδους, επιδόματα και εφάπαξ παροχές ένεκα συνταξιοδότησης, θεωρούνται ότι διενεργήθηκαν νόμιμα».
Το λοιπόν. Όλα όσα αναφέρει ο Λέανδρος Ρακιντζής είναι τέτοιες ιστορίες. Μπορούμε, έτσι για το γούστο να αφηγούμαστε μια την ημέρα. Ας κρατήσουμε το ουσιαστικό: το πάρτι συνεχίζεται. Η συγκυβέρνηση δεν είναι καν το πρόσχημα.


02 November 2014

Ο μπαμπάς μου ο εγκληματίας πολέμου

Γράφει η Σίσσυ Παπαδάκη, Το Ποντίκι, 2/11/2014
Η Μπετίνα ζει εδώ και πολλά χρόνια σε μια μικρή πόλη των ΗΠΑ, κοντά στα σύνορα με το Μεξικό. Οι γειτονές της την ξέρουν με ένα αμερικανικό όνομα. Στην πραγματικότητα, όμως, η Μπετίνα είναι Γερμανίδα και μάλιστα έχει ένα επίθετο που ο παππούς της, ο Χέρμαν Γκέρινγκ, κατάφερε να το κάνει μισητό σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Μπετίνα Γκέρινγκ το άλλαξε με το που ενηλικιώθηκε. Την ίδια εποχή εκείνη και τα αδέλφια της έκαναν, με δική τους απόφαση, και κάτι άλ­λο: Στείρωση.
Η Μόνικα Γκοθ πήγε ένα βράδυ σινεμά να δει τη «λίστα του Σίντλερ». Η έξοδος αυτή της στοίχισε μερικούς μήνες σε ψυχιατρική κλινική. Η ταινία συμπλήρωσε όλα τα μισόλογα που άκουγε από μικρή, φώ­τισε όλα τα οικογενειακά μυστικά και στο πρόσωπο του εγκληματία Άντολθ Γκοθ η Μόνικα αναγνώρισε τον μπαμπά της. Πώς νιώθεις όταν ξέρεις, και εσύ και ο κόσμος όλος, ότι είσαι απόγονος ενός κατά συρροή δολοφόνου, ενός εγκληματία πολέμου; Αυτό είναι το θέμα της ταινίας ντοκιμαντέρ του Εβραίου σκηνοθέτη Χανόχ Ζεεβί «Τα παιδιά του Χίτλερ». Η ταινία ταξιδεύει σε διάφορα φεστιβάλ και παρουσιάστηκε πρόσφατα στην ισραηλινή και στη γερμανική τηλεόρα­ση. Όπου προβάλλεται, καθηλώνει. Πρωτα­γωνιστές της, παιδιά και εγγόνια μερικών από τους γνωστότερους ναζί, που με την ευκαιρία αυτή μίλησαν και στα γερμανικά κανάλια.
Ο καταραμένος φράχτης του Ράινερ Ες
Οι παλιές φωτογραφίες του μπαμπά του απει­κονίζουν μια ειδυλλιακή οικογενειακή ατμό­σφαιρα. Ένα πολυτελές και όμορφο σπίτι, ένας μεγάλος κήπος, κούνιες, ξύλινα παιχνίδια, καλο­ντυμένα παιδιά, ένας φράκτης σκεπασμένος με λουλούδια. πίσω από τον φράκτη, οι φούρνοι του Άουσβιτς, του στρατοπέδου που διοικούσε τότε ο παππούς του Ράινερ, Ρούντολφ Ες. «Αυτός ο καταραμένος φράκτης» λέει ο Ράινερ Ες στο γερμανικό κανάλι ARD «αυτή η πύλη του στρατοπέδου που δεν φαίνεται στις φωτογρα­φίες, αλλά υπάρχει πάντα στο μυαλό μου». Την είδε για πρώτη φορά όταν επισκέφτηκε το στρα­τόπεδο παρέα με τον Χανόχ Ζεεβί. «Αυτή ήταν η χειρότερη στιγμή» ομολογεί. «Όλα τα μακρινά και ασπρόμαυρα πήραν χρώμα, ζωντάνεψαν. Φρικτό­τερη από όλα μου φάνηκε αυτή η ωραία βίλα στην οποία ζούσε η οικογένειά μου. Την επισκέφτηκα παρέα με τους απογόνους όσων βασανίζονταν ή εξολοθρεύτηκαν δύο βήματα πιο πέρα».
