17 December 2008

Το δοξάρι

του Σ.Φρ.

-«Παππού, παππού, θα μου πεις παραμύθι;»

-«Ναι αγόρι μου, πάμε να ξαπλώσουμε και θα σου πω ένα ωραίο παραμύθι…»

-«Να μη με κοιμήσεις όμως, γιατί μετά δεν θα ακούσω το παραμύθι.»

-«Μπα, θα είσαι ξύπνιος κι εγώ θα λέω παραμύθι.»

-«Με ανοικτά μάτια θα μου λες.»

-«Βέβαια, θα είμαστε και οι δύο με ανοικτά μάτια.

Η γυναίκα μου έφυγε για να επισκεφτεί στο νοσοκομείο μια συγγενή που έκανε εγχείριση κι εγώ ανέλαβα να περάσω το απόγευμα με τον εγγονό, κοντά 4 ετών ήδη και με υψηλές απαιτήσεις για πολλά και διαφορετικά παραμύθια. Τα θυμόταν όλα και μόνο τα «ωραία» ήθελε να του επαναλαμβάνω.

Τον ξάπλωσα στο μεγάλο κρεβάτι, δεν ήθελε να τον γδύσω, γιατί αυτό σήμαινε ύπνο, μόνο τα παπούτσια δέχτηκε να του βγάλω. Έβγαλα κι εγώ τις παντόφλες μου και έπεσα με τα ρούχα δίπλα του. Σκεπαστήκαμε με ένα σεντόνι, απλώσαμε τα χέρια από πάνω -με το ζόρι μπόρεσα να καταπιέσω ένα χασμουρητό που θα πρόδιδε απορριπτέες επιθυμίες- και ήμουν έτοιμος να αρχίσω το παραμύθι.

-«Λοιπόν, σήμερα θα πούμε για ένα παιδάκι που το λέγανε Αγαπούλη και έπαιζε πολύ ωραία μουσική.»

-«Τι όργανο έπαιζε παππού;»

-«Στην αρχή, όταν ήταν πολύ μικρός, δεν είχε μάθει ακόμα και δεν έπαιζε τίποτα. Αργότερα που μεγάλωσε λίγο, έπαιζε βιολί και μετά πιάνο.»

-«Τι είναι το βιολί παππού;»

-«Είναι εκείνο το όργανο που σου έδειξα στην τηλεόραση. Το κρατάει ο μουσικός με το σαγόνι του στον ώμο και παίζει μουσική με το δοξάρι…» Έκανα πάνω από το σεντόνι τις κινήσεις του βιολονίστα.

-«Παππού θα μου πάρεις ένα δουκ-τσάρι;»

-«Δο-ξά-ρι, το δοξάρι λέγεται…»

-«Ένα δοκσσάρι θα μου πάρεις παππού;» επέμενε ο εγγονός, βελτιώνοντας την εκφορά...

-«Ναι αγόρι μου, θα σου πάρω ένα δοξάρι…»

-«Ένα μεγάλο δοκσσάρι θέλω παππού…»

-«Ναι, το μεγαλύτερο θα σου πάρω, να παίζεις βιολί.»

-«Θα παίζω σαν τον Αγαπούλη, παππού!»

-«Πολύ καλύτερα θα παίζεις μωρό μου! Λοιπόν, ο μπαμπάς του Αγαπούλη ήταν δάσκαλος μουσικής και έπαιζε βιολί, έμαθε σιγά σιγά και το αγοράκι του να παίζει. Και ο Αγαπούλης μάθαινε γρήγορα, έκανε πολλές ασκήσεις και έγινε πολύ καλός. Μετά, μάθαινε και πιάνο ο Αγαπούλης, ο μπαμπάς του τού έκανε πολλά μαθήματα και πολλές ασκήσεις και όλοι ήταν βέβαιοι ότι ο Αγαπούλης θα γίνει σπουδαίος μουσικός.»

