Showing posts with label τέχνες. Show all posts
Showing posts with label τέχνες. Show all posts

06 December 2022

J.Haydn Flute concerto D-dur

Αυτό το κοντσέρτο που κυκλοφορεί ως έργο του Joseph Haydn, έχει στην πραγματικότητα δημιουργό του τον Βιενέζο Leopold Hofmann (1738-1793), ένα σημαντικό συνθέτη, οργανοπαίκτη και δάσκαλο μουσικής στη Βιέννη, ο οποίος κινήθηκε λόγω των συνθηκών της εποχής, στη σκιά των Haydn και Mozart. O εκδότης της παρτιτούρας του κοντσέρτου προτίμησε να το εκδώσει με το όνομα του Haydn, όταν όλοι οι ενδιαφερόμενοι είχαν ήδη πεθάνει, γιατί έτσι θα είχε η έκδοση μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία.

13 April 2016

Λίγο πριν πεθάνεις…

Από το «κορίτσι του διπλανού», 
tilestwra.com, Οκτώβριος 2015
Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών (όπως ο Μητσοτάκης). Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά… λίγο πριν πεθάνω».
Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το 'λεγε. Γνήσια, όχι μ' αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου. Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά.
Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο.
«Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες τους», μου είπε τότε.
«Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου.»
Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του. Η καλή του τύχη του έφερε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε ποτέ από θεούς και δαίμονες, φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ’ ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο.
Κάθε πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι. Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού.
Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ’ το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι.
Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων. Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του. «Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις. Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο. Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί». Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος. Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ.
Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα. Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ πυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι. Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.
-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.
-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο. Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.
-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;
-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτήρι είμαι. Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση!
Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε. Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του. Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς «θανάτω θάνατον πατήσας» και τον ζήλεψα.
Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου…



05 February 2016

Ενας θρύλος που δεν κάηκε

της Μαριλένας Σπυροπούλου, Καθημερινή, 31/1/2016

Τ​​ριακόσιες ώρες ηχογραφημένων ομιλιών. Μνήμες, σκέψεις που πότισαν κοντά οκτώ δεκαετίες. Μια ζωή κεντημένη με κλωστή παραμυθιού και εφιάλτη. Ταινίες, δόξα, χρήμα, ερωμένες, νησιά παραδεισένια, μοναξιά, απόγνωση, αυτοκτονίες, σκληρά διαζύγια, οικονομικές καταστροφές, κατάθλιψη. Και μια φωνή να αφηγείται. «Από λάθος σε λάθος, ανακαλύπτουμε ολόκληρη την αλήθεια», όπως λέει ο Σίγκμουντ Φρόυντ. Ο Μάρλον Μπράντο πέθανε την 1η Ιουλίου 2004 σε ηλικία 78 ετών, από πνευμονικό οίδημα, έχοντας ήδη ζάχαρο και καρκίνο και όντας φορτωμένος από υπέρογκα χρέη. Η ιστορία του αδρομερώς είναι γνωστή μέσα από τις ταινίες του, τις ειδήσεις της προσωπικής του ζωής. 