«Στο σπίτι δεν μιλάγαμε ποτέ για αυτά» συνεχίζει. «Ήταν ταμπού. πρώτη φορά άκουσα για το Ολοκαύτωμα στα 12, στο σχολείο. Και βυθίστηκα σε αυτό. Διάβαζα, διαβάζω, θα διαβάζω, και από τότε συνέχεια όλο και κάτι πιο τρομακτικό ανακαλύπτω. Δεν ξέρω πώς να σας το πω. Σαν να κοιμόμουν με τους φούρνους του Άουσβιτς στα μάτια. Και, βεβαίως, έκανα ερωτήσεις στους γονείς μου. Αλλά προσεκτικά. Ήθελα να μάθω, αλλά δεν ήθελα και να τους πληγώσω. Έτσι, τα πιο πολλά τα έμα­θα από βιβλία. Από τη γιαγιά μου, π.χ., το μόνο που έχω ακούσει είναι πως ο παππούς ήταν ένας στρατιώτης που αγωνίστηκε για την πατρίδα του».
Ο Νίκλας Φρανκ ξαναζεί τη φρίκη του γκέτο
«Πώς να αγαπήσεις έναν πατέρα που έχει τόσο αίμα στα χέρια του;» αναρωτιέται ο Νίκλας Φράνκ, γιος του διοικητή της Πολωνίας Χαντς Φρανκ. «Ήμουν παιδάκι όταν είδα τις πρώτες φωτογραφίες από το γκέτο της Βαρσοβίας, τα πρώτα πτώματα. παρόλο που ήμουν τόσο μικρός, ήταν τεράστιο σοκ να διαπιστώνω πως, την ίδια ώρα που εγώ έπαιζα ξένοιαστος, λίγο πιο πέρα εξολοθρεύονταν συνομήλικά μου αγόρια και κορίτσια». Και συνεχίζει:
«Βεβαίως και έπρεπε να γίνει η Δίκη της Νυρεμβέργης. Βεβαίως και έπρεπε να τιμωρηθούν και ο πατέρας μου και όλοι οι ομοϊδεάτες του. Δεν μοιράστηκα ποτέ τα συναισθήματα τής πάντα σιωπηλής σε ό,τι αφορούσε τον πό­λεμο μητέρας μου για τις αποφάσεις της Νυρεμβέργης. Ο πατέρας μου ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Ακόμα και λόγω σπουδών – είχε τελει­ώσει Νομική – ήξερε να αναγνωρίζει το δίκιο και το άδικο. Και ούτε μια φορά στη ζωή του δεν επέλεξε το σωστό! Αυτό που χρειάστηκε να κάνω, είναι να φτιάξω μια δική μου ζωή, μακριά από αυτούς». Ο Νίκλας Φρανκ έχει παιδιά και εγγόνια, τα οποία έχει φροντίσει να μάθουν τα πάντα για την ιστορία της οικογένειας και τα γεγονότα που συνδέονται με τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Έχει γράψει βιβλία για το θέμα και κάνει και διαλέξεις σε σχολεία. «Τα εγγόνια μου, όλοι οι μαθητές που συναντώ, είναι βεβαίως απολύτως αθώοι, αλλά επειδή είναι Γερμανοί, επειδή μετά τον πόλεμο δεν επικράτησε σιωπή μόνο στη δική μου οικογένεια, θεωρώ πολύ σημαντικό να μάθουν για τα εγκλήματα των ναζί».
«Το ότι ο πατέρας μου ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εγκληματίες πολέμου» συνεχίζει ο Φρανκ «με ωφέλησε και σε κάτι. Η δική μου οι­κογένεια δεν μπορούσε να κρυφτεί στη σιωπή όπως τόσες και τόσες γερμανικές οικογένειες που μετά τον πόλεμο έκοψαν κάθε κουβέντα για τα όσα έζησαν, γι’ αυτά στα οποία, η καθεμία σε διαφορετικό βαθ­μό, συμμετείχε».
