Showing posts with label προσωπικά. Show all posts
Showing posts with label προσωπικά. Show all posts

20 December 2015

Ο αναστημένος

του Σ.Φρ. 
Ο Λάμπης είχε ένα μόνιμο καημό που τον βάραινε όλο και περισσότερο. Αφότου πέθανε η αγαπημένη μητέρα του, εδώ και 5-6 χρόνια, δεν ξαναπήγε στον τάφο της, έτσι τυπικά, όπως πάνε όλοι στον τάφο των γονέων. Ο λόγος ήταν απλός και ανθρώπινος: δεν άντεχε την ατμόσφαιρα του νεκροταφείου, τον ενοχλούσαν οι παπάδες, οι ψαλμωδίες και οι καπνοί από το λιβάνι· πες παιδικό απωθημένο, πες ενδόμυχος φόβος για το θάνατο και τα συναφή…
Έπρεπε όμως κάποτε να ξεπεράσει τις αναστολές του και να πάει με κάποια αφορμή στον τάφο, να αποθέσει λίγα λουλούδια, να σταυροκοπηθεί στη μνήμη τους και ό,τι συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις· τον πίεζε η σύζυγος, τον πίεζε και η αδελφή του. «Μας μεγάλωσαν τόσο καλά οι γονείς μας, μας άφησαν περιουσία, ούτε ένα λουλούδι να μην τους πάμε;», έλεγε η αδελφή που δεν ήθελε να πάει μόνη… 
Δίκιο είχαν και κάποια μέρα το αποφάσισε ο Λάμπης! Μεγάλη Παρασκευή ήταν και όλοι πήγαιναν να επισκεφτούν τους τάφους των συγγενών και φίλων. Θα έχει και κόσμο,  σκέφτηκε, δεν θα είμαστε μόνοι εκεί.
Στο νεκροταφείο που βρίσκονταν οι παππούδες, θείοι και οι γονείς του Λάμπη είχε η οικογένεια εδώ και πολλές δεκαετίες ιδιόκτητο τάφο, σαν μικρό πύργο ντυμένο με λευκά μάρμαρα. «Οίκος οικογένειας Κ.» έγραφε απ’ έξω και έμπαινες στο εσωτερικό του από ένα σιδερένιο πορτάκι, όπου ο μικρός διάδρομος είχε δεξιά κι αριστερά από τρία «ράφια», στα οποία είχαν τοποθετηθεί τα φέρετρα των μακαριτών. Κάπου στο βάθος υπήρχε και ένα οστεοφυλάκιο.
Πήγαν λοιπόν ο Λάμπης με την αδελφή του, με επίσημα σκούρα ρούχα, λευκά λουλούδια στα χέρια ο Λάμπης, η αδελφή με ένα λιβανιστήρι, λιβάνια, καρβουνάκια κ.λπ. στο χέρι. Καθάρισαν πρόχειρα το χώρο, άναψε η αδελφή τα λιβάνια και κοίταξε δεξιά-αριστερά να βρει κάποιον παπά, να ψάλλει ένα τρισάγιο. Περιέργως όμως δεν υπήρχε κόσμος εκείνη τη μέρα στο νεκροταφείο και παπάς δεν φαινόταν πουθενά.
Λέει η αδελφή, θα πεταχτώ μέχρι τα γραφεία να βρω έναν παπά, περίμενε εσύ εδώ, μην μας πάρουν το λιβανιστήρι. Τι να κάνει, περίμενε ο Λάμπης και άρχισε να πηγαινοέρχεται νευρικά.
Κάπου εκεί, άρχισε να ψιχαλίζει και η αδελφή αργούσε. Απρίλιος μήνας ήταν, ο καιρός ευμετάβλητος, οπότε δεν ήταν παράξενο να ρίξει καμιά ψιχάλα. Όμως οι ψιχάλες μεγάλωσαν και έγιναν σταγόνες. Σε λίγο μιλούσες για κανονική βροχή. Ο Λάμπης άρχισε να μουσκεύει και σκέφτηκε να μπει μέσα στο στεγασμένο μνήμα, μαζί με τα σύνεργα που είχε αφήσει η αδελφή του.
Μπαίνει μέσα και άρχισε να κοιτάζει κλεφτά από τη μισάνοιχτη πόρτα, μήπως φανεί η αδελφή με τον παπά, αλλά τίποτα· ήταν και ψηλός και δεν στεκόταν άνετα με το χαμηλό ταβάνι. Η βροχή είχε όμως δυναμώσει και άρχισαν να μπαίνουν νερά από την πόρτα στο δάπεδο. Βρε ατυχία, καλά έλεγα να μην έρθω, σκεφτόταν, τι να κάνει τώρα; Κλείνει την πόρτα για να εμποδίσει τα νερά, αλλά τότε δεν έβλεπε και θα τον έχανε η αδελφή, όποτε ερχόταν.
Κάποια στιγμή σκέφτηκε ότι δεν είναι δυνατόν να περιμένει άλλο, θα παγιδευτεί εκεί μέσα με τα νερά. Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει έξω για να πάει να ψάξει την αδελφή του. Μπροστά του πέρναγαν εκείνη τη στιγμή δύο μαυροφορεμένες κυρίες, κάτω από μια ομπρέλα. Με το που πετάγεται έξω ο Λάμπης, φωνάζει η μία «Χριστός και Παναγία!», γλιστράει στα νερά και πέφτει στις λάσπες. Η δεύτερη κρατήθηκε μεν όρθια, αλλά οπισθοχώρησε και κρύφτηκε πίσω από την ομπρέλα της.
«Αμάν πού έμπλεξα», μονολόγησε ο Λάμπης, πάει να βοηθήσει την πεσμένη και κάνει να την σηκώσει. Το φουστάνι της ήταν γεμάτο λάσπες, πόδια και παπούτσια επίσης λασπωμένα. Σκύβει να την σηκώσει ο Λάμπης, ουρλιάζει αυτή, «Όχι, όχι, φύγε, μην μ’ αγγίζεις!»
— «Να σας βοηθήσω κυρία μου», λέει και κάνει πάλι να την πιάσει.
— «Όχι όχι, άσε με, καταραμένε!», και σέρνεται πεσμένη στο έδαφος, κάνοντας προσπάθεια να απομακρυνθεί πάνω στις λάσπες.
Πάνω εκεί επιστρέφει η αδελφή του, κρατούσε και την ομπρέλα που είχε διπλωμένη στην τσάντα της.
— «Τί έγινε Λάμπη, τι έπαθε η κυρία;» ρωτάει τον αδελφό της.
— «Δεν ξέρω, έπεσε και δεν θέλει να την βοηθήσω».
Κάνει και η αδελφή μια προσπάθεια να βοηθήσει την πεσμένη κυρία, αλλά αυτή αντιδρούσε υστερικά με φωνές και τινάγματα των χεριών. Η δεύτερη κυρία βρήκε ευκαιρία εντωμεταξύ και είχε φύγει μακριά.
Τι να κάνουν, κλειδώνει ο Λάμπης το πορτάκι στο μνήμα και κάνει με το βλέμμα μια κίνηση στην αδελφή του για να φύγουν. Η πεσμένη στο έδαφος σερνόταν στα τέσσερα στην αντίθετη κατεύθυνση.
Λέει στην αδελφή του ο Λάμπης, «Τώρα κατάλαβα τι συνέβη. Πετάχτηκα από το μνήμα να έρθω να σε βρω και φοβήθηκαν αυτές, έτσι που με είδαν ξαφνικά. Θα φαντάστηκαν ότι είμαι κανένας πεθαμένος που αναστήθηκε…» 
Βάλανε τα γέλια και προχώρησαν στην έξοδο. «Άντε αναστημένε, ατυχήσαμε», λέει η αδελφή, «πάμε να φύγουμε! Έτσι κι αλλιώς ο παπάς υπηρεσίας είναι άρρωστος κι εδώ αναστατώσαμε τις προληπτικές κυρίες!» 


27 October 2014

Κατασκευή αγίων για να ζεσταθεί το παγκάρι...

Από την ιστορική βιβλιογραφία (Cyril Mango, Bautz Kirchenlexikon κ.ά.) προκύπτουν τα ακόλουθα για τον λεγόμενο "άγιο" Δημήτριο: Ήταν μία ακόμα ομιχλώδης εκκλησιαστική προσωπικότητα με αμφισβητούμενη ιστορική παρουσία. Υποτίθεται πως έπεσε θύμα διωγμού την εποχή του Διοκλητιανού ή του Μαξιμίνου Β' Ντάια. Ήταν γιος εύπορης ρωμαϊκής οικογένειας και αρχικά δεν είχε καμιά σχέση με τη Θεσσαλονίκη αλλά με το Σίρμιο, τη σημερινή πόλη Μητροβίτσα της Σερβίας. Πρώτα γραπτά με το όνομά του εμφανίζονται το 10ο αιώνα μ.Χ., έξι αιώνες μετά τον θρυλούμενο βίαιο θάνατό του. Τυχόν προγενέστερα, αν υπήρξαν, ίσως να είχαν καταστραφεί κατά τις εικονομαχίες...

Περί το έτος 442 η πρωτεύουσα του Ιλλυρικού μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, γιατί κατέλαβαν «βάρβαροι» το Σίρμιο. Έτσι μετανάστευσε και η λατρεία του Δημητρίου, ο οποίος έγινε πλέον Θεσσαλονικιός με εκκλησία προς τιμήν του κ.λπ. — περίπου όπως μεταφέρθηκε η Παναγία Σουμελά από τον Πόντο στο ελλαδικό Βέρμιο.  

Με τον καιρό αποκρύφτηκε και ξεχάστηκε η απουσία λειψάνων τού "αγίου", αφού τον 7ο αι. δεν είχαν ανακαλυφτεί ακόμη. Κάποια εποχή εμφανίστηκε όμως ένας τάφος, ο οποίος κατασκευάστηκε με ένα σύστημα σωλήνων ώστε να τροφοδοτείται και να αναβλύζει απ' αυτόν μύρο. Με αυτό τον τρόπο απέκτησε ο μετανάστης "άγιος" τον επίζηλο μεταξύ αγίων τίτλο του μυροβλήτη.

Αφού μεταμορφώθηκε από τους αγιογράφους από κατσαρομάλλη διάκο σε στρατιωτικό, ο Δημήτριος αξιοποιήθηκε επανειλημμένα για την υπεράσπιση της "αγαπημένης πόλης του", την οποία δεν είχε γνωρίσει και στην οποία τον είχαν μετακομίσει οι κληρικοί. Δεν είναι καθόλου περίεργο ότι στις εικονογραφήσεις ο στρατιωτικός πλέον άγιος λογχίζει από το άλογο έναν πεζοπόρο Έλληνα πολεμιστή...

Το σχολικό βιβλίο Ιστορίας αναφέρει ότι σε μια πολιορκία της Θεσ/νίκης από τους Σέρβους, ο "άγιος" κατατρόπωσε τους -επίσης χριστιανούς ορθοδόξους- εχθρούς, έλυσε την πολιορκία και έσωσε την πόλη. Χωρίς να το έχω ψάξει, είμαι βέβαιος ότι οι Σέρβοι θα έχουν άλλους εθνικούς αγίους, οι οποίοι υποστηρίζουν τον λαό τους σε πολεμικές διενέξεις — περίπου όπως στον τρωικό πόλεμο που οι θεοί ήταν μοιρασμένοι, άλλοι θεοί υποστήριζαν τους Τρώες και άλλοι τους Αχαιούς...

Το 1207 εκατοντάδες χρόνια μετά το θάνατό του, σκότωσε ο Δημήτριος (άγιος, έτσι;) έξω από τα τείχη της Θεσ/νίκης τον τσάρο των Βουλγάρων Καλογιάννη-Iωαννίτση, ο οποίος ήταν κι αυτός ομόδοξος χριστιανός. Στην πραγματικότητα ο Καλογιάννης δολοφονήθηκε στον ύπνο του από ένα Κουμάνο αξιωματικό λόγω προσωπικών αντιδικιών. Ποιος απαγορεύει όμως να πήρε ο ίδιος ο "άγιος" τη μορφή του αξιωματικού και να εκτέλεσε το θεάρεστο έργο;; Ουδείς!

