Showing posts with label ορολογία. Show all posts
Showing posts with label ορολογία. Show all posts

22 October 2015

abeam -> στο ύψος, δίπλα, παραπλεύρως


Σχετικά με το ερώτημα του Νίκου Παπαδόπουλου, συντονιστή της ΟΜΕΟΔΕΚ3, για τον αν υπάρχει καλύτερος ελληνικός ισοδύναμος όρος για τον αγγλικό όρο abeam από τον χρησιμοποιούμενο (από τους πιλότους) όρο: στο ύψος (ενός σημείου), εξετάστηκαν τα ακόλουθα.
Ένας χειριστής αεροσκάφους αναφέρει "abeam" ενός σημείου όταν περνάει σχετικά κοντά και παραπλεύρως αυτού, με τη διεύθυνση του αεροσκάφους να σχηματίζει (περίπου) ορθή γωνία με το ευθύγραμμο τμήμα που ενώνει το αεροσκάφος με το σημείο.

Παράδειγμα χρήσης:
ΕΕΚ4: Aegean 200 ποια είναι η θέση σας;
Aegean 200: Βρισκόμαστε (ή περνάμε) abeam Κέας (ή abeam αεροδρομίου, ή abeam κάποιου ραδιοβοηθήματος)

Οι προτάσεις που εξετάστηκαν ήταν και η απόδοση: εγκάρσια/εγκαρσίως και δίπλα/παραπλεύρως.

Συμπεράσματα που προέκυψαν από τη συζήτηση:
α. Η απόδοση abeam -> στο ύψος (ενός σημείου) δεν θεωρείται ακατάλληλη, εκτός αν προκαλεί σύγχυση η ύπαρξη της λέξης «ύψος» στο συγκείμενο της ΔΕΚ (Διαχείρισης Εναέριας Κυκλοφορίας).
β. Τα επιρρήματα εγκάρσια, εγκαρσίως δεν μπορούν να συνταχθούν και να αποτελέσουν νεοελληνική φράση που να υποδηλώνει την έννοια που θέλουμε. Η σύνταξη εγκαρσίως/εγκάρσια προς/σε/του αναφέρεται στην κατεύθυνση του αεροσκάφους και δεν μπορεί να αναφερθεί στο σημείο (π.χ. φράσεις σαν αυτή: είμαι/βρίσκομαι/πετώ εγκάρσια στο τάδε μέρος σημαίνουν άλλο πράγμα).
γ. Η πιο απλή απόδοση είναι με το επίρρημα δίπλα. Π.χ. είμαι/βρίσκομαι/πετώ δίπλα στο τάδε σημείο/μέρος.

Προτείνεται, λοιπόν, για έννοια “abeam” και η απόδοση: δίπλα (στο σημείο). Συνώνυμο με την απόδοση αυτή είναι το –πιο λόγιο– παραπλεύρως (του σημείου).

Στο παράδειγμα:
Aegean 200: Βρισκόμαστε στο ύψος της Κέας ή Βρισκόμαστε δίπλα από την Κέα ή Βρισκόμαστε παραπλεύρως της Κέας.

14 March 2015

10ο Συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία»


12–14 Νοεμβρίου 2015, Αθήνα
Αφιερωμένο στον Εμμανουήλ Κριαρά

Πρόσκληση για υποβολή ανακοινώσεων

Η Ελληνική Εταιρεία Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ), σε συνεργασία με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ), το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), το Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΠΚ), το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ), τον Ελληνικό Οργανισμό Τυποποίησης (ΕΛΟΤ), τον Οργανισμό για την Διάδοση της Ελληνικής Γλώσσας (ΟΔΕΓ) και άλλους φορείς που θα ανακοινωθούν στην ιστοσελίδα του Συνεδρίου, διοργανώνει το 10ο Συνέδριο “Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία”. Το Συνέδριο θα διεξαχθεί στην Αθήνα στις 12‑14 Νοεμβρίου 2015.

Σκοπός του Συνεδρίου είναι η παρουσίαση αφενός της σημερινής κατάστασης της ελληνικής γλώσσας στην ορολογική της διάσταση και αφετέρου μεθόδων, πρακτικών και εργαλείων της σύγχρονης επιστήμης της Ορολογίας και της εφαρμογής τους στην ελληνική γλώσσα – μονογλωσσικά και/ή διαγλωσσικά – για την προώθηση της ορολογικής έρευνας και τη συμβολή στον σύγχρονο ορολογικό εμπλουτισμό της ελληνικής γλώσσας.

Θεματολόγιο του Συνεδρίου:

