26 February 2015

Μακροζωϊας ἐπιτίμιον

του Κ.Ν., "Ἐφημερίδα τοῦ Κ.Σ.Μ."/Τεῦχος 176/Φεβρουάριος 2015
Ἡ ζωή καί ὅταν εἶναι σκυλίσια, εἶναι γλυκιά. Γι’αὐτό λέμε στούς γάμους «νά ζήσετε» καί στίς γιορτές «χρόνια πολλά». Ἀπό τήν ἀρχαιότητα οἱ θρησκεῖες τοῦ Μονοθεϊσμοῦ μᾶς λένε, ὅτι ἄν εἴμαστε καλοί σ’αὐτήν, μετά τόν θάνατο θά ἔχουμε μιάν ἄλλη ζωή, πολύ καλλίτερη καί ἀτελεύτητη. Ἀλλά ἐπειδή δέν συναντήσαμε ποτέ κανέναν πού νά ἐπέστρεψε ἀπό τόν "ἄλλο κόσμο" γιά νά μᾶς ἀφηγηθῆ τί γίνεται ἐκεῖ, οἱ δέ πνευματιστικές συνεδριάσεις δέν εἶναι πειστικές, ἀκόμη καί μεταξύ τῶν ἱεραρχῶν μας ἐπικρατεῖ ἀμφιβολία γιά τό ἄν θά ἀπολαύσουμε ὄντως τήν αἰώνια ζωή. Καί ἀγωνίζονται γιά τήν παράταση τῆς παρούσης.
Χαιρόμαστε λοιπόν πολύ, ὅτι ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς ἔχει αὐξηθῆ σημαντικά στίς μέρες μας χάρις στά ἐπιτεύγματα τῆς ἰατρικῆς καί τῆς τεχνολογίας πού τήν ὑποστηρίζει. Αὐτό ὅμως ἤδη μᾶς δημιουργεῖ ἕνα σοβαρό πρόβλημα: Τά ἀσφαλιστικά ταμεῖα πληρώνουν τίς συντάξεις γήρατος ἐπί πολύ περισσότερα χρόνια. Οἱ κυβερνήσεις θέλουν νά μειώσουν τήν ζημιά τοῦ κοινωνικοασφαλιστικοῦ συστήματος αὐξάνοντας τόν ἀριθμό τῶν ἐτῶν ἐργασίας πού δίνουν τό δικαίωμα σύνταξης. Στίς χῶρες ὅπου οἱ πολῖτες ἔχουν τό δικαίωμα νά διαφωνοῦν, οἱ συνταξιοῦχοι ἀντιστέκονται στήν αὐξηση τῶν ἐτῶν τῆς ἐργασίας, λέγοντας ὅτι κουράστηκαν σ’ αὐτά σημαντικά καί δέν μποροῦν πιά νά ἐργαστοῦν ἄλλο.


Τό πόσο γερνοῦμε πλέον πολύ ἀργότερα ἀπό ὅ,τι παλιά, φαίνεται ἀπό τήν διασωθεῖσα εἴδηση τῶν ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων «ἅμαξα ἐλαύνουσα ἀπό ῥυτῆρος παρέσυρε πεντηκοντούτην γέροντα».
Ὁ στρατηγός Δαγκλῆς ἀφηγούμενος τήν ζωή του ἔλεγε, πώς ὅταν παντρεύτηκε στά νειᾶτα του, παρίστατο περιχαρής στόν γάμο ὁ πεθερός του, ὁ ἀγαθός πενηντάρης γέρων.
Σέ ἕνα μυθιστόρημα του ὁ G. H. Wells βάζη τήν ἡρωϊδα του νά λέει μέ θλίψη πώς τριαντάρησε, ἔχει δηλαδή ἀρχίσει νά γερνᾶ. Ἀλλά πρίν ἀπό μερικά χρόνια ἡ καλλονή Κα Δήμητρα Λιάνη πού ξετρέλανε ἕναν πρωθυπουργό, τόν Ἀντρέα, ἔλεγε πώς τήν ζηλεύουν γιατί εἶναι 40 ἐτῶν.