Έσωσε ποτέ ο Άγιος τη Θεσσαλονίκη; Ξέρουμε μόνο πότε
δεν την έσωσε, π.χ. 
δεν την έσωσε:

  • Το 300 μ.Χ. που την κατέλαβε ο Κωνστάντιος Χλωρός;
  • Το 404 που την κατέλαβαν οι Σαρακηνοί;
  • Το 914 που την ξαναπήραν οι Νεορωμαίοι;
  • Τον Αύγουστο του 1185 που την κατέλαβαν οι Νορμανδοί;
  • Τον Νοέμβριο 1185 που την ανακατέλαβαν οι Νεορωμαίοι;
  • Το 1204 που έπεσε στην κατοχή των Φράγκων;
  • Το 1224 που που την κατέλαβε η Επισκοπή της Ηπείρου;
  • Το 1246 που την ξανακατέλαβαν οι Νεορωμαίοι;
  • Το 1387 που την κατέλαβαν οι Οθωμανοί;
  • Το 1403 που την ξαναπήραν οι Νεορωμαίοι;
  • Το 1423 που την κατέλαβαν οι Βενετοί;
  • Τον Μάρτιο 1430 που την ξαναπήραν οι Οθωμανοί;
  • Τα 1478 χρόνια που έμεινε υπό Οθωμανική κατοχή;
  • Το 1908 που από Οθωμανική έγινε Νεοτουρκική;
  • Το 1916 που υποτάχθηκε στους Γάλλους;
  • Τον Αύγουστο του 1916 που πέρασε στον έλεγχο της Τριανδρίας;
  • Τον Αύγουστο του 1917 στη μεγάλη πυρκαγιά που κάηκαν 9.500 σπίτια και έμειναν άστεγα πάνω από ένα εκατομμύριο άτομα;
  • Τον Απρίλιο του 1941 που κατελήφθη από τους Γερμανούς;
  • Τον Ιούνιο του 1978 που συνέβη στη Θεσ/νίκη η μεγαλύτερη σεισμική δόνηση από το 1932, η οποία προκάλεσε συνολικά 49 θανάτους και 220 τραυματισμούς ανθρώπων, ενώ χιλιάδες έμειναν άστεγοι σε όλο τον νομό Θεσσαλονίκης;

Η μορφή του Δημήτριου χρησιμοποιείται ως σήμα για το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Εννοείται, ο "άγιος" δεν έχει καμιά σχέση, ούτε με τον Αριστοτέλη, ούτε με τις επιστήμες και τα γράμματα... Αν όμως αφαιρεθεί τώρα ο τίτλος "Αριστοτέλειο" από το πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης, θα τον οικειοποιηθούν οι καταραμένοι Σκοπιανοί και άντε μετά να κλαίγεσαι στους Ευρωπαίους και Αμερικάνους ότι σου έκλεψαν κι άλλο όνομα... Αν πάλι μπει η μορφή του Αριστοτέλη ως σήμα του πανεπιστημίου, το ορφανό σήμα του Δημήτριου μπορεί να το αρπάξει το πανεπιστήμιο της Μητροβίτσας (υπάρχει;;) και να μετονομαστεί αυτό σε Δημήτριο Πανεπιστήμιο Σίρμιου... Μπελάδες!


25 September 2014

Ο μηχανισμός του ρουσφετιού...

► Πριν από χρόνια πέθανε ένας πολύ γνωστός τέως υπουργός. Μου λέει ένας συνάδελφος, «Πρέπει να παραγγείλω στεφάνι, είχα συνεργαστεί μαζί του». Προσπαθούσα να τον αποτρέψω: «Θα στείλουν στην κηδεία πολλές δεκάδες ή εκατοντάδες στεφάνια, από Πρόεδρο της Δημοκρατίας και πρωθυπουργό, μέχρι την κομματική οργάνωση της Καρδιτσομαγούλας. Υπάρχει λόγος να ξοδέψεις κι εσύ 100-150 € χωρίς λόγο;» 
Ήταν ανένδοτος: «Είμαι βέβαιος ότι κάποιος από την οικογένεια θα καταγράψει τα στεφάνια και θα μαθευτεί αν έστειλα ή όχι. Πώς να ζητήσω στο μέλλον εξυπηρέτηση;;» (η οικογένεια του μακαρίτη έχει κι άλλα μέλη στην πολιτική).
► Συζητούσα προ ημερών με κάποιον σε μία ομάδα συζητήσεων του Internet. Του λέω: «Πληρώνεις δήθεν το φιλόπτωχο ταμείο, τους αγιασμούς και τα ευχέλαια, αλλά το χρήμα πάει στους παπάδες, οι οποίοι καλοπερνάνε με το χρήμα των πιστών!» 
Μου απαντάει: «Δεν μ' ενδιαφέρει, ο θεός σημειώνει ότι εγώ πλήρωσα και, όταν έρθει η μέρα της κρίσης, θα βρει ότι είμαι συνεπής και θα με βάλει στον παράδεισο...»
Αναρωτιέμαι ποια διαφορά υπάρχει στη ρουσφετολογική αντίληψη αυτών των δύο ανθρώπων για την «εξουσία», την οποία αντίληψη καλλιεργούν συστηματικά τόσο οι πολιτευτές, «Ψήφισέ με για να σε εξυπηρετήσω!», όσο και οι παπάδες: «Γράψε μας το διαμέρισμα για να σε δεχτεί ο θεός δίπλα του!». Οι προαναφερόμενοι συζητητές δεν είναι μεμονωμένοι, εκπροσωπούν πολλές εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια  συμπολίτες...

22 September 2014

Ό,τι πίνει ο πρόεδρος...

Συνάδελφος μηχανικός και εκπαιδευτικός μου διηγήθηκε προ μερικών ετών την εξής ιστορία:
Έμενε τότε στην Πολιτεία Κηφισιάς και πήγαινε μερικές Κυριακές με τη σύζυγο για γεύμα σε γνωστό εστιατόριο πολυτελείας εκείνης της περιοχής…
Κάποια Κυριακή, αρχές της δεκαετίας του '80, μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, μπαίνει στο εστιατόριο ο Ανδρέας Παπανδρέου με δύο κυρίες, ίσως συνεργάτριές του, άγνωστες στο φίλο μου. Κάθονται σε κάποιο τραπέζι και παραγγέλνουν. Φωνάζει ο φίλος το γκαρσόνι και του λέει ενθουσιασμένος, «Την καλύτερη σαμπάνια του καταλόγου από μένα στον πρόεδρο!»
Πηγαίνει το γκαρσόνι τη σαμπάνια στο τραπέζι του Ανδρέα, δείχνει πόθεν έρχεται η δωρεά, εκδηλώνονται με κινήσεις του κεφαλιού και ύψωση των ποτηριών ευχαριστίες, οπότε σηκώνεται ο φίλος και πάει στο τραπέζι του Ανδρέα, του εύχεται κι από κοντά καλή όρεξη και υγεία και του δηλώνει: «Πρόεδρε, η σαμπάνια για σας και την εκλεκτή παρέα σας από την Τ.Ο. του ΠΑΣΟΚ Πολιτείας».
Έκπληκτος ο Ανδρέας ρωτάει: «Μα υπάρχει οργάνωση του Κινήματος στην Πολιτεία;».
«Βεβαίως», απαντάει ο φίλος, «και γραμματέας της είμαι εγώ, Τάδε Ταδόπουλος, μηχανικός και καθηγητής!»
«Συγχαρητήρια, καλή επιτυχία…» κ.λπ. κ.λπ. Τα ίδια περίπου απαντάει και ο φίλος μου και, πηγαίνοντας πίσω στο τραπέζι, όπου έτρωγε ακόμα η σύζυγος, λέει στο γκαρσόνι: «Ό,τι πίνει ο πρόεδρος στο λογαριασμό μου!»
Δεν πέρασε πολλή ώρα και μπαίνουν στο μαγαζί 2-3 φίλοι του Ανδρέα με συζύγους – όλοι γνωστοί τραπεζικοί και επιχειρηματίες. Αρχίζουν τις σαμπάνιες, ίδιες με την ακριβή που παράγγειλε αρχικά ο φίλος –να μην ανακατέψουμε τα ξίδια, θα σκέφτηκε ο πρόεδρος-, εις υγείαν του προέδρου, της κυβέρνησης, του ΠΑΣΟΚ κ.ο.κ. Τον φίλο μου τον έζωσαν μαύρα φίδια, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια… 
Κάποια στιγμή, αποχωρεί η παρέα του προέδρου, κάνει νεύματα αποχαιρετισμού ο Ανδρέας προς τον φίλο μου και βγαίνουν όλοι έξω. Αμέσως έρχεται και ο λογαριασμός: σε σημερινά λεφτά μόνο οι σαμπάνιες κάπου 3.000 €. Περίπου 2 μηνιαίοι μισθοί εκείνης της εποχής… Ασπρίζει ο φίλος, αλλά τι να πει πάλι; Του τα ψέλνει χαμηλόφωνα και η γυναίκα του, οπότε φτάνει κοντά να σαλτάρει ο φίλος με τις αλαζονικές ανοησίες και την επίδειξη μεγαλείου που θέλησε να προβάλει.
Λέει λοιπόν στο γκαρσόνι, μένει εδώ η γυναίκα μου και πετάγομαι εγώ να φέρω λεφτά… Πάει στο σπίτι, αλλά πού να βρει κυριακάτικα λεφτά, πιστωτικές κάρτες και ΑΤΜ δεν υπήρχαν — τότε πληρωνόμασταν ακόμα με μετρητά στον τόπο εργασίας. Κάνει μια γύρα στους γείτονες στην πολυκατοικία, ήταν και φίλοι, μαζεύει το απαιτούμενο ποσό με δανεικά και επιστρέφει στο εστιατόριο για να πληρώσει.
Στους γείτονες δεν είπε, βέβαια, ότι χρεώθηκε επειδή κέρασε μια παρέα του Παπανδρέου τις ακριβότερες σαμπάνιες του καταλόγου — όλοι εκεί στην Πολιτεία ήταν Νεοδημοκράτες. Κάτι για συγγενή του που αρρώστησε αιφνίδια μουρμούρισε και τη Δευτέρα πήγε στην τράπεζα για μικρό δάνειο.

Οι μαγκιές πληρώνονται μετρητοίς, ενίοτε… 



10 September 2014

Κι αχ η Αγγλία μας η καημένη (*)

Όπως το διηγήθηκε ο πατέρας μου Γιώργος Φρ. (1904-1993) και το μαγνητοφώνησε η αδελφή μου το 1974

Στα έτη 1916-17 έγινε ο ναυτικός αποκλεισμός και ο βομβαρδισμός της Αθήνας από τους Αγγλογάλλους για να υποχρεωθεί ο φιλογερμανός βασιλιάς Κων/νος να αλλάξει συμμαχικό προσανατολισμό. Ο κόσμος είχε χωριστεί σε βενιζελικούς αγγλόφιλους και βασιλικούς γερμανόφιλους. Τότε έγινε και το "Ανάθεμα του Βενιζέλου" από τον αρχιεπίσκοπο Θεόκλητο στο Πεδίο του Άρεως. (Υπάρχουν περιγραφές στο Internet, ρίξτε μια ματιά με λέξεις αναζήτησης ναυτικός αποκλεισμός Αγγλογάλλων, ανάθεμα Βενιζέλου, όσοι δεν ξέρετε εκείνα τα γεγονότα)

Ο πατέρας μου ήταν τότε 12-13 ετών και η οικογένειά του ήταν μεν παραδοσιακά με τους παπάδες και τον βασιλιά, αλλά αγγλόφιλοι: υπήρχαν και τέτοιοι συνδυασμοί. 

Κάποια μέρα πιάνει φωτιά ένα γειτονικό σπίτι στου παππού μου στα Πατήσια και οι περίοικοι ειδοποίησαν με το μοναδικό τηλέφωνο της περιοχής την Πυροσβεστική (Ομόνοια). Το σπίτι που καιγόταν περιελάμβανε μάλιστα μια μεγάλη αποθήκη με κρεμμύδια που είχαν μαζευτεί από τα κτήματα των Πατησίων και όλη η περιοχή μύριζε εκείνες τις μέρες ψημένα κρεμμύδια! Μέχρι να φτάσει όμως η βοήθεια από την Πυροσβεστική είχε καεί το σπίτι και όλοι κλαίγανε για τον άτυχο ιδιοκτήτη που υπέστη τέτοια ζημιά. Μόνο που αποκαλύφθηκε αργότερα ότι επρόκειτο για εμπρησμό, ώστε να εισπραχθεί αποζημίωση από την ασφάλεια.

Κάποια στιγμή και πολύ καθυστερημένα ακούστηκαν επιτέλους τα καμπανάκια της Πυροσβεστικής (σειρήνες δεν υπήρχαν τότε) και οι χασομέρηδες τριγύρω άρχισαν να λένε μεταξύ τους "Ευτυχώς, έρχεται η αντλία!", "Έφτασε η αντλία!", όπως ονόμαζε ο κόσμος συνήθως το όχημα της Πυροσβεστικής. Ακούγοντας η γιαγιά τού πατέρα μου, η προγιαγιά μου δηλαδή, η οποία ήταν βαρήκοη, ότι έρχεται η "αντλία", κατάλαβε "Αγγλία". Έτσι, επιβεβαιωμένη πλέον για τις αγγλόφιλες πολιτικές προτιμήσεις της, ανακοίνωνε γύρω της με χαρά: «Είδατε που μας βοηθάει η Αγγλία; Ακόμα και στην πυρκαγιά έρχονται για να μας σώσουν!