Ηταν και παραμένει ένας μύθος. Πριν από μερικά έτη, ο επόπτης της εγκαταλελειμμένης βίλας του στο Mullholland Drive στην Καλιφόρνια, ανάμεσα στις σκιές του παρελθόντος και τα ρημαγμένα έπιπλα, βρήκε έναν τεράστιο αριθμό ηχογραφημένων ταινιών και αρκετές κούτες αρχειακού υλικού που κανένας δεν είχε ενδιαφερθεί να ανοίξει. Επειτα από ακρόαση του ηχογραφημένου υλικού, ο σκηνοθέτης Stevan Riley με τον παραγωγό John Battsek δημιούργησαν ένα σπάνιας αξίας ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Listen to me, Marlon», που σκοπό είχε να προβληθεί στα δέκα χρόνια μνήμης από τον θάνατο του σπουδαίου ηθοποιού. Γύρω στο 2015, στο φεστιβάλ Sundance, η εγγονή του Rebecca στην πρώτη προβολή ξέσπασε σε λυγμούς και βγήκε έξω από την αίθουσα, μην αντέχοντας την αναβίωση της ζωής του παππού της και τελικά της οικογένειάς της.
«Ηταν σωστό μαρτύριο να σε ακούω μέσα από όλες αυτές τις φωνές», γράφει ο Ζαν Κοκτώ το 1930 στο ημιτελές μονόπρακτο «Η ανθρώπινη φωνή». Ο Μάρλον Μπράντο καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του στιγμάτισε το διεθνές στερέωμα ως ένας άνδρας βαρύς και εύθραυστος την ίδια στιγμή. Η φωνή του, μέρος των αντιφάσεων της ύπαρξής του όσο και της υποκριτικής του, αναβιώνει μέσα από το ντοκιμαντέρ, κάνοντάς το ξεχωριστό. Ο Μπράντο μιλά σαν ζωντανός, κάνοντας αυτοψυχανάλυση, έχοντας ήδη ξοδέψει μια περιουσία στη ζωή του σε ψυχαναλυτές, οι οποίοι του έβαλαν «σφυριά και κατσαβίδια στο κεφάλι», για να καταλήξει να ακολουθήσει μόνος του την οδό της αλήθειας.
Τι ήταν όμως ο Μάρλον Μπράντο; Οπως πολλοί εκείνης της γενιάς, έτσι και αυτός ήταν γόνος βάναυσου πατέρα και αλκοολικής μητέρας. Το ταλέντο του ήταν η ομορφιά του και η ματιά του στον κόσμο. Καιγόταν από ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και τις πληγές του. Ο Μπράντο δεν ήταν ένας ηθοποιός τεχνικής. Τίποτα στη ζωή του δεν ήταν προϊόν μάρκετινγκ. Ηταν ένας άνθρωπος που βούτηξε με πάθος και έλλειμμα στη θάλασσα της ζωής του, χωρίς σωσίβιο. Η υποκριτική για αυτόν έγινε η βουτιά στον εαυτό του. Και μετά ήρθε η ευθύνη απέναντι στον κόσμο. Συγκρούστηκε με το κατεστημένο, υποστήριξε έγχρωμους και Ινδιάνους, ερωτεύτηκε σφόδρα, γοήτευσε και γοητεύτηκε, εγκατέλειψε και εγκαταλείφθηκε, προσπάθησε να παίξει το παιχνίδι τίμια, ανοικτά, με τις δικές του φαντασιώσεις και οράματα. Εγκλωβίστηκε, έγινε ο πατέρας που δεν ήθελε ποτέ να γίνει, συνετρίβη από ήττες, φθορά, πίκρες. Το σώμα του αποτύπωσε την πορεία της ζωής του. Τα λαμπερά νιάτα έδωσαν τη θέση τους στα πικρά γηρατειά της αυτοεγκατάλειψης. Η τροφή ήταν για αυτόν το ψυχικό αναλγητικό. Οι άνθρωποι που πίστεψε, αγάπησε αλλά και πρόδωσε έγιναν για αυτόν, από σωσίβια, βάρη ασήκωτα.

Ο μύθος του Μπράντο σε αυτό το ντοκιμαντέρ εκτινάσσεται. «Οταν κατάλαβα πόσο ασήμαντος είμαι, τότε συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχουν πολλά να κάνω». Προς το τέλος της ζωής του, κερδίζει αυτογνωσία.

Μιλάει για όλους, αλλά κυρίως για τον εαυτό του. Συγχωρεί τον φρικτό πατέρα και συμφιλιώνεται με τον αβάστακτο πόνο που έδωσε και βίωσε από τα παιδιά του. Αποτίμησε την καριέρα του και αποδέχθηκε τα τόσα λάθη του, ομολογώντας την ανάγκη του κάθε φορά. Αναζήτησε για την ψυχή του έναν παράδεισο, χωρίς να δει πόση κόλαση κουβαλούσε μέσα του. Ο Μάρλον Μπράντο έχει αποτιμηθεί στη συνείδηση των ανθρώπων και στην ιστορία του κινηματογράφου. Το «Listen to me, Marlon» μάς δίνει όμως μια εξαιρετική ευκαιρία να σκεφτούμε κάτι πάνω στους μύθους. Οτι η διαχρονικότητα αυτών, μικρών και μεγάλων, αρχαίων και σύγχρονων, ιδεών ή προσώπων, δεν είναι τυχαία ούτε κατασκευασμένη. Η διαχρονικότητα του μύθου βασίζεται κατά κανόνα στην υψηλή πτήση μερικών ανθρώπων που τολμούν, παραμένοντας βαθιά ανθρώπινοι, να στρέψουν το βλέμμα τους στο φως, ακόμα και αν ξέρουν ότι καίγονται.