Ὅταν πέθαινε παλαιά κάποιος στά εἰκοσιπέντε του θεωρούσαμε, ὅτι ἔφυγε κάπου 35 χρόνια νωρίτερα ἀπό τό ἀναμενόμενο. Σήμερα ξέρουμε, ὅτι ὁ θάνατος τόν βρῆκε ἐξαιρετικά νωρίς καί ἡ θλίψη μας γι’αὐτόν εἶναι πολύ μεγαλύτερη. Συγχρόνως ἐπιβάλλεται ἡ αὔξηση τῆς φροντίδας του νά μήν ὑποστῆ ἕνα ἀτύχημα πού θά διακόψη τήν ζωή του, πού ἔχει ἐπιμηκυνθῆ.
*
 *
Ἀπό τά πρῶτα δυσάρεστα πού μαθαίνει ἕνα παιδάκι, εἶναι ὅτι ἡ ζωή δέν εἶναι μιά δεδομένη κατάσταση. (Ἤ ὅπως ἔλεγε ὁ θυμόσοφος καθηγητής τῆς μαιευτικῆς Διονύσης Ἀραβαντινός, ὅτι ἀπό τήν στιγμή πού γεννιόμαστε εἶναι προγραμματισμένο νά πεθάνουμε.) Ὅτι ὁ μπαμπάς του ἤ ἡ μαμά του εἶναι δυνατόν κάποια μέρα νά φύγουν ἀνεπιστρεπτί κι αὐτό νά ὀρφανέψη. Ὅποτε τοῦ ἔλεγαν, γιά νά τό παρηγορήσουν, ὅτι ὑπάρχει μιά μετά θάνατον ζωή στόν οὐρανό, τήν ὁποίαν ρυθμίζουν οἱ ἄγγελοι, μιά τυπική ἀντίδραση τοῦ μικροῦ εἶναι νά δεθῆ ὅλη ἡ οἰκογένεια μέ ἕναν σπάγγο, ὥστε ἄν τραβήξη ἕνα μέλος της ὁ ἄγγελος, νά ἀνεβοῦν καί τά ὑπόλοιπα μαζί στόν οὐρανό.
*
 *
Τό προσδόκιμον τῆς ζωῆς ἔχει φθάσει διευρωπαϊκά τά 87 καί συνεχῶς αὐξάνει. Στά ἀγγελτήρια τῶν κηδειῶν εἶναι πολλοί πού διαβάζουμε ὅτι εἶχαν ὑπερβῆ τά 90. Γι’αὐτους χρησιμοποιοῦνταν ἄλλοτε εἰρωνικά ἡ ἔκφραση "κορακοζώητος", διότι τό κοράκι πιστεύεται (ἐσφαλμένα) ὅτι εἶναι τό πιό μακρόβιο πουλί. Ἡ ὑπέρβαση τῶν 100 ἐτῶν ἦταν ἄλλοτε ἡ πολύ σπάνια ἐξαίρεση. Τείνει τώρα νά γίνη ὁ κανόνας. Τήν προηγούμενη χρονιά πέθαναν στήν χώρα μας τρεῖς σοφοί, πού εἶχαν ὑπερβῆ τά 100. Ὁ Σακελλαρίου, ὁ Μητσόπουλος καί ὁ Κριαρᾶς. Ὁ τελευταῖος στά 108. Ὁ Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος, ὁ διαπρεπής καθηγητής τῆς φιλοσοφίας τοῦ δικαίου, πού ἔκλεισε αὐτές τίς ἡμέρες τά 103, ἐξακολουθεῖ νά γράφει μέ ἐξαιρετική σαφήνεια γιά τά νομικά καί τά ἐθνικά μας ζητήματα, πού τόν ἀπασχολοῦν. Διάβασα σέ ἀξιόπιστη ἐφημερίδα γιά ἕναν κάτοικο τῆς Ἀκράτας 103 ἐτῶν πού ἐξακολουθεῖ νά κολυμπᾶ ὁλοχρονίς καί νά ἀνανεώνει τήν ἄδεια ὁδήγησης.
Καί παίρνω γιά παράδειγμα τήν ἀτομική μου περίπτωση. Διανύω τό 87ο, πρᾶγμα πού δέν εἶχε συμβῆ ποτέ πρίν στήν οἰκογένειά μου. Ὁ πατέρας μου, πού ἦταν ὁ μακροβιότερος πρίν ἀπό ἐμένα ἀπό δικούς μου, πέθανε πρίν φτάση τά 80. Τόν κινοῦσαν σέ μιά πολυθρόνα γιατί δέν μποροῦσε πιά νά βαδίση καί σκεπτόταν μέ δυσκολία. Ἐγώ σήμερα, 40 χρόνια ἀργότερα, κάνω καθημερινῶς πολλούς ποδαρόδρομους καί ἐλπίζω νά συμφωνεῖς, φίλε ἀναγνώστη, ὅτι δέν ἔχει φυράνει τό μυαλό μου.