(*) Τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη με τίτλο «Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι» από το θεατρικό έργο «Ένας Όμηρος».





12 August 2012

Εδώ που φτάσαμε…

του Στ.Γ. Φραγκόπουλου, Δρ.Μηχανικού, Καθηγητή

Η πιο συνηθισμένη κουβέντα που ακούω τελευταία στην πόλη είναι: «Γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που είμαστε!» Καθένας την κολλάει εκεί που τον βολεύει και όλοι βγαίνουν δικαιωμένοι και επιβεβαιωμένοι, όταν δεν γίνεται το «δικό τους»…

Πριν από μερικές εβδομάδες περίμενα μαζί με άλλους στο γκισέ μιας δημόσιας υπηρεσίας. Με πλησιάζει μια κυρία με μικρό παιδί στην αγκαλιά και με ρωτάει, «Ξέρετε κύριε πού είναι η οδός τάδε, με έστειλαν σε ένα γραφείο…» Πράγματι ήξερα! Της λέω θα βγείτε έξω και θα περπατήσετε στο δρόμο μπροστά προς τα δεξιά… Πάνω εκεί πετάγεται από πίσω στην ουρά κάποιος και άρχισε να δίνει δικές του εξηγήσεις…

Σταμάτησα εγώ να μιλάω, αφού υπήρχε άλλος πρόθυμος… Αλλά αυτός έδινε λάθος πληροφορίες και κάποιος του το επεσήμανε: «Όχι, δεν είναι εκεί… σωστά έλεγε ο κύριος!» (εγώ, δηλαδή). Ξανάρχεται η κυρία σε μένα και, πάνω που πάω να συνεχίσω, επεμβαίνει ο άλλος να δώσει τις δικές του πληροφορίες… Του λέω, «Μαζί θα μιλάμε τώρα;», για να τον αποτρέψω να παρέμβει κι ας έκανε μετά ό,τι ήθελε. Μου απαντάει λοιπόν αυτός με στόμφο: «Έτσι γίνεται, γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που είμαστε…»

Έμεινα κατάπληκτος, πώς μπορεί να «φτάσαμε εδώ που είμαστε» τη στιγμή που αυτός παρεμβαίνει και δίνει απρόσκλητα (λάθος) πληροφορίες. Εκτός αν θεωρούσε ότι επιβάλλεται να ακούσει η κυρία οπωσδήποτε την πληροφορία του, ώστε να μειωθεί το χρέος, να κάνει ο Γιωργάκης ή ο βενιζέλος αναδρομικά σωστές πολιτικές κινήσεις, να πέσουν τα επιτόκια κ.ο.κ.

Κάτι σχετικά του είπαν και οι άλλοι — όταν δεν έχεις δουλειά και περιμένεις στην ουρά, ασχολείσαι με τα συμβαίνοντα γύρω σου: «Έλα ρε φίλε, πετάγεσαι απρόσκλητος και σου φταίνε οι άλλοι μετά», και άλλα τέτοια. Μετά είδα ότι η κυρία, αφού άκουσε την υπόδειξή μου, ρώτησε και κάποιον άλλον στην έξοδο, μήπως και της είπα τίποτα λάθος εγώ… Έτσι είναι σωστό, πρέπει να διασταυρώνουμε, αφού συχνά δίνουμε και παίρνουμε εσφαλμένες πληροφορίες…

Νεότερη ευκαιρία για επιβεβαίωση του ερωτήματος «γιατί φτάσαμε εδώ που είμαστε;», δόθηκε σήμερα Κυριακή σε ένα περίπτερο της γειτονιάς μου, όπου μαζεύεται κόσμος κάθε πρωί για να πάρει εφημερίδα, τσιγάρα και ό,τι άλλο ποθεί έκαστος. Καταφθάνει ένας, 45-50άρης, παραθεριστής, κοντό παντελονάκι, βιαστικός και φουριόζος και στήνει το μηχανάκι για να αγοράσει κάτι. Εκείνη την ώρα σταματάει και κάποιος άλλος μπροστά με αμάξι και βάζει όπισθεν για να πλησιάσει το περίπτερο. Εγώ βρίσκομαι ανάμεσα και κοιτάω με αδιαφορία. Οπότε πλησιάζει το αυτοκίνητο, αργά βέβαια, και χτυπάει λίγο το μηχανάκι. Γέρνει αυτό και σταματάει στα χέρια του ιδιοκτήτη του, ο οποίος δεν είχε ακόμα απομακρυνθεί. Ακούγονται φωνές, «Βρε ατζαμή!», «πρόσεχε!» και άλλα τέτοια… Κάτι φώναξα κι εγώ αυθόρμητα…

Βγαίνει ο οδηγός έντρομος, δεν φαινόταν στον καθρέφτη το μηχανάκι και δεν κατάλαβε πού κτύπησε… Βλέπει τι έγινε, κατάλαβε ότι δεν συνέβη τίποτα σημαντικό, τραυματισμός ή κάτι τέτοιο, και λέει, μάλλον σε μένα επειδή νόμιζε ότι είμαι ο ιδιοκτήτης, «Συγγνώμη κύριε, δεν το είδα καθόλου…» Ο πραγματικός ιδιοκτήτης ήταν όμως έξαλλος: «Βρε ζώον, βρε μα..κα, θα με σκότωνες, βρε ηλίθιε…» Και άλλα πολλά που εμπίπτουν στο νόμο περί ασέμνων.

Εκεί αναγκάστηκα να παρέμβω κι εγώ για να ηρεμήσω τον μηχανόβιο, δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε στην κοινωνία μια διάχυτη νευρικότητα: Δεν έγινε τίποτα, ευτυχώς δεν κτύπησες και το μηχανάκι μια χαρά είναι… Ο άλλος τίποτα, να βρίζει σαν λούστρος (και ζητώ συγγνώμη από τους κ.κ. στιλβωτές υποδημάτων), είπε όλα όσα είχε στο μυαλό του να πει από μηνών και δεν έβρισκε ευκαιρία…

Ο δράστης του «τροχαίου» περιστατικού, 60άρης περίπου, καταρχάς άκουγε έκπληκτος, γιατί οι φωνές του άλλου δεν δικαιολογούνταν από την επιπολαιότητα του περιστατικού. «Μα τι να κάνω τώρα, σου ζήτησα συγγνώμη, ευτυχώς που δεν έπαθες ζημιά, τι άλλο να κάνω για να σε ικανοποιήσω;» Ήρεμος καταρχάς και έκπληκτος. Ο άλλος συνέχισε «Τέτοιοι μα..κες κυκλοφορούν, θα μας σκοτώσουν όλους, ζώα που τους δώσανε δίπλωμα να οδηγούν…»

Οπότε αλλάζει το κλίμα, ο μέχρι τώρα ήρεμος υπαίτιος του περιστατικού, αγρίεψε, «Τι θέλεις τώρα να σε πλακώσω στο ξύλο;» και πάει επάνω στον άλλο. Εγώ ανάμεσα, εμφανώς ασθενέστερος σε δύναμη κι από τους δύο, να προσπαθώ να τους αποτρέψω με λόγια… «Τι πράγματα είναι αυτά, κύριοι; Θα έρθει η Αστυνομία (στα 200 μέτρα το αστυνομικό τμήμα) και δεν θα ξέρετε να πείτε ούτε καν γιατί πιαστήκατε στα χέρια… σας παρακαλώ!» Μια στον ένα και μια στον άλλον…

Λένε ότι γι’ αυτό υπάρχουν οι φίλοι, για να μας προφυλάσσουν από υπερβολικές αντιδράσεις μας… Αλλά και οι περαστικοί χρήσιμοι είναι σε τέτοιες περιπτώσεις!

Πράγματι, με τα πολλά, εγώ ανάμεσα, απομακρύνθηκαν αμοιβαία οι αντιδικούντες, αλλά συνέχισαν και οι δύο τώρα να φωνάζουν, γαϊδούρι, βλάκα, ηλίθιε, ζώον, μα..κα, κανίβαλε… και διάφορα άλλα.

Εντωμεταξύ είχαν μαζευτεί γύρω και θεατές, οι περισσότεροι αγνοώντας τι είχε συμβεί. Είδαν καυγά και θέλησαν να παρακολουθήσουν: Ρίξτου, πιάστου τη μύτη… Μια φασαρία χωρίς καμιά δικαιολογία και έξω από κάθε μέτρο. Η διάχυτη νευρικότητα που λέγαμε... Αν δεν είχα παρεμβληθεί δε ο ίδιος ανάμεσά τους, θα είχαν πέσει αρκετές καρπαζιές…

Πάνω εκεί, στρέφεται ο μηχανόβιος προς το περίπτερο -εφημερίδα ήθελε να πάρει και έμπλεξε- οπότε λέει φωναχτά:  «Τέτοια κάνουμε, γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που είμαστε!» Ο άλλος ούτε που άκουγε πια, είχε μπει εκνευρισμένος στο αμάξι και έφυγε με ταχύτητα… Εγώ, περισσότερο από ευχαρίστηση που απετράπη ο ξυλοδαρμός, παρά για την απόφανση του μηχανόβιου, ήμουν έτοιμος να βάλω τα γέλια… Δεν είπα τίποτα, να ρωτήσω π.χ. τι ακριβώς κάνουμε και φτάσαμε εδώ: Παρκάρουμε πρόχειρα το μηχανάκι; Δεν προσέχουμε στην όπισθεν; Βρίζουμε αμετροεπώς τον αντίδικο, χωρίς καν να ξέρουμε ποιος είναι; Τι ακριβώς φταίει, τέλος πάντων, που πάμε για πτώχευση; Θα με άρχιζε στις θεωρίες ο άλλος και δεν είχα όρεξη να ακούσω…

Σκέφτομαι ότι σχεδόν άπαντες ζητάμε εναγωνίως μια δικαιολογία για να επιβεβαιωθούμε… Όλοι κάτι γνωρίζαμε και βλέπαμε, μερικοί συμμετείχαμε κιόλας, αλλά δεν ξέραμε γιατί και πώς! Και τώρα που συνέβη το ανεπιθύμητο και βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από την άτακτη πτώχευση, συναρμολογούμε με νευρικότητα και εκ του προχείρου τις εξηγήσεις που μας ταιριάζουν για να επιβεβαιώνουμε αυτά που πάντα θέλαμε να εξηγήσουμε – όπως μας βολεύει βεβαίως! 




04 July 2012

Ο άτυχος βαφτισιμιός

του Σ.Φρ.


Στο σπίτι ήμασταν πολλά αδέλφια και είχα την τύχη να με έχει βαφτίσει ένας ευκατάστατος γείτονας. Όποτε τον επισκεπτόμουν, έπαιρνα δωράκια, καραμέλες και άλλα καλά. Έναν αδελφό μου τον είχε βαφτίσει κάποιος επώνυμος μεγαλοδικηγόρος, ο κ. Κώστας Θ., ο οποίο φαίνεται ότι βάφτιζε μαζικά, κάθε Κυριακή 2-3 μωρά, αλλά μετά τίποτα, τα ξέχναγε! Ούτε ένα τηλεφώνημα δεν έκανε για τον βαφτισιμιό! Έτσι ο αδελφός μου είχε παράπονο ότι δεν είχε δει από το νονό του ούτε μια καραμέλα, ούτε και τον ίδιο συνάντησε ποτέ!
Θα ήταν 7-8 ετών ο στερημένος από νονό αδελφός μου, όταν μια μέρα έπεσε τηλεφώνημα από το γραφείο του μεγαλοδικηγόρου. Λέει στη μητέρα μας η γραμματέας: «Ο κ. Θ. θα ήθελε να δει τον βαφτισιμιό του, τόσα χρόνια δεν κατάφερε, γιατί είχε πάρα πολλές δουλειές… Να τον φέρετε μεθαύριο στις 12 το μεσημέρι στο γραφείο, στην οδό Αιόλου…»
Ντύνει η μητέρα μας τον αδελφό μου με το ναυτικό κοστουμάκι, να κάνει καλή εντύπωση το παιδί, του έπλυνε τα αυτιά και το λαιμό που είχαν μαζέψει τις σκόνες όλης της γειτονιάς, του έφτιαξε και μια χωρίστρα στο άτακτο μαλλί και φεύγουν όλο χαρά και ελπίδες για την οδό Αιόλου. Όταν επέστρεψαν σε 1-2 ώρες κατάκοποι, μας διηγήθηκαν τα συμβάντα.
Πηγαίνουν στο κτίριο με το γραφείο του μεγαλοδικηγόρου, ανεβαίνουν στον τέταρτο όροφο και βλέπουν εκεί μια συγκέντρωση 30-40 ανθρώπων, όλοι με παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Ρωτάει η μητέρα μας, πώς θα δει τον κ. Θ. και της απαντούν, όλοι για τον κ. Θ. περιμένουν. Πόσην ώρα περιμένετε; Άλλος 2 ώρες, άλλος 1 ώρα, άλλος λιγότερο… Και τα παιδιά είχαν αρχίσει να βαριούνται, άλλα πάλευαν μεταξύ τους, άλλα γκρίνιαζαν, άλλα έπαιζαν με το ασανσέρ…
Περίμενε και η μητέρα μας με τον αδελφό μου κανένα τέταρτο, είδε κι απόειδε αφού όλο έρχονταν νέοι επισκέπτες αλλά οι παλιοί δεν λιγόστευαν και σηκώθηκε να φύγει. Κέρασε στο δρόμο ένα παγωτό τον αδελφό μου για να μην γκρινιάζει και γύρισαν σπίτι χωρίς άλλες φασαρίες.
Μετά από 2-3 μήνες που έγιναν εκλογές, μαθεύτηκε ότι με τον υποψήφιο πρωθυπουργό  στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο κατεβαίνει για βουλευτής και ο λαμπρός δικηγόρος Αθηνών  κ. Κώστας Θ. 
Το μυστήριον του βαπτίσματος που λένε και οι παπάδες...