»Μετά από λίγο καιρό άρχισε ο Αγαπούλης να γράφει και μουσική, πολύ όμορφη μουσική και έπαιζε αυτή τη μουσική του στον κόσμο που πήγαινε να τον ακούσει. Ο Αγαπούλης έκανε το μαέστρο στην ορχήστρα και όλοι λέγανε ότι ήταν η καλύτερη μουσική που είχαν ακούσει ποτέ… Άκου! Ακούς τώρα; Αυτή είναι η μουσική του Αγαπούλη…»

Κάπου κοντά άρχισε να δυναμώνει μια μελωδία. Αρχικά ακούστηκε ο ήχος του βιολιού που έπαιξε ζωηρά το θέμα ενός μενουέτου, ακολούθησε μια παραλλαγή και αμέσως μετά το τσέλο επανέλαβε το μοτίβο, κρατώντας στη συνέχεια το ίσο με «γρατζούνισμα»…
Ήμουν περίεργος, από πού μπορεί να ερχόταν αυτή η μουσική, ποιος έβαλε το δίσκο να παίξει… Σηκώθηκα από το κρεβάτι, έβαλα τις παντόφλες και ετοιμάστηκα να πάω δίπλα στο σαλόνι, να δω τί συμβαίνει. Ο εγγονός μου δεν έχασε καιρό, σηκώθηκε κι αυτός γρήγορα, φόρεσε τα παπουτσάκια του και έτρεξε πίσω μου.

Περάσαμε το διάδρομο, άνοιξα την πόρτα στο σαλόνι και βρέθηκα μπροστά σε ένα απίστευτο θέαμα: στο μέσο του σαλονιού είχαν στηθεί καρέκλες, κάθονταν 10-12 άτομα, 3Ο-40 ετών περίπου, ντυμένα με εντυπωσιακά παλιά κοστούμια. Οι άντρες φορούσαν περούκες με ουρά πίσω, οι κυρίες πιο περίτεχνες με μπούκλες.

Δεξιά, στο υπερυψωμένο τμήμα του σαλονιού, εκεί που βρισκόταν η τραπεζαρία μας, είχαν παραμεριστεί τα έπιπλα και είχε πάρει θέση ένα κουαρτέτο εγχόρδων. Δύο βιολιά, μια βιόλα και το τσέλο. Βιόλα έπαιζε ο ίδιος ο Αγαπούλης, ναι, ήταν ο Amadé Mozart, κοντούλης και λεπτός, ασχημόπαπο, στο κεφάλι μια περούκα με μπούκλες δεξιά αριστερά και ουρίτσα πίσω.

Θα έγινε κάποιος θόρυβος, ίσως έτριξε η πόρτα, και ο Amadé γύρισε και μας κοίταξε, χωρίς να σταματήσει να παίζει. Έκανα μηχανικά μια ελαφριά υπόκλιση, κάτι ανάμεσα σε χαιρετισμό και αίτηση συγγνώμης. Μου χαμογέλασε και έστρεψε την προσοχή του στη μουσική. Κρατούσε με το αριστερό χέρι τη βιόλα και με το δοξάρι έδινε το ρυθμό, όταν δεν έπαιζε κι ο ίδιος…

Δεν πίστευα στ’ αυτιά και στα μάτια μου, μπροστά μου, στο σαλόνι μας, έπαιζε ένα σύνολο ζωντανά μουσική του και ο ίδιος ο Mozart συμμετείχε ως οργανοπαίκτης. Είχα διαβάσει ότι ήταν δεξιοτέχνης στη βιόλα, αλλά αυτό που έβλεπα και άκουγα τώρα ήταν κάτι από άλλο κόσμο. Μου έκανε επίσης εντύπωση η σπουδαία ακουστική του σαλονιού μας· δεν είχα φανταστεί ότι έχει τέτοιες ιδιότητες, αφού τα έπιπλά μας δεν βοηθούσαν σ’ αυτό καθόλου.