12 September 2015

Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου, «Το Θέατρο στο ΒΜΦ»

4 μοναδικές θεατρικές παραστάσεις για σχολικές ομάδες


Φέτος, το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου εντάσσει στο εκπαιδευτικό του πρόγραμμα «Το Θέατρο στο ΒΜΦ». Κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2015-16, μαθητές Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν 4 μοναδικές θεατρικές παραστάσεις που εμπνεύστηκαν από τη γραμμή παραγωγής του φωταερίου, το παλαιό εργοστάσιο, τις συνθήκες εργασίας και τη ζωή στην περιοχή του Γκαζιού. 

Καλλιτέχνες και θεατρικές ομάδες έγραψαν συνολικά 49 μονολόγους και 34 παραμύθια με αφορμή το εργοστάσιο φωταερίου, τις εικόνες και τις μυρωδιές του, στο πλαίσιο της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων 2014 και 2015 αντίστοιχα. Επιτροπή αξιολόγησης επέλεξε τα καλύτερα κείμενα, τα οποία ανέβηκαν ως θεατρικές παραστάσεις στο χώρο των Παλαιών Φούρνων, την πηγή έμπνευσης και το φυσικό σκηνικό τους.

Το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου παρουσιάζει φέτος 2 από τους θεατρικούς μονολόγους και 2 από τα παραμύθια που διακρίθηκαν και αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από το κοινό τις προηγούμενες χρονιές, προσαρμοσμένα πλέον στις ανάγκες του μαθητικού κοινού: «Η Μαρίκα στο Γκάζι», «Στην αλλαγή του χρόνου», «Μια πόλη στο σκοτάδι» και «Το Γκαζάκι και οι 12 Γυαλιστεροί Βόλοι».


«Η Μαρίκα στο Γκάζι»
Κείμενο & σκηνοθεσία: Έφη Λάνταβου
Ερμηνεία: Χριστίνα Μανώλη
Οι θεατές γνωρίζουν το παλαιό εργοστάσιο και τη γραμμή παραγωγής του φωταερίου, με ευφάνταστο και διασκεδαστικό τρόπο, μέσα από τα μάτια της πληθωρικής Μαρίκας, κατοίκου της περιοχής του Γκαζιού!
Απευθύνεται σε: Ομάδες παιδιών 15-18 ετών

Ημερομηνίες:
Πέμπτη 29 & Παρασκευή 30 ΟκτωβρίουΠέμπτη 5 & Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, Δευτέρα 9 Νοεμβρίου, Δευτέρα 16 Νοεμβρίου
«Στην αλλαγή του χρόνου»
Κείμενο: Αδαμαντία Ξηρίδου
Σκηνοθεσία: Πέπη Μοσχοβάκου
Ερμηνεία: Νίκος Παναγιωτίδης 

Το εργοστάσιο φωταερίου, η ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα, η ιστορία και η ατμόσφαιρα της εποχής ζωντανεύουν στα μάτια του θεατή μέσα από τα λόγια και τις εμπειρίες ενός παλαιού εργαζόμενου.

Απευθύνεται σε: Ομάδες παιδιών 13-18 ετών
Ημερομηνίες:
Τρίτη 13 Οκτωβρίου, Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, Πέμπτη 5 & Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, Δευτέρα 9 Νοεμβρίου, Δευτέρα 16 Νοεμβρίου
«Μία πόλη στο σκοτάδι»
Κείμενο: Χρίστος Χριστόπουλος
Σκηνοθεσία & Ερμηνεία: Θεατρική ομάδα «Δον Κιχώτες»
Θέλεις να συμμετάσχεις στην εξιχνίαση του μυστηρίου που προσπαθεί να λύσει ο ντετέκτιβ Φώτης Μαυρίδης; 
Μια τρελή κωμωδία για το φωταέριο με το πιο απροσδόκητο φινάλε!

Απευθύνεται σε: Ομάδες παιδιών 6-12 ετών
Ημερομηνίες:
Τετάρτη 14 & Πέμπτη 15 Οκτωβρίου Τρίτη 20 ΟκτωβρίουΠέμπτη 29 & Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, Πέμπτη & Παρασκευή 13 Νοεμβρίου
«Το Γκαζάκι και οι 12 γυαλιστεροί βόλοι»
Κείμενο & Σκηνοθεσία: Φιλιώ Λαζανά
Ερμηνεία: Θεατρική ομάδα «Ρακούν»
Θέλεις να γνωρίσεις το μικρό Γκαζάκι; Να συμμετάσχεις στις περιπέτειες του;
Μία διαδραστική θεατρική παράσταση που παρουσιάζει την ιστορία και τη λειτουργία του εργοστασίου φωταερίου ενώ παράλληλα πραγματεύεται θέματα όπως η ζωή και οι ανθρώπινες σχέσεις.