09 October 2011

Παραλίγο ανταγωνιστής των Jobs-Wosniak


Το έτος 1975 ήμουν σχετικά νέος ηλεκτρολόγος-μηχανικός με διδακτορικό και φαντάρος στην Κόρινθο. Σε μια έξοδο μετά τη λεγόμενη «βασική εκπαίδευση» -που ήταν ο ορισμός του χαμένου χρόνου-, συναντήθηκα με ένα φίλο και συνάδελφο, προγραμματιστή, ο οποίος είχε έρθει τότε από το εξωτερικό και μου ανακοίνωσε ότι σε ένα σεμινάριο που παρακολούθησε εκεί, τους είχαν περιγράψει ένα νέο ολοκληρωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα (IC), το οποίο δεν ήταν απλά ενισχυτής ή μνήμη ή κάτι συναφές, αλλά είχε ενσωματωμένη και «λογική» και το ονόμαζαν microprocessor.

Καθίσαμε σε ένα καφενείο και φανταζόμαστε, τι σημαντικά πράγματα θα μπορούσε κάποιος να αναπτύξει με αυτό το τσιπ. Ο συνάδελφος είχε δουλέψει στο εξωτερικό ως προγραμματιστής σε εταιρία, η οποία επεξεργαζόταν με κάτι απίθανα μεγάλα και θορυβώδη μηχανήματα, συνταγές φαρμακείων και έβγαζαν, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, πίνακες για τη διακίνηση φαρμάκων, ποιος γιατρός έγραψε και ποιος ασθενής πήρε ποια φάρμακα και πόσα εισέπραξε ο φαρμακοποιός και άλλα τέτοια, τα οποία τώρα προσπαθούν να εφαρμόσουν με δυσκολίες στην Ελλάδα - με απείρως καλύτερα τεχνολογικά μέσα...

Ο συνάδελφος ανέλαβε να αναζητήσει στην Αθήνα ένα τέτοιο microprocessor σε αντιπροσώπους μεγάλων εταιριών, IBM, Texas Instruments, Motorolla, Nixdorf κ.ά. και να κάνουμε σε πρώτη ευκαιρία δοκιμές. Όμως, πουθενά δεν υπήρχε το τσιπ και κανένας εδώ δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Από το εξωτερικό μαθαίναμε όμως ότι διάφοροι φίλοι είχαν ήδη προμηθευτεί τέτοια chips και έκαναν δοκιμές, αλλά δεν ήθελαν να μας στείλουν μερικά δείγματα, πρώτον επειδή δεν είχαμε χρήματα να τους πληρώσουμε -τι συνάλλαγμα να έχει ένας φαντάρος;- και,  δεύτερον, ίσως επειδή δεν ήθελαν να έχουν ανταγωνισμό.


Θυμάμαι που συζήταγα με άλλο φίλο, τότε υπάλληλο του ΟΤΕ, και του έλεγα για τον microprocessor, πώς θα μπορούσε να προωθήσει η αξιοποίησή του την τεχνολογία της τηλεφωνίας. Όχι αυτά τα απίστευτα που έγιναν μέσα στα επόμενα 30 χρόνια μέχρι σήμερα, αλλά αρχικές σκέψεις, να γίνει π.χ. χρονοχρέωση στα τηλεφωνήματα και να βελτιωθεί η ποιότητα των γραμμών με τα επιπλέον έσοδα, να υπάρχει διαθέσιμος ο τηλεφωνικός κατάλογος ηλεκτρονικά και άλλα σχετικά. Ο φίλος δεν ενδιαφερόταν καν να το συζητήσει, ίσως και να μην καταλάβαινε τι θα μπορούσε να βελτιωθεί: «Με μια δραχμούλα που κοστίζει (τότε) το τηλεφώνημα, τι βελτίωση μπορείς να κάνεις;», έλεγε. Είχε βολευτεί, όπως πολλοί άλλοι, με την υφιστάμενη κατάσταση και δεν ήθελε να την αλλάξει...

Πέρασε ο καιρός, ο φίλος προγραμματιστής βολεύτηκε σε μια τράπεζα, εγώ πήγα μετά το στρατό πάλι στην εκπαίδευση, όπως ήμουν στο εξωτερικό -αν και είχα προσπαθήσει να το αποφύγω- και, αμφότεροι, πήραμε τελικά σύνταξη από αυτές τις δουλειές.

Στη δεκαετία του 1980 πληροφορηθήκαμε ότι εκείνη την εποχή που ψάχναμε στην Αθήνα για έναν μικροεπεξεργαστή, κάποιοι Jobs και Wosniak, αμφότεροι Steve και ηλικιακά λίγο νεότεροί μας, είχαν κάνει στην Καλιφόρνια αυτά που σκεφτόμασταν να κάνουμε κι εμείς εδώ. Αυτοί πολύ αποδοτικότεροι, βέβαια, αφενός επειδή ήταν μάλλον ευφυέστεροι και καλύτεροι σε τεχνολογικές επιδόσεις, τις οποίες εμείς όμως δεν καταφέραμε να δοκιμάσουμε, αφετέρου επειδή είχαν ακριβώς πρόσβαση σ' αυτά που εμείς μόνο με λόγια γνωρίζαμε.

Και ιστορικά επιβεβαιώνεται, εξ άλλου, ότι οι ικανοί άνθρωποι αναδείχθηκαν, όχι στην πατρίδα τους, αλλά στην εκάστοτε αυτοκρατορική μητρόπολη· κατά τη βιομηχανική εποχή στη Βρετανία ή την κεντροδυτική Ευρώπη γενικότερα και αργότερα στην Αμερική. Και ο Jobs, με πατέρα από τη Συρία, δεν θα είχε καμιά ελπίδα να αναδειχθεί στη χώρα του, πέρα από καπάτσος έμπορος στο παζάρι ή ικανός δημόσιος υπάλληλος σε κάποιο υπουργείο - όπως και στην Ελλάδα, βεβαίως. Αλλά και ο Wosniak, από το όνομα και την εμφάνιση, μάλλον για νοτιοευρωπαίος Σλάβος δείχνει...

Τα αποτελέσματα και η ιστορία της τεχνολογίας των υπολογιστών από το 1980 και μετά είναι γνωστά! Τώρα που πέθανε ο Jobs, συζήταγα πάλι με το φίλο προγραμματιστή, τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει -και μαζί μας πολλοί άλλοι νέοι τεχνικοί-, αν είχαμε έναν κατάλληλο τεχνολογικό περίγυρο, ο οποίος ακόμα δεν υπάρχει και γι' αυτό φεύγουν και σήμερα τόσοι ικανοί συμπατριώτες μας στο εξωτερικό!


♦♦♦

Προσθήκη 2017:  Στα τέλη του 2016 μου λέει ένας παλιός συμφοιτητής και φίλος, λίγο νεότερός μου, ότι θα πάει επίσκεψη σε ένα δικό του παλιό συμφοιτητή, στη Γερμανία, τον Gerd E. Συζητώντας με το φίλο, μού είπε ότι με τον Gerd που είναι τώρα γνωστός βιομήχανος στην περιοχή του Wiesbaden και πρόεδρος του τοπικού "Βιομηχανικού & Εμπορικού Επιμελητηρίου", είχε διατηρήσει στενές σχέσεις και μάλιστα τον βοήθησε κάποτε να βρει συνεργάτες στη Θεσ/νίκη για μια βιομηχανία αυτοματισμών. Ρώτησα από περιέργεια λεπτομέρειες και ακούω έκπληκτος από τον φίλο να μου λέει ότι ο Gerd έψαχνε συνεργάτες για να φτιάξει μηχανισμούς ελέγχου με μικροεπεξεργαστές. Αυτό έγινε τα χρόνια 1977-78, αλλά δεν βρήκε ανταπόκριση στην Ελλάδα και αναζήτησε αλλού συνεργασίες. 


Ρωτάω το φίλο, "Γιατί δεν με ρώταγες εμένα που έψαχνα ήδη 2-3 χρόνια πριν, ακριβώς για τέτοιες συνεργασίες;" Φυσικά, δεν ήξερε τίποτα για το ενδιαφέρον μου, ούτε εγώ ήξερα ότι κάποιος φίλος του έψαχνε για τέτοια πράγματα, τα οποία ο ίδιος δεν γνώριζε ακόμα καλά καλά. Η βιομηχανία του Gerd, την οποία διευθύνει τώρα με τα παιδιά του, είναι από τα πρώτα ονόματα στην Ευρώπη και κάνει αυτό που ονομάστηκε αργότερα "Internet of Things" (IOT) σε βιομηχανικό επίπεδο.  

Πέρασαν δίπλα μας οι ευκαιρίες και δεν τις συναντήσαμε, δυστυχώς! 

Απ' την άλλη μεριά, υπάρχουν και χειρότερες αστοχίες! Ο Ronald Wayne που εικονίζεται δίπλα παίζει να είναι ο μεγαλύτερος λούζερ στην παγκόσμια ιστορία.

Ήταν ένας από τους τρεις συνιδρυτές της εταιρίας Apple, με τους Jobs και Wosniak. Μόλις 2 εβδομάδες από την ίδρυση της εταιρίας και επειδή δεν εκτιμούσε τις επιχειρηματικές δεξιότητες των δύο νεότερών του συνεργατών, ήταν και αρχάριοι, πούλησε το μερίδιό του στην εταιρία που ανερχόταν τότε στο 10% του αρχικού κεφαλαίου για 800 δολάρια. Η σημερινή αξία αυτού του μεριδίου ανέρχεται σε 60 δισεκατομμύρια $ — όχι εκατομμύρια! Επιπλέον δε, μερικά χρόνια αργότερα τού ζήτησε ένας φίλος να πουλήσει, ως αναμνηστικό, το πρωτότυπο αντίγραφο της ίδρυσης της Apple. Ο Wayne το πούλησε ευχαρίστως για 500 δολάρια. Αυτό το αντίγραφο πουλήθηκε αρκετά χρόνια μετά για 1,5 εκατ. $ σε μια δημοπρασία. 

Πρόσφατα έδωσε ο Wayne μια συνέντευξη για τις αναμνήσεις του από τον Jobs (μακαρίτης πλέον) και τον Wosniak που ασχολείται με την τέχνη και τη διδασκαλία τεχνολογικών θεμάτων. Ο Wayne δεν θεωρεί ότι έχασε τίποτα σπουδαίο που έφυγε από την εταιρία (60 δισεκ. $ το μερίδιό του), γιατί στη ζωή σημαντικότερο είναι η αγάπη και όχι το χρήμα. Την περίπτωση να αγαπάει τον κόσμο και τη φύση με 60 δισεκ. $ στην τσέπη δεν φαίνεται να την έλαβε υπόψη του... https://en.wikipedia.org/wiki/Ronald_Wayne

Προσθήκη 2020: Η εταιρία Apple, στην οποία ο Wayne κατείχε το 10% έφτασε σε αξία 2 τρισεκ. $... Για να συνειδητοποιήσουμε, εκατομμύριο, δισεκατομμύριο, τρισεκατομμύριο. Το 10% που ήταν το μερίδιο του Wayne θα απέδιδε σήμερα 200 δισεκ. $. 