*
 *
Ὁ θεατρικός συγγραφέας καί δοκιμιογράφος Bernard Shaw, πού θαυμάστηκε γιά τό σπινθηροβόλο πνεῦμα του περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον στόν 20ο αἰώνα, ὅταν ἔληξε ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ἦταν ἀπελπισμένος γιά τήν ἀνθρωποσφαγή πού εἶχε συμβεῖ. Θά ἔπρεπε, σκέφθηκε, νά καλυφθῆ τό κενό μέ τήν παράταση τῆς ζωῆς τῶν ἐπιβιωσάντων. Ἔγραψε λοιπόν ἕνα χαριτωμένο θεατρικό ἔργο, ἐπιγραφόμενο «Ἐπιστροφή στόν Μαθουσάλα», στό ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι ἐπιτυγχάνουν νά παρατείνουν συνεχῶς τό ὅριο τῆς ζωῆς. Τελικά ὁ θάνατος καταργεῖται!
Τό ἀστειάκι εἶναι ἐφιαλτικό. Ἄν δέν πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι, δέν θά ὑπῆρχε χῶρος στόν πλανήτη μας οὔτε γιά νά ζοῦν ὄρθιοι.
*
 *
Στήν πραγματικότητα τείνουμε σέ ἕναν μέσο ὅρο ζωῆς 200 ἐτῶν. Ἀναμένεται ὅτι θά ἀνέβη στά 250. Ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει πώς θά γίνουμε ἀπρόσβλητοι ἀπό ἀρρώστειες καί ἀπό ἀτυχήματα. Γιά τήν διατήρηση στήν ζωή τοῦ γερασμένου πληθυσμοῦ τῆς γῆς, πού θά εἶναι καί τό μεγαλύτερο, θά χρειάζεται ἀπό τό ἄλλο, τό μικρότερο, νά διαθέτει πολύν μόχθο καί μεγάλο ποσοστό τοῦ κοινωνικοῦ προϊόντος. Εἶναι μεγάλη σκλαβιά νά παραστέκεσαι 24 ὧρες τό μερόνυχτο ἕναν ἄνθρωπο πού δέν μπορεῖ νά ὁρίζη τά πόδια, τά χέρια καί τό πεπτικό του σύστημα.
Ἡ μακροζωϊα θά ἔχει ἕνα βαρύ ἐπιτίμιο.
*
 *
Ὁ τολμηρός καί πολυδιάστατος γάλλος διανοητής Albert Camus ἔγραψε τό 1942 ἕνα μακροσκελές δοκίμιο γιά τήν ματαιότητα τοῦ ζῆν. Ἡ θέση του εἶναι ὅτι οἱ ὅποιες ἱκανοποιήσεις καί χαρές προσφέρει δέν ἰσοσταθμίζουν τίς ἀρνητικές πλευρές της. Ἐπικαλεῖται πρός στήριξη τῶν ἐπιχειρημάτων του φιλοσόφους, ποιητές καί ἱστορικούς ἀπό τήν ἀπώτερη ἑλληνική ἀρχαιότητα μέχρι τῶν ἡμερῶν πού ἔγραψε τό δοκίμιο του, τό ὁποῖο τιτλοφόρησε "Ὁ μῦθος τοῦ Σισύφου".
Ὁ Σίσυφος δανεισμένος ἀπό τήν ἑλληνική μυθολογία, εἶναι ἕνας πολύ σοφός ἄνθρωπος, πού ζηλεύοντας οἱ θεοί τήν πνευματική του ἰσχύ τόν καταδίκασαν νά ἀνεβάζει ἕναν ὀγκώδη λίθο (τό προϊόν τοῦ μυαλοῦ του) σέ ἕνα βουνό μέ μυτερή κορυφή, πού ὅταν τήν ἔφθανε τό βάρος τοῦ λίθου τόν ἔκανε νά κατρακυλίση ἀπό τήν ἄλλη πλευρά καί ὁ Σίσυφος ἔπρεπε νά τόν κουβαλήση ξανά στήν κορυφή καί ἡ μάταιη προσπάθεια ἐπαναλαμβανόταν στό διηνεκές.