Απευθύνεται σε: Ομάδες παιδιών 6-12 ετών
Ημερομηνίες:
Τετάρτη 7 & Πέμπτη 8 Οκτωβρίου
Τρίτη 13 Οκτωβρίου
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου
Τετάρτη 21 Οκτωβρίου
Τρίτη 10 & Τετάρτη 11 Νοεμβρίου
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου
Διάρκεια παραστάσεων: 60 λεπτά
Κόστος συμμετοχής για όλες τις παραστάσεις: 6 €/άτομο

  • Στην τιμή συμπεριλαμβάνεται η παρακολούθηση της θεατρικής παράστασης και η προβολή αρχειακού υλικού για το παλαιό εργοστάσιο φωταερίου.

Ώρες: 9.30-12.30

  • Οι παραστάσεις πραγματοποιούνται με ελάχιστο αριθμό τα 80 άτομα. 10% έκπτωση για ομάδες 120 ατόμων και 15% για ομάδες 200 ατόμων.

Κρατήσεις και περισσότερες πληροφορίες:

Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου
Τηλ.: 210 3475535, 210 3461589, 210 3475518
Fax: 210 3413228
E-mail: gasmuseum@athens-technopolis.gr 
Facebook page: Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου/Industrial Gas Museum

Πρόσβαση:

Μετρό: Σταθμός «Κεραμεικός», Τρόλεï: No. 21 (από Ομόνοια), Στάση «Φωταέριο», Λεωφορεία: 049, 815, 838, 914, Β18, Γ18, Στάση «Φωταέριο».

21 April 2015

Επιλογή του Ρουβά στην ερμηνεία του «Άξιον Εστί»

Δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη
ysterografa.gr, 21/4/2015


Ο Μίκης Θεοδωράκης, μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του τοποθετείται αναφορικά με τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει η πρόταση – πρόσκληση του δήμου Νέας Σμύρνης προς τον Σάκη Ρουβά να ερμηνεύσει συνθέσεις από το «Άξιον Εστί» σε αφιερωματική συναυλία με τίτλο «90 χρόνια Μίκης Θεοδωράκης».

Ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης σημειώνει πως ο Σάκης Ρουβάς δεν αποτελεί δική του επιλογή, ωστόσο, υπογραμμίζει πως σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του ήταν κατά όλων των ειδών της απαγορεύσεις.

Η δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη: 
Επειδή τελευταία γράφτηκαν πολλές ανακρίβειες με αφορμή τη συμμετοχή του κ. Ρουβά στην συναυλία που διοργανώνει ο δήμος Νέας Σμύρνης με το «Άξιον Εστί», αναγκάζομαι να διευκρινίσω τα εξής:

1) Είναι γνωστές οι απόψεις μου για το θέμα των «απαγορεύσεων», τις οποίες απόψεις υποστηρίζω εδώ και δεκαετίες και συνοψίζονται στα εξής: Πιστεύω ότι το έργο από τη στιγμή που θα δημιουργηθεί, ξεφεύγει ακόμα και από τον ίδιο τον δημιουργό, που δεν έχει δικαίωμα να κρίνει δικτατορικά ποιος είναι «άξιος» να το ερμηνεύσει και ποιος όχι. Μόνος κριτής είναι το κοινό και ο χρόνος. Αυτοί τελικά κρίνουν τι θα πάει στα σκουπίδια και τι θα μείνει για πάντα. Θα πρέπει επίσης να πω ότι θεωρώ την χειρότερη εκτέλεση πολύ καλύτερη από μια απαγόρευση..