09 January 2011

Η συμβολή μου στον «αντιναζιστικό αγώνα»

Συζητώντας προ ημερών με φίλους για τη φοιτητική ζωή μας στη Γερμανία, θυμήθηκα και διηγήθηκα ένα επεισόδιο που με ενέταξε στους «αγωνιστές της αντίστασης» κατά των ναζί κατακτητών… Εννοείται, μόλις είχα γεννηθεί στην κατοχή και τα γεγονότα της εποχής τα έμαθα 1-2 δεκαετίες αργότερα· κάποια στιγμή δίνεται όμως σε όλους η ευκαιρία να δηλώσουμε τις απόψεις μας…

Σε κάθε γερμανική πόλη γίνεται μια φορά το χρόνο κάποια γιορταστική εκδήλωση, με διάφορες αφορμές και διαφορετικά ονόματα (Fest, Zeltfest, Volksfest, Kirmes, Zeltkirmes, Jahrmarkt κ.ά.) Μία από τις μεγαλύτερες και παγκοσμίως γνωστές γιορτές αυτού του είδους, είναι η «Γιορτή του Οκτώβρη», Oktoberfest, στο Μόναχο…

Σε κάποια πλατεία ή ελεύθερο χώρο της πόλης στήνονται μεγάλα αντίσκηνα και μέσα εκεί τοποθετούνται σειρές από στενά και επιμήκη τραπέζια. Κάπου στην άκρη του αντίσκηνου κάθεται ανεβασμένη σε ξύλινη εξέδρα μια ορχήστρα χάλκινων πνευστών, η οποία παιανίζει συνήθως γνωστές εμβατηριακές μελωδίες, για τη φύση, τις γυναίκες και τις χαρούμενες γιορτές.

Εννοείται, οι άνθρωποι στις δύο πλευρές των τραπεζιών πίνουν μπύρες, τρώνε λουκάνικα ή οτιδήποτε άλλο υπάρχει και συζητάνε μεταξύ τους ή τραγουδάνε … μια ευχάριστη και πολύ διασκεδαστική ατμόσφαιρα, περίπου όπως γίνεται σε διάφορα ελληνικά πανηγύρια.

Την εποχή που συνέβη το επεισόδιο, το οποίο θα περιγράψω εδώ, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, υπήρχαν στη (νότια) Γερμανία ακόμα πολλοί Αμερικάνοι στρατιώτες (δυνάμεις κατοχής!), οι οποίοι τα ελεύθερα απογεύματα έβγαιναν ομαδικά στις πόλεις και, συχνά, μεθούσαν και άρχιζαν ξυλοδαρμούς, άλλοτε μεταξύ τους και άλλοτε με ντόπιους. Σταδιακά προς το τέλος της δεκαετίας χάθηκαν όμως οι στρατιώτες από τη δημόσια εικόνα των πόλεων, αφενός επειδή πολλοί μεταφέρθηκαν στο Βιετνάμ, αφετέρου επειδή το κλίμα δεν ήταν ευνοϊκό γι' αυτούς στον πληθυσμό, ακριβώς λόγω των γεγονότων σ’ εκείνο τον άθλιο πόλεμο. Αναφέρω αυτό με τους Αμερικάνους, για να καταλάβει ο αναγνώστης, γιατί κυκλοφορούσαν τότε στις γερμανικές πόλεις και ιδιαίτερα σε χώρους διασκέδασης μεικτές περίπολοι Γερμανών αστυφυλάκων και Αμερικάνων στρατονόμων, οι οποίοι ξυλοκοπούσαν αγρίως με γκλομπ τυχόν ατίθασους (μεθυσμένους) φασαρτζήδες.

Κάποια χρονιά, λοιπόν, περί το 1965, γινόταν πάλι στην πόλη μας η σχετική γιορτή (Heinerfest), πάντα Ιούλιο μήνα, οπότε μπήκα ένα απόγευμα με μια παρέα Ελλήνων συμφοιτητών σε μια από τις μεγάλες σκηνές για να πιούμε μπύρα και να διασκεδάσουμε. Ένα άδειο τραπέζι που επελέγη για να καθίσουμε γέμισε γρήγορα από τους φίλους κι εγώ έμεινα χωρίς θέση. Επειδή θα ερχόντουσαν όμως μερικοί ακόμα συμφοιτητές, κάθισα μόνος σε ένα γειτονικό άδειο τραπέζι, ώστε να δημιουργήσουμε εκεί νέα παρέα…

Το ίδιο φαίνεται να συνέβη σε ένα άλλο γειτονικό τραπέζι, όπου μια ομάδα ντόπιων, συγγενείς και φίλοι, κάθονταν σε ένα τραπέζι και κάποιος από αυτούς που περίσσεψε, ήρθε και κάθισε στο δικό μου τραπέζι, απέναντί μου. Κάτι τέτοιο δεν είναι ασύνηθες εκεί, καθένας κάθεται όπου βρει ελεύθερα, εφόσον δεν είναι η θέση πιασμένη!

Όμως, ο κύριος απέναντί μου, περίπου 50άρης, ήταν ψιλομεθυσμένος ήδη και πιθανόν να τον έστειλαν οι άλλοι εξορία στο διπλανό τραπέζι μέχρι να συνέλθει. Εκεί πιάσαμε μια ελαφριά κουβέντα, όπως γίνεται συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, πώς σε λένε, από πού είσαι κτλ.

Όταν είπα στον απέναντί μου ότι είμαι από την Ελλάδα, άνοιξε το πρόσωπό του από χαρά. «Αααα, από την Ελλάδα;» μου λέει «ήμουν εκεί στον πόλεμο!» Να σκεφτούμε ότι το 1965 ήταν 20 χρόνια μετά τη λήξη του β’ παγκόσμιου πολέμου και 21 από την οριστική αποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων από την Ελλάδα. Αν λοιπόν ο γείτονάς μου στο τραπέζι ήταν 50άρης, στον πόλεμο θα ήταν περίπου 30 ετών, όχι κανένα ανίδεο παιδί…

Δεν περιορίστηκε όμως να δηλώσει ότι ήταν με τα ναζιστικά στρατεύματα στην Ελλάδα, πράγμα που δεν έκαναν συχνά οι πιο μορφωμένοι Γερμανοί, αυτός θεώρησε σκόπιμο να περιγράψει και ποιες ακριβώς υπηρεσίες εκτελούσε. Αυτό ελάχιστοι το έκαναν και μόνο κατόπιν πιέσεων. Αλλά και πάλι έλεγαν αδιάφορα πράγματα για τη θάλασσα και τις αρχαιότητες, αν είχαν δει κάποιες. Για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις σχεδόν ποτέ δεν εκφράζονταν.



Ο δικός μου δεν είχε όμως καθόλου αναστολές, είχε ρουφήξει ήδη μερικά ποτήρια μπύρα και παραληρούσε ανεμπόδιστα. Τον ακούω, λοιπόν, έκπληκτος να μου λέει ότι ανήκε σε απόσπασμα που πήγαινε στις εκτελέσεις. Τους ειδοποιούσαν από την Κομαντατούρ και πήγαιναν όπου έπρεπε, άνοιγαν στο πίσω μέρος μια λινάτσα που κάλυπτε την καρότσα του φορτηγού και από κει πολυβολούσαν τους «καταδικασμένους», οι οποίοι είχαν στηθεί στον τοίχο… Έδειχνε δε ο τύπος με τις εκφράσεις και τις κινήσεις του ότι χαιρόταν που του ξαναθύμισα τις παλιές καλές εποχές! «Έπιανα», μου λέει «το πολυβόλο και ρατατατατατα τους καθάριζα… μετά έπινα μια μπύρα και άρχιζα με τους επόμενους που είχαν στήσει οι στρατιώτες μας στον τοίχο… ρατατατατατα…»

Πρέπει να είχα ανάψει πάρα πολύ, οπότε με το δεύτερο τρίτο ρατατατατατα σηκώνομαι όρθιος και του κτυπάω μια γροθιά στο πρόσωπο, μάλλον στα δόντια, πάντως κάπου χαμηλά. Στην ορολογία του μποξ το κτύπημα πρέπει να θεωρείται άπερκατ! Δεν έχω σωματικά προσόντα για ξυλοδαρμούς, αλλά εκείνη τη στιγμή πρέπει να αισθανόμουν περίπου Ηρακλής… Ο μεθυσμένος που διηγιόταν με ευχαρίστηση τις μαζικές εκτελέσεις, χαμένος στις αναμνήσεις του, ένιωσε ξαφνικά τον κεραυνό του Δία να τον κτυπάει κατάφατσα...

Η απόσταση ανάμεσα στους θαμώνες στις δύο πλευρές των τραπεζιών δεν είναι μεγάλη, όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες. Ίσως είναι ιδανική για μια γερή γροθιά… Βλέπω λοιπόν τον τύπο να πέφτει πίσω και να σηκώνονται τα πόδια του στον αέρα. Την ίδια στιγμή αντιλαμβάνονται οι φίλοι του ότι πέφτει και πετάγονται να τον βοηθήσουν, ίσως και να τον υπερασπιστούν… Θυμάμαι μόνο μια παχουλή γυναίκα που φώναζε: «Γιατί, γιατί, τι σου έκανε…;» Την ίδια στιγμή κατάλαβαν και οι συμφοιτητές πίσω μου στο άλλο τραπέζι ότι έγινε φασαρία, σηκώθηκαν γρήγορα και, χωρίς να πολυρωτήσουν, με άρπαξαν και βγήκαμε έξω…

Τρέχοντας στα στενά της γειτονιάς μπερδέψαμε τα ίχνη μας από τυχόν διώκτες. Αν πέφταμε στα χέρια της μεικτής περιπόλου που ανέφερα πριν, καταρχάς θα διανυκτερεύαμε όλοι μαζί στο αστυνομικό τμήμα και στη συνέχεια, πρωί με τη δροσούλα, θα γίνονταν ανακρίσεις. Φαντάζεται καθένας τι θα γινόταν, αν ο ανακριτής ήταν στον πόλεμο συνάδελφος εν όπλοις του δαρμένου! Επιστρέφοντας με προφυλάξεις στα σπίτια μας, διηγήθηκα στους φίλους τα καθέκαστα, οπότε με μια φωνή συμφώνησαν όλοι: «Καλά του έκανες! Έπρεπε να το οργανώσουμε να τον δείρουμε όλοι μαζί…»

Έκανα αρκετές ημέρες να κυκλοφορήσω στην πόλη, αφενός για να μη με αναγνωρίσουν οι συγγενείς και φίλοι του δαρμένου, αν έψαχναν για να με εντοπίσουν, αφετέρου επειδή πόναγε πολύ το χέρι μου από τη γροθιά που έδωσα· επί μια εβδομάδα δεν μπορούσα να γράψω ή να κάνω άλλες απλές δουλειές...

Προ ημερών που ξαναδιηγήθηκα σε φίλους αυτή την ιστορία, άκουσα πάλι την ίδια κουβέντα: «Καλά του έκανες!» Ήταν η συμβολή μου, με 20χρονη τότε καθυστέρηση, στον «αντιναζιστικό αγώνα»…

06 November 2010

Το περιπολικό...

(μια διήγηση του Α.Κ.)

Ο Χάρης Κ. έπρεπε να πάει στα βαφτίσια του μωρού ενός συναδέλφου του και στη συνέχεια στο απαραίτητο τραπέζι. Δεν γούσταρε τέτοιες εκδηλώσεις, αλλά είχε υποχρέωση, τον είχε εξυπηρετήσει πάμπολλες φορές ο συνάδελφος, ήταν και καλός φίλος εκτός εργασίας. Η κυρία Νικολέτα Κ., σύζυγος του Χάρη, απέκλεισε από την αρχή ότι θα πάει στα βαφτίσια. Σιγά μην κάθομαι και βλέπω αυτή την άχαρη Τούλα, με τα ψεύτικα στήθη, έλεγε.

Ο Χάρης έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και πήγε μόνος στα βαφτίσια, αφού ορκίστηκε ότι στο δείπνο δεν θα φάει και, κυρίως, δεν θα πιει πολύ! Όποτε έβγαινε μόνος του έξω, γύρναγε τις πρωινές ώρες μεθυσμένος… Τα υποσχέθηκε όλα και ξεκίνησε με συζυγική ευλογία για το κοινωνικό γεγονός.