1    Γλωσσολογικές–οντολογικές αρχές Ορολογίας
      Αρχές της γλώσσας και της λογικής που υιοθετούνται, διατυπώνονται και εφαρμόζονται στην Ορολογία. Η ορολογία ως διεπαφή ανάμεσα στη γλώσσα και στη γνώση. Μέθοδοι, μηχανισμοί και κανόνες οροδοσίας που προκύπτουν από την ενδογλωσσική ή τη διαγλωσσική εξέταση κατασημάνσεων (όρων και ονομάτων) και ορισμν εννοιών. Θεωρητική, συγχρονική και/ή διαχρονική εξέταση όρων σε μονογλωσσικό και/ή πολυγλωσσικό περιβάλλον...
2    Διδακτική και Ορολογία
  Διδακτική της Ορολογίας. Προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα και/ή σεμινάρια Ορολογίας. Μαθησιακά θέματα Ορολογίας. Ορολογικές πλευρές της διδασκαλίας μαθημάτων ειδικών θεματικών πεδίων. Έννοιες και όροι της Διδακτικής...
3    Ορολογία συγκεκριμένων θεματικών πεδίων – Λεξικογραφικές και ορογραφικές μελέτες
   Συγχρονική και και/ή διαχρονική θεώρηση ορολογίων και ορολογικών προβλημάτων συγκεκριμένων θεματικών πεδίων. Συστήματα όρων σε συγκεκριμένα θεματικά πεδία σε σχέση με αντίστοιχα συστήματα εννοιών. Λεξικογραφικές και ορογραφικές μελέτες σε συγκεκριμένα θεματικά πεδία...
4    Ορολογικοί πόροι
    Ειδικά ερμηνευτικά ή πολύγλωσσα λεξικά, έντυπα ή ηλεκτρονικά, τοπικά ή επιγραμμικά/διαδικτυακά. Ορολογικές συλλογές ή βάσεις όρων που περιέχουν κατασημάνσεις, ορισμούς εννοιών και άλλες ορολογικές πληροφορίες. Σώματα ειδικών κειμένων και διάθεσή τους για έρευνα και υποστήριξη ορολογικών πόρων. Εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στην ορολογική πράξη και στην παροχή ορολογικών υπηρεσιών...
5    Τυποποίηση ορολογίας
    Ενδογλωσσική επικύρωση και τυποποίηση όρων με καθιέρωση προτιμώμενων και αποδεκτών όρων ως έγκυρων όρων. Διεθνοποίηση εννοιών και διαγλωσσική αντιστοίχιση, επικύρωση και τυποποίηση των ισοδύναμων όρων. Προτάσεις όρων για επικύρωση και τυποποίηση. Τυποποίηση κειμένων ειδικών γλωσσών...
6    Ορολογία και μετάφραση
   Ο ρόλος των όρων στη θεωρία και πράξη της μετάφρασης. Εφαρμογή των αρχών της Ορολογίας στη μετάφραση. Η εννοιοστρεφής διαγλωσσική αντιστοίχιση και «ισοδυναμία» όρων μεταξύ πρωτοτύπου και μεταφράσματος έναντι της λεξιστρεφούς «μετάφρασης» όρων. Η μετάφραση με την βοήθεια ορολογικών πόρων από το Διαδίκτυο. Έννοιες και όροι της μεταφρασεολογίας...
7    Ορολογία και δίκαιο
   Ο ρόλος των όρων και η εφαρμογή των αρχών της Ορολογίας στο δίκαιο και στη νομική επιστήμη. Ιδιαιτερότητες του νομικού λόγου. Ορολογία και δικαιικά συστήματα. Έννοιες και όροι του δικαίου και της νομικής επιστήμης. Ορολογία και συγκριτικό δίκαιο.
8    Διάχυση και χρήση των όρων – Ορολογική πολιτική και ρύθμιση
    Τρόποι και μέσα διάδοσης ειδικών όρων και ορολογίων. Ενδοπεδιακά και διαπεδιακά ζητήματα ορολογικής ενημέρωσης. Ρυθμιστικά εργαλεία ορολογικής πολιτικής (δημοσιεύματα, νομοθετήματα, προδιαγραφές, πρότυπα,..)
9    Δραστηριότητα φορέων και οργάνων Ορολογίας
    Δραστηριότητες παραγωγής, συλλογής, επεξεργασίας, δημοσιοποίησης και διάθεσης όρων και παροχής ορολογικών υπηρεσιών από εθνικούς, περιφερειακούς και/ή παγκόσμιους φορείς και όργανα (οργανισμούς, εταιρείες, ενώσεις, επιτροπές, ομάδες). Διοργανώσεις εκδηλώσεων Ορολογίας…

Γλώσσες:
Επίσημες γλώσσες του Συνεδρίου είναι η ελληνική και η αγγλική.

Κρίσιμες ημερομηνίες:

Υποβολή περιλήψεων ως τις:          30 Μαρτίου 2015
Κρίση των περιλήψεων ως τις:        30 Απριλίου 2015
Υποβολή πλήρων κειμένων ως τις:  30 Ιουνίου 2015

Περιλήψεις και κείμενα:

Οι εισηγητές που επιθυμούν να παρουσιάσουν ανακοίνωση στο συνέδριο θα υποβάλουν περίληψη σε δύο ηλεκτρονικά αντίγραφα της μορφής .doc (κείμενο Word συμβατό με την έκδοση MS Office 2000) σε μία από τις επίσημες γλώσσες του συνεδρίου, με έκταση το λιγότερο 200 και το πολύ 300 λέξεις.
Στο ένα από τα αντίγραφα της περίληψης θα πρέπει να αναγράφονται
α)    ο υπέρτιτλος: 10ο Συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία», Αθήνα, 12–14 Νοεμβρίου 2015,
β)    ο τίτλος της ανακοίνωσης
γ)    η θεματική ενότητα στην οποία εντάσσεται η ανακοίνωση και
δ)    τα στοιχεία (ονοματεπώνυμο, ιδιότητα, ταχ. διεύθυνση, τηλέφωνο, τηλεομοιότυπο, ηλ-διεύθυνση) του συγγραφέα ή των συγγραφέων.
Στο άλλο αντίγραφο θα αναγράφονται μόνο τα α), β) και γ).
Τα δύο ηλεκτρονικά αντίγραφα της περίληψης πρέπει να σταλούν με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ως συνημμένα, στη διεύθυνση: valeonti@otenet.gr εντός της παραπάνω προθεσμίας.
Μετά την κρίση των περιλήψεων από την Επιστημονική Επιτροπή του Συνεδρίου, οι συγγραφείς που θα επιλεγούν θα λάβουν ειδικές προδιαγραφές για τη σύνταξη των πλήρων κειμένων των ανακοινώσεών τους.

Πληροφορίες

Γραμματεία του Συνεδρίου: τηλ. +30 210 9323243, +30 6977529164, ηλ-ταχ. pinelpap@otenet.gr
Οργανωτική Επιτροπή: τηλ. +30 6974321009, ηλ-ταχ. valeonti@otenet.gr