2) Όχι, δεν ήταν δική μου απόφαση η επιλογή του κ. Ρουβά, όπως αναληθώς βλέπω να αναγράφεται σε διάφορες ιστοσελίδες. Την πληροφορήθηκα εκ των υστέρων, ως τετελεσμένο γεγονός, από τον μαέστρο κ. Ορφανίδη, που μίλησε εδώ και αρκετές μέρες με την γραμματέα μου, στην οποία και ανακοίνωσε την απόφαση του δήμου Νέας Σμύρνης να οργανώσει τιμητική για τα 90 μου χρόνια συναυλία με το «Άξιον Εστί», καθώς και τα ονόματα των συντελεστών, στην επιλογή των οποίων δεν είχα την παραμικρή ανάμιξη.

3) Η όλη ιστορία με  προκαλεί να τελειώσω την δήλωσή μου αυτή με τις εξής σκέψεις:

Η Μουσική μου και φυσικά και το «Άξιον Εστί» γνώρισε κατά καιρούς απαγορεύσεις από πολλές και διαφορετικές πλευρές. Χούντες, κόμματα, πολιτικές νεολαίες, εφημερίδες, τηλεοράσεις… Πώς να ξεχάσω την επιστολή ακόμα και των δικηγόρων του ίδιου του Ελύτη, την εποχή που ήμουν γεν. διευθυντής Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ, στην οποία όπως έγραφαν, «δεν ήταν σίγουροι για την ποιότητα της εκτέλεσης» (κι ας ήμουν εγώ στο πόντιουμ του μαέστρου και ο Μπιθικώτσης στον ρόλο του λαϊκού τραγουδιστή…). Για την ιστορία να πω ότι η συναυλία εκείνη δόθηκε συνολικά 3 φορές στο Ηρώδειο λόγω της πρωτοφανούς ανταπόκρισης του κοινού.

Ελληνικές δισκογραφικές εταιρείες που πλούτισαν από το έργο μου, απέσυραν συχνά τους δίσκους μου από το εμπόριο, ενώ πολλοί τραγουδιστές μου, για πολιτικούς ή άλλους λόγους, διέγραφαν τα έργα μου από το ρεπερτόριό τους.

Και διερωτώμαι: Ποια ήταν η αντίδραση των «φίλων της μουσικής μου» σε όλες αυτές τις περιπτώσεις; Απολύτως καμία! Ούτε ένας Έλληνας δεν θεώρησε χρέος του να υπερασπίσει το έργο μου σε όλες αυτές τις απαγορεύσεις και αποκλεισμούς! Ούτε ένας! Και ξαφνικά βλέπω τώρα να γεμίζει το διαδίκτυο και ο τύπος από δεκάδες δημοσιεύματα «υπερασπιστών του έργου μου», που ζητούν να προστεθώ κι εγώ ο ίδιος στον μακρύ κατάλογο αυτών που κατά καιρούς το απαγόρευσαν. Και γιατί; Διότι, λένε, ο συγκεκριμένος ερμηνευτής ανήκει στην «υποκουλτούρα». Όμως τι σημαίνει άραγε ο όρος αυτός; Το θέμα είναι μεγάλο και πολύπλοκο και εξαρτάται από την οπτική γωνία του καθενός.

Σε ό,τι με αφορά, τι θέλετε να σκεφτώ, όταν βλέπω το έργο μου (που το θεωρούν υποτίθεται ποιοτικό) να μην υπάρχει στη χώρα μου; Και πώς να υπάρχει όταν βρίσκεται επί δεκαετίες ολόκληρες αντιμέτωπο με καταστάσεις σαν αυτές που ανέφερα πιο πάνω, με την ανοχή (στην καλύτερη περίπτωση) και τη σιωπή του θεωρούμενου προοδευτικού χώρου, δηλαδή τουλάχιστον του 60% του λαού μας;

Τι θα πρέπει άραγε να σκεφτώ εγώ που αφιέρωσα τη ζωή  μου στην πραγματική Ελληνική Αριστερά και χάρισα στον Λαό μας έργα σαν το «Άξιον Εστί» που από τη μια τα θεωρούν, όπως λένε, υποδείγματα της «καλής κουλτούρας», κι από την άλλη ανέχονται τις κατά καιρούς απαγορεύσεις και το μποϋκοτάζ τους, ακόμα κι από τις ίδιες τις παρατάξεις στις οποίες ανήκουν; Τι να σκεφτώ βλέποντας όλους αυτούς τους ανέκαθεν απόντες να ξυπνούν μόνο στην περίπτωση Ρουβά και να ξεσπαθώνουν λαύροι απαιτώντας από μένα να απαγορεύσω τη συμμετοχή του;

Από όλα αυτά προκύπτει ότι η έννοια της υποκουλτούρας για μένα είναι διαφορετική απ’ ό,τι είναι για κείνους. Είναι, πιστεύω, φυσικό να θεωρώ την γενικευμένη ηθική υποκουλτούρα, μέσα στην οποία καταδικάστηκα να ζω, ως απείρως χειρότερη από εκείνη που σχετίζεται με την Τέχνη και τα δυσδιάκριτα σύνορα ανάμεσα στις πολλές και ποικίλες της εκφάνσεις.