●●●

Πρέπει να ήταν η ώρα μιάμιση μετά τα μεσάνυχτα, όταν εξεδήλωσε ο Χάρης την επιθυμία να επιστρέψει σπίτι. Είχε πιει τα πάντα που ήταν διαθέσιμα στο τραπέζι και, είναι βέβαιο, έβλεπε όλους τους συνδαιτυμόνες τουλάχιστον διπλούς. Οι φίλοι τον συμβούλεψαν να αφήσει το αμάξι παρκαρισμένο και να πάρει ένα ταξί, πόσο κοστίζει ένα ταξί, μωρέ; Μπα, ο Χάρης δεν άκουγε κανέναν, «Έλα βρε, δεν έχω πιει και πολύ», έλεγε τρεκλίζοντας…

Ο τελευταίος φίλος που τον συμβούλεψε, του είπε να μην επιστρέψει σπίτι του από την λεωφόρο Μεγαλέξαντρου, που περνάει από την κεντρική πλατεία, αλλά από την παρακαμπτήρια που κάνει ένα τόξο και θα τον έβγαζε κοντά στο σπίτι του, με μόνο 2-3 χιλιόμετρα μεγαλύτερη διαδρομή. Ο λόγος ήταν απλός: τα βράδια υπάρχει στην κεντρική πλατεία πάντα περιπολικό της Τροχαίας. Είναι βέβαιο ότι θα καταλάβαιναν πως ο Χάρης στο τιμόνι του αμαξιού του ήταν μεθυσμένος.

Σιγά μην άκουγε συμβουλές ο Χάρης. Μπήκε στο αμάξι του και ξεκίνησε, όντας βέβαιος ότι κανείς δεν θα ενδιαφερόταν τέτοια ώρα για τους λίγους οδηγούς που κυκλοφορούσαν. Ατύχησε όμως!

Ήδη μερικά χιλιόμετρα πριν από την πλατεία, πάνω στη λεωφόρο Μεγαλέξαντρου, η οποία έχει και διαχωριστική νησίδα στη μέση, πλησίασε από πίσω ένα περιπολικό και του έκανε σήμα να σταματήσει. Είχαν δει την πορεία ζικ ζακ που έκανε το αμάξι του Χάρη και επενέβησαν.

Πλησίασε ένας τροχονόμος το σταματημένο αμάξι, χαιρέτησε τυπικά και του ζήτησε να φυσήξει στο αλκοολόμετρο… Έκανε το δύσκολο αρχικά ο Χάρης, αλλά δεν χρειαζόταν και πολύ. Και που μίλησε κοντά στο όργανο, αυτό έδειξε νούμερα κοντά στο 1, άρα πολύ πάνω από το επιτρεπτό όριο. «Περάστε έξω κύριε και φέρτε μαζί άδεια οδήγησης και άδεια κυκλοφορίας του αμαξιού σας!», του λέει επιτακτικά ο τροχονόμος.

Τι να κάνει ο Χάρης, έριξε από μέσα του χριστοπαναγίες για την ατυχία του, κακολόγησε τον εαυτό του που δεν άκουσε τους φίλους να πάει με ταξί, χούφτωσε από το ντουλαπάκι τις άδειες και βγήκε έξω. Μέχρι και αυτόφωρο μπορεί να τον πήγαιναν -με διανυκτέρευση στο αστυνομικό τμήμα-, αν δεν κατάφερνε να πείσει τα παιδιά της Αστυνομίας ότι δεν ήταν και τόσο πιωμένος…

Πήγαινε με τον αστυφύλακα τα 5-6 μέτρα προς το περιπολικό, όταν εκείνη τη στιγμή ακούγεται ένας φοβερός κρότος σύγκρουσης στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και αμέσως μετά φωνές πόνου, μαζί με βρισιές… Κάποιος που έτρεχε, έπεσε πάνω σε άλλον που έβγαινε από παρκάρισμα. Τρέχουν οι δύο τροχονόμοι στο σημείο σύγκρουσης, ο συνοδός του Χάρη και ο άλλος που είχε μείνει στο περιπολικό. Μαζεύτηκαν περίεργοι από τη γειτονιά, βγήκαν άλλοι με νυχτικά στα μπαλκόνια και κοίταζαν, μια βαβούρα κοντά στις 2 το πρωί.

Ο Χάρης στεκόταν μόνος με τις άδειες στο χέρι, σκέφτηκε να πάει κι αυτός να χαζέψει τη σύγκρουση, αλλά δεν τον πολυένοιαζε, νύσταζε πολύ! Κυρίως δεν ήξερε τι να κάνει... Τα χαρτιά τα είχε κρατήσει, οι αστυφύλακες ήταν αλλού απασχολημένοι, γιατί να περιμένει μέχρι να διευθετήσουν το νέο πρόβλημα; Μπαίνει στο αμάξι και ξεκινάει για το σπίτι. Πού θα θυμούνται αυτοί τώρα εμφάνιση, αριθμό κυκλοφορίας και όλα αυτά που θα ήταν απαραίτητα για να τον εντοπίσουν; Φτάνει λοιπόν προσεκτικά σπίτι του χωρίς άλλα προβλήματα, βάζει το αμάξι στο γκαράζ και ανεβαίνει για ύπνο.

●●●

Το πρωί κτύπησε με επιμονή το κουδούνι της εξώπορτας, θα ήταν 8 η ώρα. Η κ. Νικολέτα, η γυναίκα του Χάρη είχε ήδη ξυπνήσει, ο προκομμένος θα σηκωνόταν προς το μεσημέρι, αφού μύριζε ολόκληρος αλκοόλ. Κοιτάει η κυρία από τη θυροτηλεόραση και βλέπει δύο αστυφύλακες στην εξώπορτα. Ρωτάει ποιος είναι, τι θέλετε και της λένε «Ζητάμε τον κ. Χάρη Κ., εδώ μένει;» «Ναι εδώ μένει, μια στιγμή», λέει η κυρία, «έρχομαι κάτω γιατί είναι κλειδωμένη η εξώπορτα, να σας ανοίξω».

Κατεβαίνει η κ. Νικολέτα ανήσυχη, τι να θέλουν αυτοί, ξεκλειδώνει την πόρτα και την ρωτάνε οι αστυφύλακες, πού βρίσκεται ο κ. Χάρης Κ. «Επάνω είναι, κοιμάται ακόμα», λέει αυτή χαμογελαστή, «Ξέρετε, είχε πάει σε τραπέζι για βαφτίσια χθες βράδυ και άργησε λίγο…»

Κούνησαν με κατανόηση το κεφάλι οι αστυφύλακες και ρωτάνε πάλι: 
«Πού είναι το αμάξι του κ. Χάρη;»
«Αααα, εδώ στο γκαράζ», λέει η κυρία.
«Μπορείτε να μας ανοίξετε το γκαράζ να το δούμε;», λένε οι αστυφύλακες…
Μαύρα σύννεφα την έζωσαν την κυρία, λες να τράκαρε αυτός, να κτύπησε κανέναν άνθρωπο μέσα στη νύχτα;
«Ναι, βέβαια, να σας ανοίξω» τους λέει κομπιάζοντας και πάει στην γκαραζόπορτα.

Ανοίγει η κυρία και τι να δει: μέσα στο γκαράζ τους ήταν παρκαρισμένο ένα περιπολικό της Αστυνομίας…


11 January 2009

Το θαύμα της Αγ. Βαρβάρας...

του Σ.Φρ.

Τώρα που δυνάμωσε λίγο το κρύο, θυμήθηκα μια περιπέτεια με ψωφόκρυο που έζησα στην Αλεξανδρούπολη. Είχα έρθει πριν από μερικούς μήνες από τη Γερμανία, βρισκόμουν στο στρατό για μια σύντομη θητεία (3 μήνες) και θα έμενα για ένα μήνα στη διοίκηση πυροβολικού Αλεξ/πολης, μοίρα διοικήσεως, τυφεκιοφόρος γραφέας, περίπου 32 ετών τότε (παππούς στη γλώσσα των φαντάρων).

Κάποια μέρα στις αρχές Δεκεμβρίου γιορτάζεται η Αγία Βαρβάρα, προστάτης του πυροβολικού. Δεν θεώρησα σκόπιμο τότε να ρωτήσω, πώς η θρησκεία της «αγάπης» προστατεύει με τους αγίους της τα φονικά όπλα, γιατί δεν θα έπαιρνα καμιά απάντηση. Έπρεπε όμως να γιορταστεί η αγία και η διοίκηση πυροβολικού να πραγματοποιήσει πανηγυρική λειτουργία με συνακόλουθη δεξίωση στους επισήμους.


Βγαίνουμε το συγκεκριμένο πρωινό για «αναφορά» -με στολές εξόδου και τζάκετ από πάνω- και διαπιστώνω ότι έκανε ένα φοβερό κρύο. Όλη τη νύχτα είχε ξαστεριά και φύσαγε ένα βοριαδάκι από την καρδιά της Σιβηρίας κατευθείαν στο στρατόπεδο του πυροβολικού και, κυρίως, πάνω μου… Κάναμε κάτι τροχαδάκια γύρω από το κτήριο της μοίρας (λόχου που λένε οι πεζικάριοι), αλλά και ο ανθυπασπιστής που έδινε παραγγέλματα δεν άντεξε, κρύωνε πολύ. Είχαμε πιει μόνο τέιον με κάτι μπισκοτάκια της κακιάς ώρας, πώς να ζεσταθούν τέτοιες αντρικές κορμάρες; Στη Γερμανία, με ίδιο καιρό και εκτός στρατού, τρώγαμε πρωινό με παχιά σαλάμια και τυριά, για να καρδαμώσουμε.

Έρχεται σε λίγο και ο διοικητής της μονάδας, αντισυνταγματάρχης, άσπρος από το κρύο, και μετά από τα διάφορα τυπικά, βγάζει ένα λογύδριο ότι «σήμερα γιορτάζουμε τη μεγαλομάρτυρα αγία Βαρβάρα» και μπλα μπλα… δεν νομίζω ότι πρόσεχε κανείς. Τελειώνοντας λέει ότι «γι’ αυτό ως πιστοί χριστιανοί και υπερασπιστές της πατρίδας μας θα τελέσουμε πανηγυρική θεία λειτουργία, την οποία θα παρακολουθήσουν ο διοικητής της στρατιάς υποστράτηγος τάδε, οι διοικητές των δείνα όπλων και σωμάτων υποστράτηγοι και ταξίαρχοι τάδε και τάδε, οι βουλευτές τάδε και τάδε, ο δήμαρχος και πλήθος κόσμου…» Οπότε πάνω εκεί έρχεται το φασούλι: «Θέλω δύο παιδιά που είναι καλοί ψάλτες να βοηθήσουν τον παπά στη θεία λειτουργία».

Εμένα όλα αυτά δεν με αφορούσαν καθόλου, σκεφτόμουν μόνο πώς θα αντέξω αυτό το κρύο, τα αυτιά μου ήταν ήδη ξερά, τα δάκτυλα παγωμένα και τα πόδια με αρχόμενους πόνους, από την ορθοστασία και το κρύο. Εννοείται όλοι οι στρατιώτες, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί της μονάδας θα πηγαίναμε για εκκλησιασμό, αλλά ο διοικητής δεν έψαχνε για ακροατήριο, δύο ψάλτες ήθελε. Ρώτησα με τρόπο τον διπλανό, σε ποιο ναό θα γίνει ο πανηγυρικός εκκλησιασμός, να ζεσταθούμε επιτέλους λιγάκι και μου απαντάει αυτός, στο εκκλησάκι εδώ πιο κάτω. Ήταν ένα υποτυπώδες ναΰδριο, στο οποίο ζήτημα είναι να χωρούσαν πάνω από 3-4 άνθρωποι. Οι υπόλοιποι έξω σε παράταξη. Αμάν…

Εντωμεταξύ, δεν είχε δηλωθεί κανείς για να ψάλλει και αγριεύει ο διοικητής, ο οποίος προ ολίγου μας είχε επαινέσει ως καλούς χριστιανούς και πατριώτες, «Δεν ντρέπεστε βρε, τέτοια μεγάλη γιορτή και όλοι θέλετε να τεμπελιάσετε;» Τρίχες, απλά κανείς από τους περίπου 30 φαντάρους στην αναφορά δεν ήξερε να ψέλνει!

Βελτιώνει λοιπόν ο διοικητής την προσφορά, δηλώνοντας ότι όποιος ψάλλει, θα πάρει πενθήμερη τιμητική άδεια. Εγώ δεν ενδιαφερόμουν ούτε για άδεια, γιατί θα απολυόμουν σε 1-2 εβδομάδες, μόνο το κρύο με απασχολούσε! Αλλά με έκπληξη διαπίστωσα ότι και πάλι δεν δηλώθηκε κανείς εθελοντής. Δεν ήταν η έλλειψη κινήτρων που απέτρεπε στους φαντάρους να δηλωθούν, η άγνοια των εκκλησιαστικών τελετουργικών έφταιγε.