Οι φιλόμουσοι στο ακροατήριο δεν έδωσαν καμιά προσοχή στην είσοδό μας, δεν φαίνεται να ενοχλήθηκαν καν. Συνέχισαν να ακούν και πότε πότε κοιτάζονταν κάνοντας νοήματα με μάτια και χείλια, ίσως για κάποιο δεξιοτεχνικό δακτυλισμό ενός οργανοπαίκτη ή για κάποιο ωραίο πέρασμα από το ένα μοτίβο στο άλλο, ίσως να ήταν και κάποια σιωπηρή συνεννόηση για μετά…

Κάθισα όσο μπορούσα πιο αθόρυβα στον καναπέ, εκεί που κάθομαι πάντα για να παρακολουθώ την τηλεόραση, πήρα τον εγγονό στα πόδια μου και ακούγαμε την υπέροχη μουσική εντυπωσιασμένοι. Ο Mozart είχε έρθει αυτοπροσώπως σπίτι μας και έδινε συναυλία. Ο εγγονός κούναγε τα χεράκια του με ενθουσιασμό, «διηύθυνε» κι αυτός την ορχήστρα, μιμούμενος κινήσεις μαέστρων που είχε δει στην τηλεόραση…

Κάποια στιγμή ολοκληρώθηκε το κομμάτι και, ενώ η πλατεία χειροκροτούσε με ενθουσιασμό στα πρόσωπα αλλά συγκρατημένα στα χέρια, όσο επέτρεπαν οι καλοί τρόποι, ο Mozart ακούμπησε το βιολί και το δοξάρι στο κάθισμα και έκανε μια βαθιά υπόκλιση. Ο εγγονός μου που παρακολουθούσε με τεράστια μάτια τις κινήσεις, πετάχτηκε και φώναξε: «Παππού, τέτοιο δουκσσάρι θέλω να μου πάρεις!». «Ναι αγόρι μου», τον καθησύχασα εγώ, «ολόιδιο με αυτό θα σου πάρω...»

Εντωμεταξύ ο Mozart είχε πάει στην πρώτη σειρά της πλατείας και χαριεντιζόταν με τις κυρίες, έκανε υποκλίσεις συναίνεσης σε κάθε αίτημα που του υπέβαλαν, να παίξει το ένα ή το άλλο κομμάτι από τα έργα του. Χωρίς να διακόψει τα χαμόγελα και τις χειρονομίες —δεν εκφραζόταν σαν Γερμανός με επιφυλακτικότητα, αλλά σαν Ιταλός, με όλο του το σώμα. Σταδιακά προχώρησε και ήρθε στον καναπέ που καθόμουν εγώ με τον εγγονό στα πόδια μου. Έκανα να σηκωθώ αλλά με κράτησε από τον ώμο και έπιασε την παλάμη μου για χειραψία. «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ κύριε καθηγητά που διαθέσατε το σαλόνι σας για τη μικρή αυτή εκδήλωση», μου λέει. Δεν είχα ιδέα εγώ, αλλά τέλος πάντων, δεν ήταν ώρα για αμφισβητήσεις.

Του έδειξα τη θέση δίπλα μου να καθίσει, να τον βλέπει και ο εγγονός μου καλύτερα που ήταν κατενθουσιασμένος με το κοστούμι του μουσικού. «Μαέστρο», του απηύθηνα το λόγο, «δεν φαντάστηκα ότι θα σας έχω εδώ δίπλα μου, αλλιώς θα είχα οργανώσει καλύτερα την εκδήλωση...». «Μα τι λέτε αγαπητέ», με καθησύχασε τινάζοντας τα χέρια του, «μια μικρή εκδήλωση είναι, γιατί να κουράζεστε;».

Σκεφτόμουν, πόσα δεν είχα να τον ρωτήσω αυτόν τον άνθρωπο, αλλά τώρα ξαφνικά δεν μου ερχόταν τίποτα στο μυαλό. Μάλλον προβληματιζόμουν, τι να πρωτορωτήσω, μέχρι να τελειώσει τη συναυλία και με τόσο κόσμο μπροστά μας στο σαλόνι· όλοι θα ήθελαν να του πουν κάτι ιδιαιτέρως. Κάπου εκεί μου ήρθε στο μυαλό ένα θέμα που πάντα με απασχολούσε...