31 October 2014

Λατινογράφηση της ελληνικής

Αισθητική αλλοίωση και αδιαφάνεια 

του Κώστα Βαλεοντή, Φυσικού, Προέδρου της ΕΛΕΤΟ


«…Οι λέξειςαπό μόνες τους – δεν σημαίνουν τίποτα!
Οι λέξεις είναι:
–   είτε ομάδες διαδοχικών ήχων (φθόγγων) που παράγονται από τον λάρυγγα, διαμορφώνονται από την φωνητική συσκευή και εκπέμπονται από το στόμα (και τη μύτη) του ανθρώπου, αλλά και συλλαμβάνονται από το αυτί και αποθηκεύονται στον εγκέφαλο ως ακουστικές εικόνες μαζί με τον τρόπο παραγωγής τους από τα μέρη του σώματος που συμμετέχουν στην δημιουργία τους (κιναισθητικές εικόνες)
–   είτε οι ζωγραφιές αυτών των φθόγγων πάνω σε κάποιο υλικό μέσο (π.χ. πάνω σε μια πέτρα, στο μάρμαρο μιας κολόνας, στον πάπυρο ή στην περγαμηνή ενός αρχαίου βιβλίου, στο χαρτί, στην οθόνη ενός υπολογιστή ή ενός κινητού), που συλλαμβάνονται από το μάτι και αποθηκεύονται στον εγκέφαλο ως οπτικές εικόνες
–   είτε οι «άυλες» μορφές (που αν εξεταστούν αυστηρά δεν είναι «άυλες») με τις οποίες παριστάνονται αυτοί οι ήχοι ή αυτές οι ζωγραφιές μέσα στα ηλεκτρικά ρεύματα των καλωδίων ή στα ηλεκτρομαγνητικά πεδία των οπτικοακουστικών μέσων πριν φτάσουν στα αυτιά μας ή στα μάτια μας.
Και στις τρεις περιπτώσεις, όμως, τις λέξεις μόνο ο ανθρώπινος νους τις (έχει) κάνει να σημαίνουν αυτό που σημαίνουν.
Είναι αλήθεια ότι «νους ορά και νους ακούει» (*) και ότι χωρίς την νοητική επεξεργασία θα ήταν άχρηστες οι πληροφορίες που συλλαμβάνουν τα αισθητήρια όργανα. Από τον νό-ο (νου) παράγεται το νο-έω (νοώ), που πρωταρχικά σήμαινε «βλέπω» και αργότερα «αντιλαμβάνομαι με τον νου». Και όταν ο άνθρωπος εν-νοεί τότε «φέρνει ή έχει μέσα στην σκέψη του / στον νου του / στο μυαλό του» τα ερεθίσματα που προέρχονται από τις ιδιότητες των αντικειμένων, των οντοτήτων του εξωτερικού κόσμου – του κόσμου «έξω από τον νου του» – και σχηματίζει τις έν-νοιές τους. Κάθε μία από αυτές τις έννοιες – τις «αντανακλάσεις», δηλαδή, των αντικειμένων στον νου του – τις έχει αντιστοιχίσει ή τις αντιστοιχίζει με μία ή περισσότερες λέξεις. Και κάθε τέτοια λέξη ή ομάδα λέξεων (φράση) που είναι αντιστοιχισμένη με μία έννοια είναι ένας όρος, είτε πρόκειται για έννοια της γενικής γλώσσας είτε για έννοια κάποιας από τις ειδικές γλώσσες που υπάγονται στην γενική γλώσσα. Ποιος καθορίζει όμως αυτήν την αντιστοιχία; Η απάντηση είναι: ο νους του ανθρώπου. Κάθε όρος βασίζεται σε μία ή περισσότερες συμφωνίες ή συμβάσεις· συμφωνίες μεταξύ των λίγων ή πολλών ατόμων που χρησιμοποίησαν ή χρησιμοποιούν τον όρο.
» Μπορούμε να πούμε ότι οι λέξεις είναι «συμφωνημένα» σύμβολα· γεννιούνται στον νου του ανθρώπου για να αποδώσουν έννοιες· κωδικεύονται και εξωτερικεύονται με την ομιλία και εμφανίζουν επομένως ακουστική αισθητική (ακουστικές εικόνες)· κωδικεύονται και εξωτερικεύονται με τη γραφή και εμφανίζουν, επομένως, οπτική αισθητική (οπτικές εικόνες)· κωδικεύονται και εξωτερικεύονται και με άλλα συστήματα και εμφανίζουν επομένως και άλλου είδους αισθητική· ταυτόχρονα, όμως, όλα αυτά τα εξωτερικά σύμβολα, όλες αυτές οι εικόνες, εσωτερικεύονται με αποτέλεσμα στον νου του ανθρώπου να συνδέονται μεταξύ τους αδιαχώριστα: νοήματα, ακούσματα κι οράματα...
Σαν σκέφτεσαι μια λέξη, ταυτόχρονα την «ακούς» και την «βλέπεις». Και "νοιώθεις" πίσω της την έννοια ή τη σειρά από έννοιες που αυτή αντιπροσωπεύει. Αν η λέξη είναι ειδικός όρος η έννοια – κατά κανόνα – είναι μία, αν είναι λέξη της γενικής γλώσσας τότε οι έννοιες μπορεί να είναι πολλές και ο νους μπορεί να «πηδάει» από την μία στην άλλη και από ένα συγκείμενο ή θεματικό πεδίο σε άλλο, εφόσον έχει γνώση των εννοιών αυτών και των αντίστοιχων θεματικών πεδίων, εφόσον, δηλαδή, είναι γνώστης των αντίστοιχων συμφωνιών. Μόνο οι λειτουργικές λέξεις δεν έχουν «πίσω» τους έννοιες, εκτός από αυτήν της λειτουργίας τους…»
Τα παραπάνω είναι δύο αποσπάσματα από την ανακοίνωση:  «Γιατί κλοτσάτε τους όρους;» στο 9ο Συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία», Αθήνα, 7–9 Νοεμ. 2013. (**)
Ας έρθουμε τώρα στη σημερινή μορφή της ελληνικής γλώσσας, με την μη φωνητική γραφή της, με το ελληνικό αλφάβητο και με την ιστορική ορθογραφία της. Η τελευταία, αναδεικνύοντας όλα τα εννοιολογικώς διαφοροποιητικά μορφολογικά χαρακτηριστικά (ρίζες, προθήματα, επιθήματα, καταλήξεις, ειδικά συνθετικά) της ελληνικής, συμβάλλει τα μέγιστα στην υπαγωγή των λέξεων στις οικογένειες στις οποίες αυτές ανήκουν προσδίδοντας έτσι διαφάνεια στις λέξεις και στους όρους, δηλαδή εναργέστερη γραφική παράσταση των εννοιών από αυτούς.