Πάνω εκεί, πολιορκημένος από το πολικό ψύχος, μου ήρθε μια σατανική ιδέα: εγώ ήξερα να ψέλνω, αρκετά καλά μάλιστα, δεδομένου ότι μέχρι τα 14-15 με έπαιρνε ο παππούς μου τις καλοκαιρινές  Κυριακές σε ξωκλήσια και μοναστήρια, όπου δεν υπήρχε ψάλτης, οπότε έψελνε ο ίδιος. Λίγο λίγο είχα μάθει κι εγώ τις μελωδίες και τους ήχους και, όπου δυσκολευόταν αυτός (πάνω από 80 ετών ήδη ο παππούλης μου), έψελνα μόνος μου – κάτι κορώνες, κάτι μακρόσυρτα ιιιι, πού να αντέξει ο φουκαράς. Μάλιστα, κάποτε επαίνεσε ο παπάς τον παππού μου για τον άξιο εγγονό και του υπέδειξε να με κάνει ψάλτη!

Βέβαια, έκτοτε είχα ψάλλει μόνο μια δυο φορές στο εξωτερικό, όταν ήθελαν να εκκλησιαστούν οι εργάτες στην πόλη που μέναμε και αποδείχθηκε ότι ο μόνος που ήξερε να ψέλνει ήμουν εγώ. Μου χάρισε τότε και ένα βιβλίο με διηγήματα ο παπάς. Από εκείνες τις ψαλτικές εμφανίσεις μου είχαν περάσει, εννοείται, αρκετά χρόνια πάλι…

Έτσι, κάνω το απονενοημένο διάβημα -καλύτερα επιζών ψάλτης παρά ξεπαγιασμένος άφωνος- και δηλώνομαι: «Κύριε Διοικητά, αφού δεν υπάρχει άλλος να ψάλλω εγώ, αν και δεν έχω εξάσκηση, λόγω της μακρόχρονης απουσίας μου στο εξωτερικό». Μόνο που δεν με φίλησε ο διοικητής, μπράβο σου, συγχαρητήρια λέει, άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται ότι οι Έλληνες του εξωτερικού είναι καλύτεροι πατριώτες και χριστιανοί από τους ντόπιους και άλλα τέτοια. Καλά, θα σούλεγα τίποτα, σκέφτηκα, αλλά έχε χάρη που κάνει τέτοιο ψωφόκρυο.

Με τα πολλά, ξεκινάμε με βήμα προς το εκκλησάκι, όπου βρισκόταν ήδη ο παπάς και άλλος ένας εθελοντής ψάλτης, φαντάρος από άλλη μονάδα του πυροβολικού και απόφοιτος της θεολογικής σχολής. Μας λέει ο παπάς, εσείς θα βρίσκεστε μέσα στο εκκλησάκι, με το μικρόφωνο ανάμεσά σας για να ακούγεστε από τα μεγάφωνα. Δίπλα μας ήταν δύο μανουάλια με αναμμένα κεριά, στο μεταίχμιο μεταξύ κρύου και ζέστης των κεριών στεκόταν ο ίδιος ο παπάς.

Απέναντί μας στο ίσιωμα στέκονταν στρατηγοί, ταξίαρχοι και συνταγματάρχες, άλλοι βαθμοφόροι, υπαξιωματικοί και πολλοί φαντάροι, καμιά εκατοστή άτομα. Αρχίζει ο παπάς τις μουρμούρες, «Κύριε ελέησον» εμείς, «Βαρβάραν την αγίαν τιμήσωμεν...» και όλα τα σχετικά. Βγάλαμε το τζάκετ, λύσαμε τη γραβάτα (τότε φορούσαν οι φαντάροι μια υποτυπώδη γραβάτα), σε 10 λεπτά, δίπλα στα αναμμένα κεριά και κλεισμένοι στο κουβούκλιο του ναΰδριου, έσταζε το σώμα μας ιδρώτα.

Να κάνει νοήματα ο διοικητής στον παπά, «Συντομεύετε πάτερ!», να ψέλνει ο παπάς λες και ήταν στην όπερα, οι φαντάροι να έχουν κατεβάσει τους μπερέδες μέχρι τα φρύδια για να αντιμετωπίσουν το κρύο κι εμείς στο βάθος του κουβούκλιου να ιδρώνουμε από την υπερβολική ζέστη.

Κάποια στιγμή τερματίστηκε η λειτουργία όπως όπως, δεν βγάλανε πανηγυρικά κηρύγματα για ευνόητους λόγους και λέει ο διοικητής στον παπά, να περάσει μαζί με τους ψάλτες στη δεξίωση να πάρει ένα ποτό. Μεγαλεία! Μας περιποιούνταν συνάδελφοι φαντάροι με άσπρο σακάκι από τη μοίρα διοικήσεως, δίπλα σε στρατηγούς και ταξιάρχους… «Κωλόπαιδα» ψιθύριζαν τα στρατιωτικά γκαρσόνια, «βρήκατε κόλπο και καλοπερνάτε!» Όλοι πίνανε καυτό τσάι και κονιάκ για απόψυξη, οι δύο ψάλτες πίναμε πορτοκαλάδα για να δροσιστούμε… Με τέτοια ζέστη εκεί μέσα στο εκκλησάκι, μαρτυρήσαμε υπέρ πίστεως και πατρίδος!


17 December 2008

Το δοξάρι

του Σ.Φρ.

-«Παππού, παππού, θα μου πεις παραμύθι;»

-«Ναι αγόρι μου, πάμε να ξαπλώσουμε και θα σου πω ένα ωραίο παραμύθι…»

-«Να μη με κοιμήσεις όμως, γιατί μετά δεν θα ακούσω το παραμύθι.»

-«Μπα, θα είσαι ξύπνιος κι εγώ θα λέω παραμύθι.»

-«Με ανοικτά μάτια θα μου λες.»

-«Βέβαια, θα είμαστε και οι δύο με ανοικτά μάτια.

Η γυναίκα μου έφυγε για να επισκεφτεί στο νοσοκομείο μια συγγενή που έκανε εγχείριση κι εγώ ανέλαβα να περάσω το απόγευμα με τον εγγονό, κοντά 4 ετών ήδη και με υψηλές απαιτήσεις για πολλά και διαφορετικά παραμύθια. Τα θυμόταν όλα και μόνο τα «ωραία» ήθελε να του επαναλαμβάνω.

Τον ξάπλωσα στο μεγάλο κρεβάτι, δεν ήθελε να τον γδύσω, γιατί αυτό σήμαινε ύπνο, μόνο τα παπούτσια δέχτηκε να του βγάλω. Έβγαλα κι εγώ τις παντόφλες μου και έπεσα με τα ρούχα δίπλα του. Σκεπαστήκαμε με ένα σεντόνι, απλώσαμε τα χέρια από πάνω -με το ζόρι μπόρεσα να καταπιέσω ένα χασμουρητό που θα πρόδιδε απορριπτέες επιθυμίες- και ήμουν έτοιμος να αρχίσω το παραμύθι.

-«Λοιπόν, σήμερα θα πούμε για ένα παιδάκι που το λέγανε Αγαπούλη και έπαιζε πολύ ωραία μουσική.»

-«Τι όργανο έπαιζε παππού;»

-«Στην αρχή, όταν ήταν πολύ μικρός, δεν είχε μάθει ακόμα και δεν έπαιζε τίποτα. Αργότερα που μεγάλωσε λίγο, έπαιζε βιολί και μετά πιάνο.»

-«Τι είναι το βιολί παππού;»

-«Είναι εκείνο το όργανο που σου έδειξα στην τηλεόραση. Το κρατάει ο μουσικός με το σαγόνι του στον ώμο και παίζει μουσική με το δοξάρι…» Έκανα πάνω από το σεντόνι τις κινήσεις του βιολονίστα.

-«Παππού θα μου πάρεις ένα δουκ-τσάρι;»

-«Δο-ξά-ρι, το δοξάρι λέγεται…»

-«Ένα δοκσσάρι θα μου πάρεις παππού;» επέμενε ο εγγονός, βελτιώνοντας την εκφορά...

-«Ναι αγόρι μου, θα σου πάρω ένα δοξάρι…»

-«Ένα μεγάλο δοκσσάρι θέλω παππού…»

-«Ναι, το μεγαλύτερο θα σου πάρω, να παίζεις βιολί.»

-«Θα παίζω σαν τον Αγαπούλη, παππού!»

-«Πολύ καλύτερα θα παίζεις μωρό μου! Λοιπόν, ο μπαμπάς του Αγαπούλη ήταν δάσκαλος μουσικής και έπαιζε βιολί, έμαθε σιγά σιγά και το αγοράκι του να παίζει. Και ο Αγαπούλης μάθαινε γρήγορα, έκανε πολλές ασκήσεις και έγινε πολύ καλός. Μετά, μάθαινε και πιάνο ο Αγαπούλης, ο μπαμπάς του τού έκανε πολλά μαθήματα και πολλές ασκήσεις και όλοι ήταν βέβαιοι ότι ο Αγαπούλης θα γίνει σπουδαίος μουσικός.»

»Μετά από λίγο καιρό άρχισε ο Αγαπούλης να γράφει και μουσική, πολύ όμορφη μουσική και έπαιζε αυτή τη μουσική του στον κόσμο που πήγαινε να τον ακούσει. Ο Αγαπούλης έκανε το μαέστρο στην ορχήστρα και όλοι λέγανε ότι ήταν η καλύτερη μουσική που είχαν ακούσει ποτέ… Άκου! Ακούς τώρα; Αυτή είναι η μουσική του Αγαπούλη…»

Κάπου κοντά άρχισε να δυναμώνει μια μελωδία. Αρχικά ακούστηκε ο ήχος του βιολιού που έπαιξε ζωηρά το θέμα ενός μενουέτου, ακολούθησε μια παραλλαγή και αμέσως μετά το τσέλο επανέλαβε το μοτίβο, κρατώντας στη συνέχεια το ίσο με «γρατζούνισμα»…
Ήμουν περίεργος, από πού μπορεί να ερχόταν αυτή η μουσική, ποιος έβαλε το δίσκο να παίξει… Σηκώθηκα από το κρεβάτι, έβαλα τις παντόφλες και ετοιμάστηκα να πάω δίπλα στο σαλόνι, να δω τί συμβαίνει. Ο εγγονός μου δεν έχασε καιρό, σηκώθηκε κι αυτός γρήγορα, φόρεσε τα παπουτσάκια του και έτρεξε πίσω μου.

Περάσαμε το διάδρομο, άνοιξα την πόρτα στο σαλόνι και βρέθηκα μπροστά σε ένα απίστευτο θέαμα: στο μέσο του σαλονιού είχαν στηθεί καρέκλες, κάθονταν 10-12 άτομα, 3Ο-40 ετών περίπου, ντυμένα με εντυπωσιακά παλιά κοστούμια. Οι άντρες φορούσαν περούκες με ουρά πίσω, οι κυρίες πιο περίτεχνες με μπούκλες.

Δεξιά, στο υπερυψωμένο τμήμα του σαλονιού, εκεί που βρισκόταν η τραπεζαρία μας, είχαν παραμεριστεί τα έπιπλα και είχε πάρει θέση ένα κουαρτέτο εγχόρδων. Δύο βιολιά, μια βιόλα και το τσέλο. Βιόλα έπαιζε ο ίδιος ο Αγαπούλης, ναι, ήταν ο Amadé Mozart, κοντούλης και λεπτός, ασχημόπαπο, στο κεφάλι μια περούκα με μπούκλες δεξιά αριστερά και ουρίτσα πίσω.

Θα έγινε κάποιος θόρυβος, ίσως έτριξε η πόρτα, και ο Amadé γύρισε και μας κοίταξε, χωρίς να σταματήσει να παίζει. Έκανα μηχανικά μια ελαφριά υπόκλιση, κάτι ανάμεσα σε χαιρετισμό και αίτηση συγγνώμης. Μου χαμογέλασε και έστρεψε την προσοχή του στη μουσική. Κρατούσε με το αριστερό χέρι τη βιόλα και με το δοξάρι έδινε το ρυθμό, όταν δεν έπαιζε κι ο ίδιος…

Δεν πίστευα στ’ αυτιά και στα μάτια μου, μπροστά μου, στο σαλόνι μας, έπαιζε ένα σύνολο ζωντανά μουσική του και ο ίδιος ο Mozart συμμετείχε ως οργανοπαίκτης. Είχα διαβάσει ότι ήταν δεξιοτέχνης στη βιόλα, αλλά αυτό που έβλεπα και άκουγα τώρα ήταν κάτι από άλλο κόσμο. Μου έκανε επίσης εντύπωση η σπουδαία ακουστική του σαλονιού μας· δεν είχα φανταστεί ότι έχει τέτοιες ιδιότητες, αφού τα έπιπλά μας δεν βοηθούσαν σ’ αυτό καθόλου.