Αθήνα,  21η Απριλίου 2015

(Κατάλληλη ημερομηνία να μιλάμε για «απαγορεύσεις»…).

Μίκης Θεοδωράκης

04 January 2015

Τα μεγάλα μάτια της άλλης

Επρόκειτο για μία απίθανη απάτη που συγκλόνισε τον κόσμο της τέχνης. Τα «μεγάλα μάτια», οι πίνακες που λάτρεψαν τα αμερικανικά προάστια τη δεκαετία του 1960, δεν είχαν δημιουργηθεί από τον Ουόλτερ Κιν, όπως όλοι πίστευαν, αλλά από την σύζυγό του Μάργκαρετ (Walter & Margaret Keane). Η ιστορία αυτή μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Τιμ Μπάρτον.

Η ιστορία ξεκινά το 1946 στο Βερολίνο. Σύμφωνα τουλάχιστον με τα όσα είχε δηλώσει ο Ουόλτερ Κιν, ο οποίος είχε πει ότι βρισκόταν στην Ευρώπη, προσπαθώντας να γίνει ζωγράφος.

«Καθοδηγούμενος από μία αίσθηση απελπισίας, ζωγράφισα αυτά τα βρόμικα, κουρελιασμένα νεαρά θύματα του πολέμου με τα πληγωμένα, κατεστραμμένα μυαλά και σώματα, τα βρόμικα μαλλιά και τις μύτες που τρέχουν. Τότε ξεκίνησε σοβαρά η ζωή μου σαν ζωγράφος» είχε δηλώσει κάποτε ο Ουόλτερ Κιν. Και για πολλά χρόνια ο κόσμος πίστευε ότι όντως τους πίνακες με τα μεγάλα μάτια που έκαναν θραύση στους κατοίκους των αμερικανικών προαστίων, τούς ζωγράφιζε ο Ουόλτερ. 


Η αλήθεια ήταν κάπως διαφορετική. Τους πίνακες τους ζωγράφιζε η σύζυγός του, Μάργκαρετ, με τον Ουόλτερ να παίρνει τα εύσημα.

Ο ίδιος έγραφε στη βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 1983 ότι η Μάργκαρετ τού είχε πει ότι λάτρευε τους πίνακές του με τα παιδιά με τα μεγάλα μάτια. Η ίδια θυμάται τα γεγονότα διαφορετικά. 

Ένα βράδυ, δύο χρόνια μετά τον γάμο τους, η Μάργκαρετ πήγε σε ένα δημοφιλές κλαμπ της εποχής το Hungry i στο Σαν Φρανσίσκο. Την ώρα που κωμικοί ηθοποιοί ανέβαιναν στη σκηνή, ο Ουόλτερ πουλούσε τους πίνακες της Μάργκαρετ.

«Ξαφνικά, κάποιος με πλησίασε και με ρώτησε: "Ζωγραφίζετε και εσείς;" Και τότε σκέφτηκα -απόλυτα σοκαρισμένη- εάν λέει ότι οι πίνακες είναι δικοί του» αφηγείται η ίδια στον Guardian. 

Το ίδιο βράδυ προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει. «Εκείνος μου είπε: "Χρειαζόμαστε τα χρήματα. Ο κόσμος είναι πιο πιθανό να αγοράσει έναν πίνακα εάν γνωρίζει ότι μιλάει στον καλλιτέχνη. Ο κόσμος δεν θέλει να πιστέψει ότι δεν μπορώ να ζωγραφίσω και ότι χρειάζομαι τη σύζυγό μου να ζωγραφίζει. Πιστεύουν ήδη ότι εγώ ζωγράφισα τα μεγάλα μάτια και εάν ξαφνικά πω ότι ήσουν εσύ, τότε αυτό θα τους μπερδέψει και θα αρχίσουν να μας μηνύουν"».

Η Μάργκαρετ προσπάθησε να διδάξει στον Ουόλτερ να ζωγραφίζει, αλλά εκείνος δεν μπορούσε.