 Camus ἀνοίγει τό δοκίμιο του μέ τήν φράσεις «Δέν ὑπάρχει παρά ἕνα ἀληθινά σοβαρό φιλοσοφικό πρόβλημα: ἡ αὐτοκτονία. Τό νά κρίνης ἄν ἡ ζωή ἀξίζει ἤ δέν ἀξίζει τόν μόχθο νά ζήσης, εἶναι νά ἀποκριθῆς στό βασικό ἐρώτημα τῆς φιλοσοφίας.»
*
 *
Στήν ἀρχαία Κέα ἄφηναν ἐλεύθερους τούς γέρους καί τίς γρηές πού ὑπερέβαιναν τά 70 καί ἡ παραμονή τους στήν ζωή τούς εἶχε γίνει βάρος, νά αὐτοκτονήσουν ἐάν ἤθελαν, πίνοντας κώνειο. Ὁ θεσμός αὐτός ὀνομάστηκε Κεῖον Νόμιμον, διότι νομιμοποίησε τήν ὑποβοήθηση τοῦ ἐθελούσιου θανάτου ἑνός προσώπου μεγάλης ἡλικίας, πού δέν ἤθελε πιά νά ζεῖ. Διατηρήθηκε μέχρι τούς χρόνους τῆς ρωμαιοκρατίας καί πιθανώτατα καταργήθηκε διότι οἱ Ρωμαῖοι εἶχαν ἐμποτισθῆ ἀπό τήν ἰουδαϊκή ἀντίληψη, ὅτι ἡ αὐτοκτονία ἀποτελεῖ ἁμάρτημα. Ἐμεῖς εἴτε διότι εἴμαστε ἀναθρεμμένοι στήν ἰουδαϊκή θρησκευτική παράδοση, εἴτε διότι φοβόμαστε τόν ποινικό νόμο πού ἀπαγορεύει τήν ὑποβοήθηση σέ αὐτοκτονία, εἴτε γιά νά μήν μπλέξουμε μέ τά προβλήματα τῆς πρόωρης διανομῆς τῆς κληρονομίας, ἀποκρούομε ἕναν θεσμό ὅπως τό Κεῖον Νόμιμον. Ἔτσι ἐμποδίζουμε ἀνθρώπους πού ἡ ζωή τους ἔχει γίνει μαρτυρική, νά θέσουν οἱ ἴδιοι τέλος στά βασανιστήριά τους.
Κ.Ν.


21 February 2015

Ο δωδεκάλογος της κωλοτούμπας

  1. Το μνημόνιο όχι απλώς δεν σκίσθηκε ή καταργήθηκε με νόμο μ' ένα άρθρο, αλλά παρατάθηκε έως τον Ιούνιο, αλλά (φτου κακά!) δεν το λέμε πλέον μνημόνιο
  2. Η Τρόικα συνεχίζει το έργο της, αλλά μετακόμισε στις Βρυξέλλες και (τζιζ!) δεν τη λέμε πλέον Τρόικα.
  3. Το χρέος είναι πλέον βιώσιμο, κατά Βαρουφάκη
  4. Αναγνωρίσαμε τα πλεονάσματα
  5. Τα λεφτά απ' το ΤΧΣ, που θα δίναμε στους φτωχούς κι αδύναμους, μετανάστευσαν στις Βρυξέλλες, ακριβώς, για να μη βάλει χέρι η Κυβέρνηση
  6. Πήγαμε για μαλλί και βγήκαμε ακούρευτοι, γιατί ανακαλύψαμε ότι δεν χρειάζεται κούρεμα το χρέος μας.
  7. Δεσμευθήκαμε ότι δεν θα προβούμε σε μονομερείς ενέργειες και δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε ένα βήμα, χωρίς την έγκριση των εταίρων μας
  8. Δεσμευθήκαμε (πολύ σωστά) ότι θα τηρήσουμε τις υποχρεώσεις μας, παραδεχόμενοι τη συνέχεια του Κράτους κι ότι η ανάδειξη μιας νέας κυβέρνησης από εκλογές οποιασδήποτε χώρας είναι αδιανόητο να αποτελεί πρόσχημα για την αλλαγή των κανόνων, που διέπουν τη «συμβίωση» 189 χωρών.