«Θα ήθελα, αν επιτρέπετε, μαέστρο να σας ρωτήσω κάτι» του λέω, τη στιγμή που μια κοπέλα από το προσωπικό εξυπηρέτησης του έφερε ένα ποτήρι νερό. «Είχα πάντα ένα ερώτημα στο μυαλό μου, γιατί έχετε συνθέσει 2 ολόιδια κοντσέρτα, ένα για φλάουτο και ένα για όμποε που διαφέρουν μόνο στην κλίμακα;». Με κοίταξε έκπληκτος και λίγο επιφυλακτικός: «Το έχετε προσέξει; Έλεγα ότι δεν έχει γίνει γνωστό αυτό. Θα σας πω όμως, αφού με ρωτάτε με ενδιαφέρον... είναι μια αστεία ιστορία.» 

Κάθισε πιο αναπαυτικά, ήπιε 2-3 γουλιές από το νερό που του έφερε η κοπέλα και άρχισε να διηγείται, κοιτάζοντας αφηρημένα απέναντι στον τοίχο, για να θυμηθεί λεπτομέρειες... «Ήταν χειμώνας και βρισκόμουν στο Mannheim, έπρεπε να ετοιμάσω συνθέσεις για πολλές ακαδημίες, έκανα και πολλά μαθήματα σε παιδιά των εκλεκτών οικογενειών, γιατί είχα την ελπίδα ότι ο ηγεμόνας θα μου προσέφερε μια μόνιμη θέση μουσικού την Αυλή.» 

Χαμογέλασε μόνος του, κάνοντας διάλειμμα στην κουβέντα, ίσως επειδή θυμήθηκε κάτι διασκεδαστικό, και συνέχισε: «Εμφανίστηκε λοιπόν ένας κύριος από την Ολλανδία, ο οποίος δήλωσε ότι λατρεύει τη μουσική γενικά, τη μουσική μου ιδιαίτερα, αλλά κι εμένα προσωπικά πάρα πολύ, παρότι δεν με είχε συναντήσει ποτέ μέχρι τότε. Νόμιζε δε ότι ήμουν μεγαλύτερος στην ηλικία και όχι μόνο 21 ετών.

»Μου ζήτησε λοιπόν να συνθέσω γι' αυτόν τρία μικρά, εύκολα και σύντομα κοντσέρτα καθώς και μερικά κουαρτέτα για το φλάουτο. Έπρεπε να είναι εύκολα για να τα παίζει ο ίδιος ως ερασιτέχνης φλαουτίστας. Θα μου έδινε 200 Gulden! Μου άρεσε η προσφορά του, αλλιώς δεν θα δεχόμουν, λόγω των πολλών ασχολιών που είχα εκείνη την εποχή, όπως σας είπα.»

Ο Mozart τέντωσε τα χέρια του και έπλεξε τα δάκτυλα, κοιτάζοντας αφηρημένα στο πάτωμα. «Ξέρετε όμως πόσοι παράγγειλαν έργα μου και μετά εξαφανίστηκαν, χωρίς να τα πάρουν και, το κυριότερο, χωρίς να πληρώσουν;» Έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Έχετε απόλυτα δίκιο μαέστρο», βρήκα ευκαιρία να παρέμβω, «αλλά τα έργα αυτά, έστω κι αν δεν πληρώθηκαν, μείνανε στην παγκόσμια μουσική κληρονομιά...» Με κοίταξε διερευνητικά, σαν να μην κατάλαβε τι του είπα, και απάντησε κάπως ανασφαλής και προβληματισμένος: «Ναι βέβαια ... εγώ έπρεπε όμως να ζήσω, ποτέ δεν είχα αρκετά χρήματα, ούτε και μόνιμη θέση...» 

Και συνέχισε με ζωντάνια, σαν να διέγραψε τις προηγούμενες σκέψεις του: «Όταν ο μουσικόφιλος Ολλανδός μού είπε μετά από 1-2 μήνες ότι θα φύγει σύντομα για το Παρίσι, πρέπει να ήταν ήδη 1778, είχα ετοιμάσει γι' αυτόν μόνο ένα κοντσέρτο και 3 κουαρτέτα. Τον είδα λίγο θυμωμένο, αλλά δεν είχαμε ορίσει προθεσμίες και δεν ήξερα ότι θα είναι βιαστικός... Όποτε ευκαιρούσα θα έγραφα! Μου λέει τότε αυτός ότι θα μου έδινε τελικά μόνο 100 Gulden, αν έγραφα γι' αυτόν ακόμα ένα κοντσέρτο.» 