Η ίδια δηλώνει ότι παρ' όλο που αισθανόταν εγκλωβισμένη, δεν έφευγε γιατί σκεφτόταν πώς θα συντηρήσει τον εαυτό της και την κόρη της (από προηγούμενο γάμο).

Καθώς όλοι άρχισαν να αγοράζουν έναν πίνακα Κιν, αλλά και αφίσες και κάρτες με έργα της Κιν, το ζευγάρι απέκτησε πολλά χρήματα. Η Μάργκαρετ δηλώνει ότι δεν είδε ποτέ δεκάρα από αυτά, αλλά λίγο αργότερα μετακόμισαν σε μία βίλα. 

Ο Ουόλτερ αφηγείται στην αυτοβιογραφία του: «Υπήρχαν πάντα τρεις ή τέσσερις άνθρωποι που κολυμπούσαν γυμνοί στην πισίνα. Όλοι έκαναν σεξ με όλους. Μερικές φορές θα πήγαινα στο κρεβάτι και θα υπήρχαν εκεί τρεις κοπέλες».

Την ίδια ώρα, η Μάργκαρετ καθόταν στο εργαστήριο, με τραβηγμένες τις κουρτίνες, ζωγραφίζοντας. Ερωτηθείσα εάν γνώριζε για τις ερωτικές σχέσεις του Ουόλτερ, δηλώνει ότι πλέον δεν την ενδιέφερε. «Ήμουν φυλακισμένη» λέει η ίδια στον Guardian.

Χώρισαν το 1965, μετά από δέκα χρόνια γάμου. 

Το 1970, κι έχοντας μετακομίσει στη Χαβάη, η Μάργκαρετ αποφάσισε να πει σε έναν δημοσιογράφο την αλήθεια για τους πίνακες. Ακολούθησε μήνυση κατά του Ουόλτερ. Καθώς το δικαστήριο δεν μπορούσε να αποφασίσει, ο δικαστής τούς ζήτησε να ζωγραφίσουν ένα παιδί με μεγάλα μάτια. 

Ο Ουόλτερ επικαλέστηκε ένα τραύμα στον ώμο και αρνήθηκε να ζωγραφίσει. Μετά από 53 λεπτά, ο πίνακας της Μάργκαρετ ήταν έτοιμος.

Αυτός ο πίνακας κρέμεται σήμερα, μαζί με πολλά άλλα από τα «μεγάλα μάτια», στο σπίτι της. «Αυτός ο πίνακας συμβολίζει τον θρίαμβο της αλήθειας πάνω στο ψέμα» λέει. 

Η ιστορία του ζευγαριού μεταφέρεται στην μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Τιμ Μπάρτον. Στο σπίτι του ο Μπάρτον έχει κρεμασμένο έναν πίνακα της Κιν που η ίδια του έκανε δώρο.

«Το να βλέπω την ταινία ήταν μια τραυματική εμπειρία» λέει η ίδια η Κιν, η οποία κάνει και την εμφάνισή της στο φιλμ, στον ρόλο μίας ηλικιωμένης που κάθεται σε ένα παγκάκι.

Ο Ουόλτερ πέθανε το 2000 και μέχρι το τέλος της ζωής του επέμενε ότι εκείνος ήταν που είχε ζωγραφίσει τους πίνακες.

Όσο για τα παιδιά με τα μεγάλα μάτια, η Μάργκαρετ Κιν δηλώνει στον Guardian: «Αυτά τα θλιμμένα παιδιά εξέφραζαν τα βαθύτερα συναισθήματά μου που δεν μπορούσα να εκφράσω με κανέναν άλλο τρόπο. Τα μάτια τους αναζητούσαν κάτι. Ρωτούσαν γιατί. Γιατί υπάρχει τόσο πολύ δυστυχία; Γιατί πρέπει να αρρωσταίνουμε και να πεθαίνουμε; Γιατί ο κόσμος πυροβολεί ο ένας τον άλλο;»