Όταν πρωτοδιαβάζεις έναν νεοελληνικό σύμπλοκο όρο (το 80% περίπου των όρων είναι σύμπλοκοι), που – εξ ορισμού – είναι είτε μια ελληνική σύνθετη λέξη είτε μια ελληνική φράση αποτελούμενη από δύο ή περισσότερες λέξεις), δεν τον αντιλαμβάνεσαι – τις περισσότερες φορές – ως ένα αυθαίρετα συμφωνημένο σύμβολο της έννοιας που αυτός αντιπροσωπεύει, αλλά προσπαθείς να διακρίνεις πίσω από αυτόν την έννοια αυτή. Για τον σκοπό αυτόν επιστρατεύεις όλους τους γλωσσικούς κανόνες της ελληνικής (κανόνες φωνολογικής, γραμματικής και ορολογικής ανάλυσης και κανόνες σύνθεσης, παραγωγής και σύνταξης, τους οποίους κατέχεις ως γνώστης της ελληνικής). Και μπορεί να μην καταλάβεις (μόνο από τον όρο) τη νέα έννοια, διακρίνεις όμως κάποια ουσιώδη χαρακτηριστικά της. Ώστε, μόλις σου κάνουν γνωστή την έννοια (με μια περιγραφή ή έναν ορισμό), αναγνωρίζοντας τα χαρακτηριστικά αυτά, «δένεις» αμέσως, στο νου σου, την ακουστική και τη γραπτή μορφή του όρου με την έννοια.
Είναι δεδομένο ότι μια ομιλούμενη γλώσσα μπορεί να καταγραφεί με διάφορα συστήματα γραφής· επομένως, σε κάθε ένα από αυτά, μια λέξη ή ένας όρος, χωρίς να αλλάζει φωνητική μορφή (και ακουστική αισθητική), θα έχει διαφορετική γραπτή μορφή· και επομένως διαφορετική οπτική αισθητική. Η αλφαβητική γραφή της ελληνικής χρονολογείται από τον 8ο αιώνα .π.Χ. έχει δηλαδή ζωή 28 αιώνων. Στη διάρκεια αυτών των αιώνων πέρασε από την αρχικά μεγαλογράμματη γραφή στην μικρογράμματη γραφή – με τους τόνους και τα πνεύματα – και, τελευταία, στο μονοτονικό σύστημα.
Με μια μικρή ορθολογική βελτίωση του μονοτονικού, η σημερινή ελληνική γραφή θα βρίσκεται σε ένα στάδιο που αφενός θα αναδεικνύει τα μορφολογικά στοιχεία που διατήρησε μέχρι σήμερα η ιστορική ορθογραφία της και αφετέρου θα αποδίδει καλύτερα τον δυναμικό τονισμό των λέξεων μέσα στα εκφωνήματα στα οποία αυτές εμπεριέχονται. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, δεν είναι δυνατόν να γίνουν περαιτέρω απλοποιήσεις της ελληνικής γραφής χωρίς σημαντικές απώλειες.
Μεγάλες συζητήσεις γίνονται κάθε τόσο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τα γκρίκλις και την λατινογράφηση της ελληνικής, όπου μια πολύ μικρή μειονότητα ομιλητών της ελληνικής υποστηρίζει τα γκρίκλις ως «σύστημα γραφής» της ελληνικής περίπου ισότιμο με το καθιερωμένο ανά τους αιώνες σύστημα γραφής με το ελληνικό αλφάβητο. Ας προσπαθήσουμε να διαβάσουμε την ακόλουθη πρόταση γραμμένη στο λατινικό αλφάβητο και στην απλούστερη δυνατή γραφή (για να έχει και νόημα η καταφυγή στο λατινικό αλφάβητο, που τόσο συμπαθούν οι φίλοι των γκρίκλις: δηλ. χωρίς κανόνες ορθογραφίας):
I grafi tis elinikis me to eliniko alfavito exi ali esthitiki apo ti grafi tis me to latiniko alfavito.
Τί λέει; Με ελληνική γραφή, λέει:
Η γραφή της ελληνικής με το ελληνικό αλφάβητο έχει άλλη αισθητική από τη γραφή της με το λατινικό αλφάβητο.
Κοιτάζοντας κανείς αυτήν την πρόταση γραμμένη με το ένα και με το άλλο «σύστημα γραφής», έχει καμιά αμφιβολία για το νόημά της; Ότι δηλαδή πρόκειται για δύο διαφορετικές «αισθητικές»;
Και γεννιέται το ερώτημα: Για ποιο λόγο κάποιος που γνωρίζει την ελληνική γλώσσα να προτιμήσει τη γραφή της με λατινικούς χαρακτήρες, αν δεν τον αναγκάζουν οι συνθήκες να το κάνει (π.χ. έλλειψη κατάλληλου εξοπλισμού); Γιατί να προτιμήσει μια αισθητική τόσο διαφορετική από την πατροπαράδοτη αισθητική της ελληνικής γλώσσας γραμμένης με το δικό της αλφάβητο; Συχνά η απάντηση που δηλώνεται ρητά ή υπονοείται είναι: γιατί έτσι δεν εφαρμόζει κανόνες ορθογραφίας και γράφει πιο γρήγορα. Εδώ βρίσκεται το «όφελος» της λατινογράφησης: η απαλλαγή από τους κανόνες ορθογραφίας της ελληνικής!.
Το θέμα, όμως, της διαφορετικής αισθητικής δεν είναι το σοβαρότερο. Σοβαρότερο είναι το ότι η λατινογράφηση της ελληνικής (χωρίς κανόνες ορθογραφίας) εξισώνει (γραπτώς) διαφορετικές ρίζες και προσφύματα, διαφορετικές κλιτικές και παραγωγικές καταλήξεις, διαφορετικούς ενικούς και πληθυντικούς αριθμούς, διαφορετικά γένη και πρόσωπα ή ακόμα και διαφορετικά μέρη του λόγου, καθιστώντας έτσι την αναγνώριση και κατανόηση των ελληνικών λέξεων πάρα πολύ εξαρτημένη από το συγκείμενο, προσθέτοντας δηλαδή μεγάλη αδιαφάνεια στη γραπτή μορφή της νέας ελληνικής.
Στις λέξεις της προηγούμενης πρότασης:
I = «η», «ή» ή «οι»;
grafi = «γραφή», «γραφεί» ή «γράφει»;
tis = «της» ή «τις»;
ali =  «άλλη» ,«άλλοι» ή «αλί»;
esthitiki = «αισθητική» ή «αισθητικοί»;
apo =  «από» ή «άπω»;
Στην ανάγνωση της ελληνικής, όταν αυτή είναι γραμμένη με το δικό της αλφάβητο (που γι’ αυτό και λέγεται ελληνικό), ο αναγνώστης αναγνωρίζει, καθώς προχωρεί, έναν–έναν τους λεκτικούς τύπους που συναντά και αποκτά γνώση του τι θα ακολουθήσει, ενώ όταν αυτή είναι γραμμένη με το λατινικό αλφάβητο, συχνά ο αναγνώστης θα συναντά διλήμματα και θα αποφασίζει για την ταυτότητα του λεκτικού τύπου που μόλις διάβασε μόνο αφού διαβάσει τον επόμενο ή και περισσότερους από έναν επόμενους λεκτικούς τύπους.