  9. Δεν θα πάρουμε ούτε σεντ μέχρι τον Απρίλιο, εάν κι εφ' όσον ολοκληρωθεί θετικά η αξιολόγηση. Μέχρι τότε, κινδυνεύουμε σοβαρά να μείνουμε από. «καύσιμα»
  10. Η κυβέρνηση «αποκατέστησε» (λέει) την εμπιστοσύνη, που η ίδια είχε υπονομεύσει με μαξιμαλιστικές απαιτήσεις, τσαμπουκάδες, κασκόλ, οιηματική αντιμετώπιση των εταίρων, ύβρεις και οργάνωση «λαϊκής συμπαράστασης» 10.000 νοματαίων.
  11. Χάσαμε ακόμη και τους φυσικούς εν δυνάμει συμμάχους μας, την Ισπανία και την Πορτογαλία, αποδεικνύοντας ότι το «Μέτωπο του Νότου» ήταν άλλη μια ΣΥΡΙΖΑΙΑ φαντασίωση.
  12. Και όλα αυτά τα καταφέραμε με ψηλά το κεφάλι, όρθιοι και περήφανοι!






18 February 2015

Η ευγενής μας τύφλωση

του Θοδωρή Γεωργακόπουλου, Καθημερινή, 6/2/2015

Το 1893 τα πράγματα στην Ελλάδα ήτανε σκούρα. Μετά από δεκαετίες συσσώρευσης υπέρογκων δανείων και σπατάλης, το κράτος βρισκόταν στα όρια της κατάρρευσης. Λεφτά στο ταμείο δεν υπήρχαν. Η μόνη ελπίδα ήταν ένα νέο, ιλιγγιώδες δάνειο από τους Άγγλους (με τοκογλυφικούς όρους) το οποίο ο βασιλιάς αρνήθηκε να υπογράψει. Έτσι, το Δεκέμβριο ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης εμφανίστηκε στη Βουλή (όχι στο Καστελόριζο), και ανακοίνωσε στο έθνος ότι, δυστυχώς, επτωχεύσαμεν. Η χώρα μπήκε σε μια οικονομική επιτήρηση από τους πιστωτές της, η οποία πάντως ήταν χαλαρού χαρακτήρα, καθώς αυτοί δεν μπορούσαν να επιβάλλουν πολιτικές προτάσεις στο εσωτερικό της χώρας. Δεν ήταν κανονικό “μνημόνιο”. Αντ’ αυτού, ο Τρικούπης πρότεινε μια σειρά από διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στο κράτος για την περιστολή των δαπανών, οι οποίες ήταν υψηλές (ειδικά στο θέμα της συντήρησης ενός μεγάλου αλλά αναποτελεσματικού στρατού, που ήταν ο ορισμός αυτού που αποκαλούμε σήμερα “δημόσιο”). 
Βεβαίως, ο λαός -και κυρίως συγκεκριμένες ομάδες αυτού, όπως για παράδειγμα ο στρατός- είχε άλλη άποψη. Οι μεταρρυθμίσεις και η περιστολή των δαπανών δεν είναι ελκυστική πλατφόρμα, είναι ασαφής, ακατανόητη, δυσάρεστη και ξεβολεύει. Αξιωματικοί του στρατού έστησαν μια οργάνωση που ονομαζόταν Εθνική Εταιρεία, και άρχισαν να υποδαυλίζουν το εθνικιστικό-αλυτρωτικό πνεύμα του πλήθους, μορφοποιώντας μια εντελώς διαφορετική αντίδραση στην κρίση. Η ιδέα τους ήταν η εξής: Αντί για μεταρρυθμίσεις και μείωση των δαπανών (και άρα των μισθών τους), η Ελλάς έπρεπε να κάνει κάτι άλλο, να επιστρατεύσει μια μαγική, εύκολη και σχεδόν ανώδυνη λύση, η οποία θα επέστρεφε τη χώρα στην ευημερία. Όχι, δεν θα έσκιζαν τα μνημόνια ούτε θα εκβίαζαν τους δανειστές. Ήταν πιο άγριες εποχές. Ο λαός ζητούσε αίμα: Έναν επεκτατικό πόλεμο κατά της Τουρκίας, με αφορμή το θέμα της ανεξαρτησίας της Κρήτης. Έτσι θα λύνονταν όλα.