Άλλαξε λίγο τη θέση του στον καναπέ και, χωρίς να με κοιτάξει, συνέχισε τη διήγησή του: «Τι να κάνω τότε, χρειαζόμουν τα χρήματα αλλά δεν είχα και χρόνο. Και δεν ήθελα να γράψω κάτι πρόχειρο... Έπρεπε να αναφέρεται στην παρτιτούρα επαξίως το όνομα Mozart. Έτσι πήρα το κοντσέρτο για όμποε, το οποίο έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Mannheim, και το ξανάγραψα ίδιο για φλάουτο στην κλίμακα ρε ματζόρε...» 

Λέγοντας αυτό γέλασε κακαριστά, ίσως επειδή χάρηκε για άλλη μια φορά που είχε κοροϊδέψει τον τσιγκούνη Ολλανδό. «Αλλά τελικά ούτε 100 Gulden μου έδωσε, μόνο 96. Όταν πήρε ο φίλος μου τις παρτιτούρες και τους έριξε μια ματιά, κατάλαβε ότι δεν ήταν αυτό που περίμενε για να το παίξει ένας ερασιτέχνης. Αλλά κι εγώ δεν μπορούσα να γράφω παιδικά κοντσέρτα...»

Με κοίταξε ντροπαλά να δει αν συμφωνώ με την άποψή του. «Μαέστρο», του λέω γελώντας, «όχι μόνο δεν ήταν εύκολα τα κοντσέρτα που του γράψατε· σήμερα παίζονται αυτά στα ωδεία από τους τελειόφοιτους φλαουτίστες για να πάρουν επαγγελματικό δίπλωμα!» «Α, τι λέτε;», έκανε έκπληκτος ο Mozart και, καθώς προσπάθησε να ξαναπιάσει το ποτήρι νερού στο τραπεζάκι, γλίστρησε αυτό και κτύπησε στο ξύλο με έναν περίεργο κρότο, σαν να έκλεισε μια πόρτα...

-«Καλά, πάλι σε πήρε ο ύπνος;»
Τίναξα το κεφάλι... από πάνω μου στο υπνοδωμάτιο στεκόταν η γυναίκα μου, είχε γυρίσει από την επίσκεψη στο νοσοκομείο.

-«Άφησες το μωρό μόνο του και έπεσες για ύπνο;»


Πετάχτηκα επάνω… «Εδώ ήταν το μωρό, τι έγινε;» … Έτρεξα στο σαλόνι. Όλα ήταν στη θέση τους κανονικά, κανένα μουσικό σύνολο στη θέση της τραπεζαρίας, καμιά διαμόρφωση καθισμάτων στην πλατεία, κανένας φιλόμουσος ακροατής, κανένας Amadé… Καθένας ονειρεύεται αυτά που επιθυμεί να δει και να ζήσει…

Ο εγγονός ήταν στη βεράντα και είχε βουτήξει τα χέρια του στη γλάστρα, πλάθοντας κουλουράκια με νερό και χώμα… Μάγουλα, μέτωπο και ρούχα ήταν λασπωμένα, αλλά ο ίδιος ήταν ευτυχισμένος, μέτραγε μόνο τα κουλουράκια του, όπως είχε μάθει στον παιδικό σταθμό, ένα, δύο, τρία… Πάνω που κόντευα να τον κοιμίσω, με αποκοίμισε αυτός και τώρα έπρεπε να ακούω τις φωνές της γυναίκας μου…

-«Έλα», λέω στον εγγονό, «να σε βάλω στη μπανιέρα!»

-«Παππού, θα μου πάρεις ένα δουκσσάρι;», του είχε γίνει έμμονη ιδέα το δοξάρι...

-«Ναι αγόρι μου, έλα πρώτα να σε πλύνω, δεν γίνεται να κρατάς δοξάρι με τέτοια χέρια…»




------------------------------
ΥΓ: Το περιστατικό με τον Ολλανδό έμπορο στο Mannheim περιγράφηκε από τον W.A. Mozart σε επιστολή προς τον πατέρα του κι έτσι διασώθηκε μέχρι σήμερα...


(Stelios Frangopoulos, Στέλιος Φραγκόπουλος)