Οι φιλόμουσοι στο ακροατήριο δεν έδωσαν καμιά προσοχή στην είσοδό μας, δεν φαίνεται να ενοχλήθηκαν καν. Συνέχισαν να ακούν και πότε πότε κοιτάζονταν κάνοντας νοήματα με μάτια και χείλια, ίσως για κάποιο δεξιοτεχνικό δακτυλισμό ενός οργανοπαίκτη ή για κάποιο ωραίο πέρασμα από το ένα μοτίβο στο άλλο, ίσως να ήταν και κάποια σιωπηρή συνεννόηση για μετά…

Κάθισα όσο μπορούσα πιο αθόρυβα στον καναπέ, εκεί που κάθομαι πάντα για να παρακολουθώ την τηλεόραση, πήρα τον εγγονό στα πόδια μου και ακούγαμε την υπέροχη μουσική εντυπωσιασμένοι. Ο Mozart είχε έρθει αυτοπροσώπως σπίτι μας και έδινε συναυλία. Ο εγγονός κούναγε τα χεράκια του με ενθουσιασμό, «διηύθυνε» κι αυτός την ορχήστρα, μιμούμενος κινήσεις μαέστρων που είχε δει στην τηλεόραση…

Κάποια στιγμή ολοκληρώθηκε το κομμάτι και, ενώ η πλατεία χειροκροτούσε με ενθουσιασμό στα πρόσωπα αλλά συγκρατημένα στα χέρια, όσο επέτρεπαν οι καλοί τρόποι, ο Mozart ακούμπησε το βιολί και το δοξάρι στο κάθισμα και έκανε μια βαθιά υπόκλιση. Ο εγγονός μου που παρακολουθούσε με τεράστια μάτια τις κινήσεις, πετάχτηκε και φώναξε: «Παππού, τέτοιο δουκσσάρι θέλω να μου πάρεις!». «Ναι αγόρι μου», τον καθησύχασα εγώ, «ολόιδιο με αυτό θα σου πάρω...»

Εντωμεταξύ ο Mozart είχε πάει στην πρώτη σειρά της πλατείας και χαριεντιζόταν με τις κυρίες, έκανε υποκλίσεις συναίνεσης σε κάθε αίτημα που του υπέβαλαν, να παίξει το ένα ή το άλλο κομμάτι από τα έργα του. Χωρίς να διακόψει τα χαμόγελα και τις χειρονομίες —δεν εκφραζόταν σαν Γερμανός με επιφυλακτικότητα, αλλά σαν Ιταλός, με όλο του το σώμα. Σταδιακά προχώρησε και ήρθε στον καναπέ που καθόμουν εγώ με τον εγγονό στα πόδια μου. Έκανα να σηκωθώ αλλά με κράτησε από τον ώμο και έπιασε την παλάμη μου για χειραψία. «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κύριε καθηγητά που διαθέσατε το σαλόνι σας για τη μικρή αυτή εκδήλωση», μου λέει. Δεν είχα ιδέα εγώ, αλλά τέλος πάντων, δεν ήταν ώρα για αμφισβητήσεις.

Του έδειξα τη θέση δίπλα μου να καθίσει, να τον βλέπει και ο εγγονός μου καλύτερα που ήταν κατενθουσιασμένος με το κοστούμι του μουσικού. «Μαέστρο», του απηύθηνα το λόγο, «δεν φαντάστηκα ότι θα σας έχω εδώ δίπλα μου, αλλιώς θα είχα οργανώσει καλύτερα την εκδήλωση...». «Μα τι λέτε αγαπητέ», με καθησύχασε τινάζοντας τα χέρια του, «μια μικρή εκδήλωση είναι, γιατί να κουράζεστε;».

Σκεφτόμουν, πόσα δεν είχα να τον ρωτήσω αυτόν τον άνθρωπο, αλλά τώρα ξαφνικά δεν μου ερχόταν τίποτα στο μυαλό. Μάλλον προβληματιζόμουν, τι να πρωτορωτήσω, μέχρι να τελειώσει τη συναυλία και με τόσο κόσμο μπροστά μας στο σαλόνι· όλοι θα ήθελαν να του πουν κάτι ιδιαιτέρως. Κάπου εκεί μου ήρθε στο μυαλό ένα θέμα που πάντα με απασχολούσε...

«Θα ήθελα, αν επιτρέπετε, μαέστρο να σας ρωτήσω κάτι» του λέω, τη στιγμή που μια κοπέλα από το προσωπικό εξυπηρέτησης του έφερε ένα ποτήρι νερό. «Είχα πάντα ένα ερώτημα στο μυαλό μου, γιατί έχετε συνθέσει 2 ολόιδια κοντσέρτα, ένα για φλάουτο και ένα για όμποε που διαφέρουν μόνο στην κλίμακα;». Με κοίταξε έκπληκτος και λίγο επιφυλακτικός: «Το έχετε προσέξει; Έλεγα ότι δεν έχει γίνει γνωστό αυτό. Θα σας πω όμως, αφού με ρωτάτε με ενδιαφέρον... είναι μια αστεία ιστορία.» 

Κάθισε πιο αναπαυτικά, ήπιε 2-3 γουλιές από το νερό που του έφερε η κοπέλα και άρχισε να διηγείται, κοιτάζοντας αφηρημένα απέναντι στον τοίχο, για να θυμηθεί λεπτομέρειες... «Ήταν χειμώνας και βρισκόμουν στο Mannheim, έπρεπε να ετοιμάσω συνθέσεις για πολλές ακαδημίες, έκανα και πολλά μαθήματα σε παιδιά των εκλεκτών οικογενειών, γιατί είχα την ελπίδα ότι ο ηγεμόνας θα μου προσέφερε μια μόνιμη θέση μουσικού στην Αυλή.» 

Χαμογέλασε μόνος του, κάνοντας διάλειμμα στην κουβέντα, ίσως επειδή θυμήθηκε κάτι διασκεδαστικό, και συνέχισε: «Εμφανίστηκε λοιπόν ένας κύριος από την Ολλανδία, ο οποίος δήλωσε ότι λατρεύει τη μουσική γενικά, τη μουσική μου ιδιαίτερα, αλλά κι εμένα προσωπικά πάρα πολύ, παρότι δεν με είχε συναντήσει ποτέ μέχρι τότε. Νόμιζε δε ότι ήμουν μεγαλύτερος στην ηλικία και όχι μόνο 21 ετών.

»Μου ζήτησε λοιπόν να συνθέσω γι' αυτόν τρία μικρά, εύκολα και σύντομα κοντσέρτα καθώς και μερικά κουαρτέτα για το φλάουτο. Έπρεπε να είναι εύκολα για να τα παίζει ο ίδιος ως ερασιτέχνης φλαουτίστας. Θα μου έδινε 200 Gulden! Μου άρεσε η προσφορά του, αλλιώς δεν θα δεχόμουν, λόγω των πολλών ασχολιών που είχα εκείνη την εποχή, όπως σας είπα.»

Ο Mozart τέντωσε τα χέρια του και έπλεξε τα δάκτυλα, κοιτάζοντας αφηρημένα στο πάτωμα. «Ξέρετε όμως πόσοι παράγγειλαν έργα μου και μετά εξαφανίστηκαν, χωρίς να τα πάρουν και, το κυριότερο, χωρίς να πληρώσουν;» Έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Έχετε απόλυτα δίκιο μαέστρο», βρήκα ευκαιρία να παρέμβω, «αλλά τα έργα αυτά, έστω κι αν δεν πληρώθηκαν, μείνανε στην παγκόσμια μουσική κληρονομιά...» Με κοίταξε διερευνητικά, σαν να μην κατάλαβε τι του είπα, και απάντησε κάπως ανασφαλής και προβληματισμένος: «Ναι βέβαια ... εγώ έπρεπε όμως να ζήσω, ποτέ δεν είχα αρκετά χρήματα, ούτε και μόνιμη θέση...» 

Και συνέχισε με ζωντάνια, σαν να διέγραψε τις προηγούμενες σκέψεις του: «Όταν ο μουσικόφιλος Ολλανδός μού είπε μετά από 1-2 μήνες ότι θα φύγει σύντομα για το Παρίσι, πρέπει να ήταν ήδη 1778, είχα ετοιμάσει γι' αυτόν μόνο ένα κοντσέρτο και 3 κουαρτέτα. Τον είδα λίγο θυμωμένο, αλλά δεν είχαμε ορίσει προθεσμίες και δεν ήξερα ότι θα είναι βιαστικός... Όποτε ευκαιρούσα θα έγραφα! Μου λέει τότε αυτός ότι θα μου έδινε τελικά μόνο 100 Gulden, αν έγραφα γι' αυτόν ακόμα ένα κοντσέρτο.» 

Άλλαξε λίγο τη θέση του στον καναπέ και, χωρίς να με κοιτάξει, συνέχισε τη διήγησή του: «Τι να κάνω τότε, χρειαζόμουν τα χρήματα αλλά δεν είχα και χρόνο. Και δεν ήθελα να γράψω κάτι πρόχειρο... Έπρεπε να αναφέρεται στην παρτιτούρα επαξίως το όνομα Mozart. Έτσι πήρα το κοντσέρτο για όμποε, το οποίο έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Mannheim, και το ξανάγραψα ίδιο για φλάουτο στην κλίμακα ρε ματζόρε...» 

Λέγοντας αυτό γέλασε κακαριστά, ίσως επειδή χάρηκε για άλλη μια φορά που είχε κοροϊδέψει τον τσιγκούνη Ολλανδό. «Αλλά τελικά ούτε 100 Gulden μου έδωσε, μόνο 96. Όταν πήρε ο φίλος μου τις παρτιτούρες και τους έριξε μια ματιά, κατάλαβε ότι δεν ήταν αυτό που περίμενε για να το παίξει ένας ερασιτέχνης. Αλλά κι εγώ δεν μπορούσα να γράφω παιδικά κοντσέρτα...»

Με κοίταξε ντροπαλά να δει αν συμφωνώ με την άποψή του. «Μαέστρο», του λέω γελώντας, «όχι μόνο δεν ήταν εύκολα τα κοντσέρτα που του γράψατε· σήμερα παίζονται αυτά στα ωδεία από τους τελειόφοιτους φλαουτίστες για να πάρουν επαγγελματικό δίπλωμα!» «Α, τι λέτε;», έκανε έκπληκτος ο Mozart και, καθώς προσπάθησε να ξαναπιάσει το ποτήρι νερού στο τραπεζάκι, γλίστρησε αυτό και κτύπησε στο ξύλο με έναν περίεργο κρότο, σαν να έκλεισε μια πόρτα...

-«Καλά, πάλι σε πήρε ο ύπνος;»

Τίναξα το κεφάλι... από πάνω μου στο υπνοδωμάτιο στεκόταν η γυναίκα μου, είχε γυρίσει από την επίσκεψη στο νοσοκομείο.

-«Άφησες το μωρό μόνο του και έπεσες για ύπνο;»


Πετάχτηκα επάνω… «Εδώ ήταν το μωρό, τι έγινε;» … Έτρεξα στο σαλόνι. Όλα ήταν στη θέση τους κανονικά, κανένα μουσικό σύνολο στη θέση της τραπεζαρίας, καμιά διαμόρφωση καθισμάτων στην πλατεία, κανένας φιλόμουσος ακροατής, κανένας Amadé… Καθένας ονειρεύεται αυτά που επιθυμεί να δει και να ζήσει…

Ο εγγονός ήταν στη βεράντα και είχε βουτήξει τα χέρια του στη γλάστρα, πλάθοντας κουλουράκια με νερό και χώμα… Μάγουλα, μέτωπο και ρούχα ήταν λασπωμένα, αλλά ο ίδιος ήταν ευτυχισμένος, μέτραγε μόνο τα κουλουράκια του, όπως είχε μάθει στο νηπιαγωγείο, ένα, δύο, τρία… Πάνω που κόντευα να τον κοιμίσω, με αποκοίμισε αυτός και τώρα έπρεπε να ακούω τις φωνές της γυναίκας μου…

-«Έλα», λέω στον εγγονό, «να σε βάλω στη μπανιέρα!»

-«Παππού, θα μου πάρεις ένα δουκσσάρι;», του είχε γίνει έμμονη ιδέα το δοξάρι...

-«Ναι αγόρι μου, έλα πρώτα να σε πλύνω, δεν γίνεται να κρατάς δοξάρι με τέτοια χέρια…»




------------------------------
ΥΓ: Το περιστατικό με τον Ολλανδό έμπορο στο Mannheim περιγράφηκε από τον W.A. Mozart σε επιστολή προς τον πατέρα του κι έτσι διασώθηκε μέχρι σήμερα...


(Stelios Frangopoulos, Στέλιος Φραγκόπουλος)