Έτσι, π.χ. για την πρόταση που εξετάσαμε, στην πρώτη περίπτωση, ο αναγνώστης αρχίζοντας την ανάγνωση από το ελληνικό «Η», το αναγνωρίζει ως το άρθρο του θηλυκού στον ενικό και αναμένει ότι θα ακολουθήσει όνομα ή ονοματική φράση θηλυκού γένους στον ενικό και πράγματι ακολουθεί η «γραφή»· η επόμενη λέξη («της») αναγνωρίζεται αμέσως ως γενική ενικού του θηλυκού άρθρου και αναμένεται να ακολουθήσει θηλυκό όνομα σε γενική πτώση· και πράγματι ακολουθεί το ουσιαστικό «ελληνικής».
Στη δεύτερη περίπτωση, αρχίζοντας από το λατινικό «Ι» έχει το τρίλημμα: για ποιο από τα τρία ενδεχόμενα πρόκειται: «η», «ή» ή «οι»;· αλλά και αφού διαβάσει τη δεύτερη λέξη «grafi» εξακολουθεί να έχει το δίλημμα: πρόκειται για την ονοματική φράση «η γραφή» ή μήπως για τήν διαζευκτική ρηματική φράση «ή γράφει»;. Αλλά και με την επόμενη λέξη (tis) δεν αίρεται το δίλημμα: πρόκειται για τη φράση «η γραφή της» (και θα ακολουθηθεί από τη γενική ενός θηλυκού ουσιαστικού) ή μήπως για τη φράση «ή γράφει τις» (και θα ακολουθηθεί από την αιτιατική πληθυντικού ενός θηλυκού ουσιαστικού); Μόνο όταν διαβάσει την επόμενη λέξη «elinikis» και την αναγνωρίσει ως γενική αντικειμενική που αποτελεί προσδιορισμό της λέξης «grafi» ως ονόματος θα αποφασίσει ότι πρόκειται για το ουσιαστικό «γραφή» και όχι για το ρήμα «γράφει» όπως π.χ. σε μια πρόταση σαν αυτή: «Ή γράφει τις απαντήσεις ο εξεταζόμενος ή τις λέει προφορικά».
Σήμερα, λοιπόν, κάποιος γνώστης της ελληνικής, όταν διαβάζει ένα λατινογραφημένο, με αυτόν τον τρόπο, κείμενο, συχνά, για να διακρίνει τη λέξη που μόλις διάβασε, χρειάζεται το συγκείμενο που ακολουθεί, κάτι που δεν συμβαίνει με τη σημερινή ιστορική γραφή της ελληνικής, με την οποία ο αναγνώστης αναγνωρίζει σχεδόν όλες τις λέξεις από τη μορφή τους και όχι μέσω των επόμενων λέξεων του συγκειμένου. Φυσικά, υπάρχει και στην ελληνική γραφή η ομωνυμία με τα διάφορα ομόγραφα, αλλά εκεί είναι πολύ περιορισμένα, ενώ στη λατινογράφηση τα ομόγραφα, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, είναι πολλαπλάσια.
Ας υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή στο μέλλον οι «οπαδοί» των γκρίκλις θα αποτελούν την πλειονότητα των ομιλητών της ελληνικής και η μοιραία «γλωσσική αλλαγή» θα απαιτήσει να καθιερωθεί η λατινογράφηση της ελληνικής. Τότε τα λεξικά θα προσαρμοστούν ανάλογα. Με την εξομοίωση πολλών κλιτικών καταλήξεων ονομάτων και ρημάτων (όπως των: -η, -οι, -ει, -υ που θα γίνουν όλα -i) αν η σημερινή λημματογράφηση δεν αλλάξει θα είναι δύσκολο να οδηγηθεί ο αναγνώστης από έναν τύπο στο κατάλληλο λήμμα. Έτσι, μάλλον θα πρέπει να λημματογραφηθούν όλοι οι τύποι και τα λήμματά τους πολύ πιθανό να έχουν τη μορφή που έχει το παρακάτω λήμμα:
poli 1. us. megalos ikismos me pano apo 10.000 katikus (< πόλη) 2. epir. se megali posotita (< πολύ) 3. epith. thil. enik. megali se arithmo, plithos i posotita (< πολλή) 4. epith. ars. plith. megali se arithmo, plithos i posotita (< πολλοί) 5. us. ars. plith. ta dio akra tu aksona enos peristrefomenu somatos (< πόλοι) 6. us. ars. plith. ta mikra tu alogu, tu gaidaru, tu mulariu (< πώλοι).
Πώς σας φαίνεται; Πόση πληροφορία έχει χαθεί από αυτήν τη «συρρίκνωση» της γραφής της ελληνικής γλώσσας;
Ίσως μας πει κάποιος οπαδός της λατινογράφησης ότι: «σήμερα, ο αναγνώστης ενός λατινογραφημένου κειμένου όπου συναντά τον λεκτικό τύπο poli δυσκολεύεται γιατί δεν έχει στον νου του αποθηκευμένο τον τύπο αυτό, γι’ αυτό ανατρέχει, αναζητεί και τον συνδέει με τις ήδη αποθηκευμένες εικόνες για τους τύπους: πόλη, πολύ, πολλή, πολλοί, πόλοι, πώλοι και μέσω αυτών αποφασίζει με ποια έννοια να τον συνδέσει. Στο μέλλον, όμως δεν θα χρειάζεται να έχει στον νου του όλες αυτές τις εικόνες, αλλά θα έχει μόνο μία: poli» Η απάντησή μας είναι ότι: «Ναι, θα έχει μόνο την οπτική εικόνα του τύπου poli. Θα χρειάζεται, όμως, κάθε φορά που θα συναντά αυτόν τον τύπο στη γραφή, να χρησιμοποιεί και διάφορους «αλγορίθμους» για να τον αναγνωρίσει και να αποφασίσει ποια από τις πιο πάνω 6 σημασίες έχει ο τύπος που μόλις διάβασε.».
Συνοψίζοντας: η λατινογράφηση της ελληνικής γλώσσας (με ή χωρίς κανόνες ορθογραφίας) αλλοιώνει σημαντικά την πατροπαράδοτη οπτική αισθητική της, ενώ η ισοπεδωτική εξάλειψη των κανόνων ορθογραφίας συντελεί σε απαράδεκτα  μεγάλη αδιαφάνεια των λέξεων και εξάρτηση της αναγνώρισής τους από το συγκείμενο. Ας αφήσουν, λοιπόν, οι ολίγιστοι οπαδοί της λατινογράφησης της ελληνικής, τις θεωρίες περί «συστήματος γραφής» κτλ.. Έχουν την ελευθερία να χρησιμοποιούν μεταξύ τους όποιο σύστημα γραφής θέλουν, όπως είχαμε και παλιά, στα μαθητικά μας χρόνια, επινοήσει διάφορα «κρυπτογραφικά» συστήματα γραφής της γλώσσας μας, ώστε να μην μας καταλαβαίνουν οι εκτός της παρέας. Όχι, όμως, να έχουν και την απαίτηση τα γραπτά τους να αντιμετωπίζονται ισότιμα με ένα ελληνικό κείμενο γραμμένο με το ελληνικό αλφάβητο!
Κ.Β.