Η ιδέα ήταν τόσο παλαβή, σα να λες ότι μας ψεκάζουν τα αεροπλάνα, που έπιασε στα μυαλά και τις ψυχές του λαού, του αγανακτισμένου από την οικονομική κρίση. Οι διαδηλώσεις ήταν συχνές, ο κόσμος ξεχυνόταν στους δρόμους και απαιτούσε πόλεμο. Κι η αντιπολίτευση του επιρρεπούς στο λαϊκισμό Θόδωρου Δηλιγιάννη εισέπραξε την αγανάκτηση του λαού και την υιοθέτησε όλη. Στις εκλογές του 1895 ο Τρικούπης κατατροπώθηκε -δεν κατόρθωσε ούτε καν να εκλεγεί ο ίδιος βουλευτής- και ο αλυτρωτικός λαϊκισμός θριάμβευσε. Δύο χρόνια αργότερα, μετά από ασφυκτικές πιέσεις της ακόμα πιο λαϊκιστικής αντιπολίτευσης και συνεχείς εκδηλώσεις αγανάκτησης στους δρόμους, η Ελλάδα επιτέθηκε στην Τουρκία. 
Ο πόλεμος ήταν σύντομος και σχετικά αναίμακτος. Κράτησε τριάντα ημέρες, και σταμάτησε μόνο όταν επενέβησαν οι ξένοι και σταμάτησαν τον τουρκικό στρατό που προέλαυνε στο κατόπι των υποχωρούντων Ελλήνων στο ύψος της Λαμίας. Η τραγελαφική ήττα φόρτωσε την Ελλάδα με επιπλέον χρέος (πολεμικές αποζημιώσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) και μιαν αναπόφευκτη Διεθνή Οικονομική Επιτροπή, που έστησαν η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία (τρόικα!) η οποία επόπτευε τα οικονομικά μας, αξιολογούσε τις κρατικές υπηρεσίες και εισέπραττε κατευθείαν έσοδα κρατικών επιχειρήσεων και φόρους. Μας κατσικώθηκε για ογδόντα χρόνια αυτό το πράγμα, είχε γραφεία κανονικά στην Πατριάρχου Ιωακείμ. Μόλις το 1978 σταματήσαμε να την πληρώνουμε.
Και, φυσικά, μετά την πτώχευση, το λαϊκισμό, τη σφαλιάρα και την τρόικα, τα πράγματα πήγαν ακόμα χειρότερα. Ακολούθησαν ο “εθνικός διχασμός”, η γελοιότητα Ελλήνων να πολεμούν και με τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, η Μικρασιατική καταστροφή και, τελικά, το 1932, το αναπόφευκτο: Πτωχεύσαμε πάλι.
Γιατί δε μάθαμε τίποτα από την πτώχευση και την ήττα του 1897; Τι ερώτηση είναι αυτή. Μα δεν κάναμε τίποτε λάθος. Πριν περάσει λίγος καιρός από την ήττα, η αφήγηση που σχηματοποιήθηκε ήταν σαφής: Φταίγαν οι ξένοι. Δεν φταίγαμε εμείς που, αντί να κάτσουμε να φτιάξουμε το πτωχευμένο μας κράτος, πήγαμε να πάρουμε την Πόλη. Φταίγαν οι ξένοι. Που δεν ήρθαν να μας σταματήσουν. Επίτηδες μας άφησαν να χάσουμε, λέγαν οι πρόγονοί μας, επειδή ήθελαν να μας επιβάλουν την τρόικα για να πάρουν πίσω τα λεφτά τους από την πτώχευση του 1893 και να μας υποδουλώσουνε. Ένα βιβλίο του ιστορικού Γιάννη Γιανουλόπουλου που περιγράφει γλαφυρά την ιστορία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από τα προεόρτια του 1897 μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή έχει τίτλο “Η ευγενής μας τύφλωσις” (εκδόσεις Βιβλιόραμα). Ο τίτλος αναφέρεται σε δημοσίευμα της εφημερίδας “Σάλπιγξ” της Λεμεσσού που, στις 14 Ιουνίου του 1897, κατακεραύνωνε την “εκπορνευθείσα υπό του συμφέροντος Ευρώπην” επειδή δεν επενέβη για να σταματήσει την Ελλάδα, παρ’ όλο που έβλεπε “πού θα έφερεν το Ελληνικόν Έθνος η ευγενής του τύφλωσις”.