Η Κατρίν Χίμλερ βρήκε καταφύγιο στην Ιστορία
«Εθνικό είναι το αληθές»: η ρήση του Δ. Σολωμού ισχύει για όλους του λαούς. Η Κατρίν Χίμλερ, αντίθετα από τη θεία της Γκούντρουν που πέ­ρασε όλη της τη ζωή περιθάλποντας παλιούς ναζί και αρνούμενη πως έκαναν ποτέ κάτι κακό, αποφάσισε να αναζητήσει το αληθές σπου­δάζοντας Ιστορία. Είναι μια διαπρεπής ιστορικός ειδικευμένη στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και συγγραφέας ενός Bildungsroman – ενός Μυθιστορήματος Μαθητείας, όπως λέγεται το είδος αυτό στο οποίο διέπρεψαν πολλοί μεγάλοι Γερμανοί συγγραφείς –, με τίτλο «Αδελφοί Χίμλερ: η ιστορία μιας γερμανικής οικογένειας». Στον πρόλογό του γράφει: «Στα 15 μου, κατά τη διάρκεια του μαθήματος Ιστορίας, εντε­λώς ξαφνικά, ένας συμμαθητής μου με ρώτησε αν έχω καμιά σχέση με ΤΟΝ Χίμλερ. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να ψελλίσω ένα “ναι”. Ολόκληρη η τάξη αναστατώθηκε. Εκτός από έναν, τον δάσκαλο, ο οποίος συνέχισε το μάθημά του σαν να μην είχε γίνει τίποτα.
Έτσι έχα­σε μια τεράστια ευκαιρία: να συνδέσει το παρόν με παλιές ιστορίες». Οι παλιές ιστορίες, το διάβασμα, η Ιστορία, τα ντοκουμέντα ήταν για πολλούς από τους απογόνους των συνεργατών του Χίτλερ κάτι σαν ψυχανάλυση. Και ο τρόπος για να προχωρήσουν στο μέλλον ο ίδιοι. «Ψάχνω, αναγνωρίζω, γράφω, μιλάω, μιλάω πολύ για να λύσω τους δι­κούς μου “κόμπους”, αλλά και επειδή είναι ο μοναδικός τρόπος να μην ξανασυμβεί» λέει η Χίμλερ. Φυσικά δεν σήκωσαν όλοι με τον ίδιο τρό­πο το βαρύ οικογενειακό τους επίθετο. Υπήρξαν και πολλές περιπτώ­σεις, όπως η Έντα Γκέρινγκ, που ποτέ δεν θέλησαν να ξανασκεφτούν το παρελθόν ή να αναθεωρήσουν απόψεις με τις οποίες μεγάλωσαν. Και υπάρχουν και άλλοι που, παρ’ ότι προτιμούν να σιωπούν, αναζήτησαν τρόπους να επανορθώσουν, έστω λιγάκι, όσο μπορούν, τα δεινά που προξένησαν οι οικογένειές τους.
Η Μόνικα Γκοθ, βγαίνοντας από την κλινική όπου την οδήγησε η «λίστα του Σίντλερ», δεν άρχισε μεν να ασχολείται με τους ναζί, αλλά αφοσιώθηκε στην ενίσχυση εβραϊκών φιλανθρωπικών οργανώσεων. Η Χίλντε Σραμ, πάλι, η κόρη του αρχιτέκτονα του φύρερ Άλμπερτ Σπέερ, έγραψε μεν βιβλίο, όμως σ’ αυτό δεν μιλά για τον μπαμπά της, αλλά διηγείται την αληθινή ιστορία της Ντόρα Λουξ, μιας εβραϊκής καταγωγής δασκάλας της δεκαετίας του 1940. Το γράψιμο της βι­ογραφίας αυτής ήταν για εκείνη, όπως είπε σε συνέντευξή της, ένα είδος «λύτρωσης».
Η στείρωση της Μπετίνα Γκέρινγκ
Η Μπετίνα Γκέρινγκ είναι πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. πρώτη φορά αναφέρθηκε στο παρελθόν της στα γυρίσματα της ταινίας. Ο δικός της τρόπος να αντιμετωπίσει την Ιστορία ήταν να εξαφανίσει την οικογένειά της πίσω από ένα ξένο επίθετο, σε μια ξένη χώρα, με το να μην κάνει παιδιά. «Την απόφαση για τη στείρωση την πήραμε τα αδέλφια μου κι εγώ έπειτα από πολλή σκέψη. Και χαίρομαι που όταν πεθάνουμε δεν θα έχει μείνει ούτε σταγόνα από το αίμα του Χέρμαν Γκέρινγκ».
«Με εκπλήσσει αυτός ο τρόπος σκέψης» λέει η Κατρίν Χίμλερ. «ποτέ δεν σκέφτηκα πως μέσα μου κυλά το κακό αίμα του Χάινριχ Χίμλερ. Αν το πιστεύει κανείς αυτό, είναι σαν να ασπάζεται τις θεωρίες των ναζί περί καθαρότητας του αίματος. Κανένα, όμως, κακό ή καλό γο­νίδιο δεν σκέφτεται αντί για εμάς ούτε αποφασίζει για λογαριασμό μας».