(*) «Νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀκούει· τἂλλα κωφὰ καὶ τυφλά.» (Επίχαρμος, κωμικός ποιητής και φιλόσοφος από την Κω, 540–450 π.Χ.) – Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις, Τάκης Νατσούλης

14 July 2014

Ο υπερθετικός βαθμός και η ελληνική γλώσσα

του Κώστα Βαλεοντή, Προέδρου της ΕΛΕΤΟ,
Orogramma Αρ.126  Μάιος – Ιούνιος 2014

Ας φυλλομετρήσουμε την (τέως σχολική) αναπροσαρμοσμένη Μικρή Γραμματική του Τριανταφυλλίδη [1] και ας πάμε στο κεφάλαιο των «παραθετικών» των επιθέτων. Το κεφάλαιο αρχίζει με τα τέσσερα παραδείγματα των «βαθμών» του επιθέτου «εργατικός»:


Το πρώτο παράδειγμα είναι ο «θετικός» βαθμός, το δεύτερο είναι ο «συγκριτικός» βαθμός και μετά ακολουθούν οι δύο «υπερθετικοί»: ο «σχετικός υπερθετικός» και ο «απόλυτος υπερθετικός».
Ο σχετικός υπερθετικός υπονοεί ότι έχουν προηγηθεί συγκρίσεις του Γιώργου με καθέναν από όλους τους συμμαθητές του και δηλώνει ότι αυτός (ο Γιώργος) έχει την ιδιότητα του επιθέτου (εργατικότητα) σε μεγαλύτερο βαθμό από καθέναν από εκείνους. Με τον ορισμό αυτόν συμφωνεί και η νυν σχολική γραμματική του γυμνασίου [2].
Ο απόλυτος υπερθετικός δηλώνει ότι ο Γιώργος (χωρίς να υπονοείται καμιά σύγκριση) έχει την ιδιότητα του επιθέτου (εργατικότητα) «σε πολύ μεγάλο βαθμό»· ή – όπως εκφράζεται και περιφραστικά – «είναι πολύ εργατικός». Και σ’ αυτό συμφωνεί και η νυν σχολική γραμματική. Αυτό το τελευταίο, όμως, μια τρίτη γραμματική [3] το αποδίδει καλύτερα χρησιμοποιώντας, αντί για το επίρρημα «πολύ», το επίρρημα «πάρα πολύ». Δηλαδή: «Ο Γιώργος είναι εργατικότατος = Ο Γιώργος είναι πάρα πολύ εργατικός».
Εν ολίγοις, όταν λέμε «ο Γιώργος είναι εργατικότατος» (απόλυτος υπερθετικός) ή ότι «ο Γιώργος είναι πάρα πολύ εργατικός» αυτό σημαίνει ότι, προσωπικά, έχουμε εκτιμήσει ότι την ιδιότητα αυτήν την έχει ο Γιώργος σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, χωρίς να τον συγκρίνουμε με κανέναν άλλον. Όταν, όμως, λέμε «ο Γιώργος είναι ο εργατικότερος...» ή «ο Γιώργος είναι ο πιο εργατικός...» (σχετικός υπερθετικός) τότε αυτό σημαίνει ότι έχουμε συγκρίνει τον Γιώργο με όλους τους άλλους (μέλη του ίδιου συνόλου: συμμαθητές, φίλους του, συνεργάτες του κτλ. ανάλογα με το συγκείμενο).
Υπάρχει ένα ερώτημα: Πόσοι από τους «υπερθετικούς» βαθμούς που χρησιμοποιούμε καθημερινά στη γλωσσική επικοινωνία μας εκφράζουν λογικά την πραγματικότητα, έστω και την υποκειμενική; Θα έλεγα ότι με τους απόλυτους υπερθετικούς δεν υπάρχει πρόβλημα. Όταν λέμε: «ο Α είναι πάρα πολύ καλός άνθρωπος» η γνώμη που εκφέρουμε αφορά μόνο τον Α και βασίζεται σε στοιχεία που έχουμε, προσωπικά, υπόψη για τον άνθρωπο Α. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όμως, με τους σχετικούς υπερθετικούς. Όταν λέμε: «ο Α είναι ο καλύτερος άνθρωπος» (μπορεί να προσθέσουμε και «του κόσμου») τότε σίγουρα λέμε ψέματα, αφού αποκλείεται να έχουμε γνωρίσει ή να έχουμε στοιχεία για όλους τους ανθρώπους και να έχουμε κάνει σύγκριση. Αν αντί «του κόσμου» προσθέταμε τον περιορισμό «που έχω γνωρίσει» ή «που ξέρω» τότε δεν θα υπήρχε ψέμα· έχουμε γνωρίσει ένα συγκεκριμένο σύνολο ανθρώπων και έχουμε σχηματίσει γνώμη γι’ αυτούς και έτσι είναι δυνατόν να έχουμε κάνει όλες τις συγκρίσεις που προαπαιτούνται για τη χρήση του σχετικού υπερθετικού.
Το φαινόμενο αυτής της «χαλαρής» χρήσης του σχετικού υπερθετικού δεν είναι καθόλου σπάνιο: Φυσικά, δεν θα θεωρούσαμε ότι υπάρχει δόλος πίσω από όλες αυτές τις εκφράσεις· ότι πρόκειται δηλαδή για σκόπιμες «ψευτιές». Θα τις κατατάξουμε, μάλλον, στις συγγνωστές γλωσσικές ανακρίβειες ή υπερβολές.
Ας έρθουμε τώρα στην ελληνική γλώσσα. Αυτό το άρθρο γράφτηκε ακριβώς με αφορμή διάφορες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις στο πιο δημοφιλές προσωποδίκτυο, στο Φέισμπουκ, όπου κάποιοι εκφράζονται με τέτοιου είδους εκθειαστικές ανακρίβειες για την ελληνική γλώσσα και κάποιοι άλλοι αντιδρούν τόσο έντονα, ώστε να νομίζει κανένας ότι δεν πρόκειται για ανθρώπους που μιλάνε την ίδια γλώσσα.
Σχετικά με το ποιος έχει δικαίωμα να μιλάει για τη γλώσσα, είχαμε γράψει στο Ορόγραμμα αρ.101 [4] τα εξής: «…για το γενικό θέμα "ελληνική γλώσσα" έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να ενδιαφέρεται κάθε ομιλητής της ελληνικής, ανεξαρτήτως προέλευσης, φύλου, ηλικίας, ειδικότητας ή άλλου οποιουδήποτε διακριτικού χαρακτηριστικού. Και εδώ είναι μια βασική διαφορά της επαφής που έχουν τόσο οι ειδικοί όσο και το ευρύ κοινό με το γλωσσικό αντικείμενο έναντι οποιουδήποτε άλλου ειδικού αντικειμένου, αφού η γλώσσα αποτελεί τον κώδικα επικοινωνίας μέσω του οποίου έρχονται όλοι αυτοί σε επαφή με οποιοδήποτε άλλο γνωστικό αντικείμενο…»