Σήμερα μόνο χολερικοί μισάνθρωποι, από αυτούς που ευδοκιμούν στο Twitter, εύχονται να “χάσει” στις τρέχουσες και κρίσιμες διαπραγματεύσεις η κυβέρνησή μας, να πολτοποιήσει η Μέρκελ το Βαρουφάκη, να στραγγαλίσει τις τράπεζές μας η ΕΚΤ και άλλες τέτοιες καταστροφές. Κανένας Έλληνας δεν ήθελε να χάσουμε και το 1897. Και τότε, όμως, όπως και τώρα, τόσο οι ψηφοφόροι όσο και το πολιτικό μας προσωπικό φαίνεται να αντιδρούν σε μια δύσκολη και περίπλοκη κατάσταση με τον ίδιο τρόπο: Υπακούοντας στο συναίσθημα και πετώντας την μπάλα στην εξέδρα. Σήμερα, αν εξαιρέσουμε τους νεοναζί και κάτι άλλους παλαβούς και ψεκασμένους, δεν υπάρχουν αλυτρωτικά όνειρα και επιθετικές ονειρώξεις, έχουμε εξελιχθεί λίγο, τα ακούμε αυτά και μας φαίνονται κάπως πρωτόγονα και παλιακά. 
Αλλά φανταστείτε τους ανθρώπους του 2110, που θα διαβάζουν τα δικά μας τα καμώματα. Τι θα βλέπουν; Τι θα καταλαβαίνουν; Τι άλλο παρά την διαχρονική μας αφοσίωση στο λαϊκισμό, την αλλεργία στις μεταρρυθμίσεις, την ανυπακοή στη λογική η το κοινό, πολύπλοκο συμφέρον, και την παράλογη πίστη στα πάντα διαθέσιμα, απλόχερα προσφερόμενα από υποψήφιους κυβερνήτες εύκολα, μαγικά όνειρα. Αυτοί εδώ θα διαπραγματευτούν καλύτερα από τους προηγούμενους, κι αν πετύχουν επιμήκυνση ενός χρέους που ούτως ή άλλως δεν πληρώνεται και ένα μνημόνιο με άλλο όνομα, όλα καλά θα είναι, θα επιτρέψουμε μαγικά στην Ελλάδα του 2009, ή στην Ελλάδα του 1931, ή στην Ελλάδα του 1892, όλα καλά, με αξιοπρέπεια και την μπάλα στην εξέδρα, κι άμα δε γίνει, θα φταίνε οι ξένοι. 
Αλλά δεν θα είναι όλα καλά. Γιατί καμία από εκείνες τις Ελλάδες δεν είχε θεσμούς που να λειτουργούν, πολίτες που να τους σέβονται, νόμους που να εφαρμόζονται. Αυτά είναι πράγματα δύσκολα, χρειάζονται μεταρρυθμίσεις συγκεκριμένες μα ραγδαίες, με κόστος. Κι είναι απαραίτητες, αν πρέπει κάποτε να σπάσει ο κύκλος και να σταματήσουμε να καταρρέουμε κάθε λίγες δεκαετίες. Εδώ κανένας δεν τις υπόσχεται, κανείς δεν τις συζητάει, κι όποιος τολμά να προσπαθήσει έχει την τύχη του Τρικούπη, γιατί τέτοιοι στόχοι δεν επιτυγχάνονται για λογαριασμό ενός λαού που έχει συνηθίσει, αιώνες τώρα, να πιστεύει και να επιβραβεύει μόνο τα εύκολα, τα φιλόδοξα, τα συναισθηματικά και τα χαρούμενα, αναβάλλοντας τα δύσκολα μα απαραίτητα στο διηνεκές και, αναπόφευκτα, χρεοκοπώντας έτσι αλλεπάλληλα, ξανά και ξανά, πάντα αθώος, πάντα ενάρετος και αγανακτισμένος, πάντα κατά φαντασία προδομένος από εχθρούς ξένους, μα και πάντα προδομένος από την πραγματική, διαχρονική και ολέθρια ευγενή του τύφλωση.