Ποια είναι, όμως, σήμερα η ελληνική γλώσσα; Η ελληνική γλώσσα έχει περάσει από διάφορες φάσεις δια μέσου των αιώνων. Με τον όρο ελληνική γλώσσα μπορούμε να αναφερόμαστε σε όλες τις φάσεις και όλες τις μορφές της γλώσσας μας διαχρονικά, από την αρχαία ελληνική έως την σημερινή. Η σημερινή ελληνική γλώσσα μπορούμε να πούμε ότι είναι «η κοινή νεοελληνική μαζί με όλες τις νεοελληνικές διαλέκτους και τα νεοελληνικά ιδιώματα». Συνήθως, βέβαια, όταν αναφερόμαστε στη σημερινή γλώσσα μας εννοούμε την κοινή νεοελληνική. Αυτή είναι η γλώσσα της εκπαίδευσης, της διοίκησης, του τύπου και των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, της καθημερινής συνεννόησής μας. Την κοινή νεοελληνική καλούνται οι δάσκαλοι και οι φιλόλογοι να διδάξουν· σ’ αυτήν οι επιστήμονες των άλλων ειδικοτήτων θα εκφραστούν· σ’ αυτήν οι δημοσιογράφοι θα συντάξουν τα κείμενά τους· σ’ αυτήν οι μεταφραστές θα μεταφράσουν· σ’ αυτήν οι φιλόσοφοι θα αναπτύξουν τα φιλοσοφικά πονήματά τους και αυτήν θα καλλιεργήσουν οι λογοτέχνες γράφοντας έργα, πεζά ή ποιητικά, που απευθύνονται στο ευρύ κοινό.
Όλοι αυτοί δεν «παρατηρούν» αλλά «ζουν» το φαινόμενο «ελληνική γλώσσα»· αποτελούν μέρος του· και πολλοί από αυτούς αναφέρονται συχνά σ’ αυτό· πολλές φορές εκθειαστικά· πολλές φορές με υπερβολική αγάπη· πολλές φορές με θετικούς και υπερθετικούς βαθμούς· απόλυτους αλλά και σχετικούς. Και για μεν τους θετικούς βαθμούς και τους απόλυτους υπερθετικούς, έχουν κάθε δικαίωμα να έχουν την (υποκειμενική) γνώμη τους, όπως π.χ.: Η ελληνική είναι πάρα πολύ ωραία γλώσσα. Η ελληνική είναι ωραιότατη γλώσσα. Η ελληνική είναι γλώσσα ζωηρή, γλώσσα εκφραστική, γλώσσα μουσική, γλώσσα μαγική. Η ελληνική είναι γλώσσα πλουσιότατη. Η ελληνική είναι μια παραγωγικότατη γλώσσα. Η ελληνική είναι γλώσσα «θεϊκή» και πλήθος άλλων κοσμητικών επιθέτων που έχουν έντονο τον χαρακτήρα της υποκειμενικότητας. Επίσης, απόλυτα φυσικό είναι κάποιοι να έχουν γνώμη που προκύπτει από την επαφή τους με άλλες γλώσσες (αν γνωρίζουν ή έχουν ακούσει μερικές από αυτές) και να κάνουν συγκεκριμένες συγκρίσεις σε ποιοτικά χαρακτηριστικά που μπορούν να εκτιμηθούν με το γλωσσικό αισθητήριό τους. Προκειμένου, όμως, για ποσοτικά χαρακτηριστικά, ακόμα και για δύο γλώσσες μόνο, τέτοιες συγκρίσεις μπορούν να γίνονται μόνο αν υπάρχουν στοιχεία από σχετικές έρευνες. Γνώμες, όπως: «για μένα η ελληνική γλώσσα είναι ακουστικά ωραιότερη από τη γλώσσα Χ» δεν προσκρούουν σε κανένα επιστημονικό δεδομένο. Αυτός που εκφράζει μια τέτοια γνώμη δεν χρειάζεται να την τεκμηριώσει. De gustibus et de coloribus non est disputandum [α]. Η διατύπωση, όμως π.χ. «η ελληνική γλώσσα έχει περισσότερες λέξεις από τη γλώσσα Χ», χωρίς σχετική τεκμηρίωση, δημιουργεί πρόβλημα.
Εντονότερο πρόβλημα εμφανίζεται όταν αρχίσουν να λέγονται σχετικοί υπερθετικοί: Η ελληνική είναι η πρώτη και η ωραιότερη γλώσσα. Η ελληνική είναι η πιο εκφραστική γλώσσα. Η ελληνική είναι η πιο πλούσια και πιο παραγωγική γλώσσα. Η ελληνική είναι η πιο «νοηματική» γλώσσα... Λογικά, όλες αυτές οι εκφράσεις υπονοούν ότι ο ομιλών έχει κάνει (ή έχει υπόψη του) κάποια σύγκριση της ελληνικής με όλες τις άλλες (περίπου 6.000) γλώσσες του κόσμου, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο έως ανθρωπίνως αδύνατο, ακόμα και αν μιλάει ένας γλωσσολόγος. Το αν είναι σίγουρα αληθής ή σίγουρα ψευδής η έκφραση «Η ελληνική είναι η πλουσιότερη γλώσσα» μόνο μια ειδική επιστημονική έρευνα μπορεί να το αποδείξει, η οποία, αφού ορίσει ως έννοια τον «πλούτο μιας γλώσσας», να τον μετρήσει σε όλες τις γλώσσες και μετά να αποφανθεί. Ελλείψει μιας τέτοιας έρευνας, δεν έχει δίκιο ούτε αυτός που έχει εκφέρει τον σχετικό υπερθετικό «η πλουσιότερη γλώσσα» ούτε ο άλλος που, αντικρούοντας τον πρώτο, ισχυρίζεται ότι αυτό δεν ισχύει.
Με τέτοιες ανακρίβειες και υπερβολές γεννιούνται διάφοροι «μύθοι για την ελληνική γλώσσα» οι οποίοι με τη σειρά τους έχουν δημιουργήσει μια κατηγορία «απομυθοποιητών». Και, όπως σε άλλες περιπτώσεις η αντίδραση προς μία υπερβολή οδηγεί προς την αντίθετη υπερβολή, έτσι και εδώ. Πολλοί από αυτούς τους «απομυθοποιητές» (γλωσσολόγοι ή μη) αντιδρούν σε κάθε τι θετικό που εκφράζεται για την ελληνική γλώσσα και, με το πρόσχημα της επιστήμης και της «ισότητας των γλωσσών», προσπαθούν να «βάλουν τα πράγματα στη θέση τους»: Η ελληνική γλώσσα είναι σαν όλες τις άλλες, δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο, δεν είναι η ωραιότερη, δεν είναι η πλουσιότερη, δεν έχει τις σπουδαίες ιδιότητες που της αποδίδουν με όλα αυτά τα ωραία επίθετα κτλ. Έχουμε φτάσει στο σημείο να προβληματίζεται κανένας μήπως χαρακτηριστεί άσχημα εάν εκδηλώσει την αγάπη και τον θαυμασμό του για την ελληνική γλώσσα, την μητρική του γλώσσα.
Και αναρωτιέσαι: πόσο κακό είναι κανένας να «παινεύει το σπίτι του», αφού – όπως λέει και η λαϊκή παροιμία – «αν δεν το παινέψει θα πέσει να τον πλακώσει»; Είναι μάλλον απίθανο να υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει πολύ ψηλά στην εκτίμησή του τη μητρική του γλώσσα. Και όπως αυτός εκθειάζει ένα σωρό άλλα «δικά του πράγματα» και φτάνει σε γλωσσικές υπερβολές έτσι εκφράζεται και για τη μητρική του γλώσσα.
Η πιο σταθερή και συνεπής «απομυθοποίηση» του κόσμου μας γίνεται ασφαλώς από την επιστήμη. Αλίμονο, όμως, εάν προσπαθούσαμε να «απομυθοποιήσουμε» όλες τις γλωσσικές καταβολές που έχουν φτάσει μέχρι σήμερα και που δεν συμβαδίζουν με τα δεδομένα της επιστήμης, πρόκειται δηλαδή για ανακρίβειες που ξεκίνησαν από πολύ παλιές και λανθασμένες αντιλήψεις του ανθρώπου για τον κόσμο γύρω του. Θα έπρεπε τότε η γλώσσα να αναθεωρηθεί εκ βάθρων. Θα έλεγες στον αστρονόμο ή αστροφυσικό: «Δες τι ωραίος που είναι ο ήλιος που ανατέλλει!» και θα σε διόρθωνε «Ο ήλιος δεν κάνει τίποτε για να “ανατείλει” ούτε για να “δύσει”! Η Γη είναι αυτή που περιστρέφεται κι εμείς που είμαστε πάνω της βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τον ήλιο να εμφανίζεται να παραμένει για ένα διάστημα ορατός και να εξαφανίζεται. Και, αυτή τη στιγμή, ο φωτεινός δίσκος που βλέπεις δεν είναι παρά η εικόνα του ήλιου όπως αυτός ήταν πριν 8 λεπτά [β]. Θα μπορούσε δηλαδή αυτή τη στιγμή ο ήλιος να καταστραφεί, αλλά εμείς θα το πάρουμε είδηση ύστερα από 8 λεπτά»…
Η πορεία του Είναι του ανθρώπου (το Γίγνεσθαι) είναι τριδιάστατη: πορεία στη γνώση (εμείς και ο κόσμος), πορεία στην ηθική (εμείς και οι άλλοι), πορεία στην αισθητική/τέχνη (εμείς και το μέσα μας) [γ]. Με τη γλώσσα απεικονίζονται, εξωτερικεύονται και επικοινωνούνται και οι τρεις συνιστώσες. Η γλώσσα τα περιέχει όλα. Αρκεί να ξέρουμε κάθε φορά για τί μιλάμε. Η γνώση του κόσμου, στην έκφρασή της, απαιτεί το στερεό έδαφος της λογικής, της απόδειξης, της τεκμηρίωσης· η ηθική χρειάζεται την εμβάθυνση στη γνώση του εαυτού μας και την ανύψωση του άλλου στο ίδιο ύψος με μας, ενώ στην αισθητική παίζουν σημαντικό ρόλο οι αισθήσεις, η φαντασία, ο μύθος, η αίσθηση του ωραίου.
Ως κατακλείδα στο άρθρο αυτό, ας τονίσουμε ότι η ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα όλων μας· όλων όσοι επικοινωνούμε με αυτήν· όλων όσοι την μιλάμε· όλων όσοι την γράφουμε· όλων όσοι την διδάσκουμε και όσοι την διδασκόμαστε· όλων όσοι την καλλιεργούμε και διατυπώνουμε με αυτήν γνώμες, σκέψεις, επιστημονικές γνώσεις ή φιλοσοφικές ιδέες, είτε πρωτογενώς είτε μεταφράζοντας από άλλες γλώσσες· όλων όσοι δημιουργούμε με αυτήν λογοτεχνήματα· όλων όσοι απολαμβάνουμε με αυτήν θεατρικά έργα και άλλες εκδηλώσεις λόγου και δράσης.
Της αξίζουν πολλοί έπαινοι· γι’ αυτό που είναι· μια γλώσσα με μακραίωνη ιστορία και με πολλές αρετές, που μπορεί να σκεφτεί ο καθένας μας. Αρετές όχι μόνο στον θετικό βαθμό, αλλά και στον απόλυτο υπερθετικό βαθμό. Όλες οι γλώσσες έχουν την αξία τους· μα η ελληνική είναι «η γλώσσα μας». Έχουμε, επομένως, κάθε δικαίωμα να την αγαπάμε με πάθος και να νοιώθουμε περήφανοι γι’ αυτήν, αλλά και να την σεβόμαστε· χωρίς φυσικά να περιφρονούμε τις άλλες γλώσσες. Είναι περιττός ο σχετικός υπερθετικός. Δεν χρειάζονται οι «μύθοι» που ερεθίζουν κάποιους «απομυθοποιητές». Αντί να ασχολούμαστε με «μύθους» και «απομυθοποιήσεις» ας ασχοληθούμε με το πώς θα καλλιεργούμε και θα αναπτύσσουμε αυτήν τη γλώσσα για να εξακολουθεί να καλύπτει τις τρέχουσες αλλά και τις μελλοντικές ανάγκες μας, όπου την έχει ο καθένας μας ανάγκη: βελτιώνοντας την διδασκαλία της· αναδεικνύοντας τους κανόνες της: φωνολογικούς, μορφολογικούς, γραμματικούς και συντακτικούς· χρησιμοποιώντας και διαδίδοντας την ορολογία της· χωρίς να υπάρχει κανένας διαχωρισμός ανάμεσά μας. Αφού είμαστε όλοι ομιλητές της.

[1]  Νεοελληνική Γραμματική, Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ΟΕΔΒ
[2]  Σ. Χατζησαββίδης, Α. Χατζησαββίδη, Γραμματική Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Α΄, Β΄, Γ΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ
[3]  Χρ. Κλαίρης, Γ. Μπαμπινιώτης, Γραμματική της Νέας Ελληνικής, Ελληνικά Γράμματα, 2005
[4]  Ορόγραμμα αρ.101, Οι μεν, οι δε και η ΕΛΕΤΟ, Μάρ-Απρ.2010




[α] Λατινικό: De gustibus et de coloribus non est disputandum = για γεύσεις και για χρώματα δε υπάρχει λόγος διαφωνίας (ανάλογο του νεοελληνικού: Περί ορέξεως ουδείς λόγος).
[β] 8 λεπτά χρειάζεται το φως του ήλιου για να φτάσει στη Γη.
[γ] Από σειρά εξαιρετικών ομιλιών του Θ. Π. Τάσιου, ο οποίος χρησιμοποιεί τους αντίστοιχους όρους: γνωστικό ενέργημα, ηθικό ενέργημα και αισθητικό ενέργημα.