Επιμέλεια: Αγγελική Στελλάκη
Newsroom ΔΟΛ

06 December 2014

Μένης Κουμανταρέας: Ο συγγραφέας της αθηναϊκής ψυχής

Η ζωή και το έργο του σπουδαίου συγγραφέα που έχασε τόσο βάναυσα τη ζωή του

της Τίνας Μανδηλαρά, Πρώτο Θέμα, 06/12/2014


Στα περίχωρα του κόσμου των ανθρώπων οφείλει πάντα να κατοικεί μια λογοτεχνική ψυχή. Άγρυπνη, ανίκητη, ικανή να ρουφά οτιδήποτε βρίσκεται στα σκοτεινά της πόλης-έτσι ακριβώς ήταν η ψυχή του συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα. Δεν έλειπε από τις γωνιές, ούτε από τα μεγάλα γεγονότα και από την πρώτη στιγμή που ο γνωστός λογοτέχνης και απόφοιτος της Νομικής έκανε την εμφάνιση του στη λογοτεχνία ήξερε να συνδυάζει ιδανικά το μικρό με το μεγάλο, το σπουδαίο με το πιο χθαμαλό. Οι ήρωες του πάντοτε εν πρώτοις παρακατιανοί, μα πάντοτε πραγματικά μοιραίοι, ύπουλα γοητευτικοί κι ενίοτε χυδαίοι δεν είναι άλλοι από τους ήρωες της πόλης που ζούμε σε διαφορετικές στιγμές της ιστορίας.

Όταν ξεκίνησε με τα «Μηχανάκια», το 1962 οι ήρωες του Κουμανταρέα εμπνέονταν από τα άγρια νιάτα της δεκαετίας του 50-έφηβοι, εξεγερμένοι κι αποσυνάγωγοι, όπως ο Χαράλαμπός του, θύμα της αγάπης της μητέρας του, ο Δημητρούλης ο ασουλούπωτος φαντάρος που δεν ακολουθούσε τους κανόνες του στρατού αλλά κι ο Κίτσος που προσπαθούσε μάταια να ξεφύγει από τις κοινωνικές επιβολές. Και οι τρεις αγαπήθηκαν αμέσως από το κοινό που είδε στην πένα του Κυψελιώτη λογοτέχνη μια αλήθεια που ξεχώριζε από την οίηση και τον φαρισαϊσμό της εποχής. Χωρίς να υποπίπτει σε πολιτικές εμμονές ο Κουμανταρέας συνέχιζε να γράφει για την ανάποδη όψη των πραγμάτων και την εποχή της Χούντας: κυνηγήθηκε με μανία για τη συμμετοχή του στα «18 Κείμενα» αλλά ακόμη περισσότερο για το επικό «Αρμένισμα» του που θεωρήθηκε βλάσφημο και ασεβές. Ο ίδιος στη συνήθη πρακτική της Χούντας δικάστηκε με όλο τον κόσμο των διανοούμενων της Αριστεράς να βρίσκεται στο πλευρό του. Τότε ήταν που στο δικαστήριο άρχιζε να συχνάζει ο Στρατής Τσίρκας ο οποίος ήταν κι η αφορμή για να «μετακομίσει» ο σπουδαίος Αθηναίος λογοτέχνης από την Εστία στον Κέδρο.

Ο θόρυβος που δημιούργησε το «Αρμένισμα» έκανε γνωστό τον Αθηναίο λογοτέχνη σε ένα ευρύ φάσμα κοινού που γοητεύτηκε από τις ανατρεπτικές ιστορίες με το τολμηρό ύφος. Στην πραγματικότητα ο Κουμανταρέας δεν έπαψε ποτέ να είναι αφηγητής των μικρών ιστοριών και των αποσπασματικών βιωμάτων πιστεύοντας ότι οι μεγάλες κι οι αδόκητες αλήθειες κατοικοεδρεύουν στα φευγαλέα και τα μικρά. Όλοι είμαστε τρωτοί αλλά και περαστικοί-το ίδιο και η αφηγηματική φόρμα που ποτέ δεν μπήκε σε καλούπια. Αρνιόταν άλλωστε να γίνει και απόλυτα μυθοπλαστική φέρνοντας μέσα της έντονα τα βιώματα της καθημερινότητας αφήνοντας παράλληλα τρομακτικά περιθώρια στην πιο αχαλίνωτη φαντασία. Θύματα της καταπίεσης οι περισσότεροι ήρωες του Κουμανταρέα- από τα «Μηχανάκια» μέχρι τα «Καημένα» (1972)- βρίσκουν την αλητεία γοητευτική όσο και αναπόδραστη. Ωστόσο ποτέ δεν φεύγουν έξω από τα αστικά περιθώρια με αποτέλεσμα από τη «Βιομηχανία υαλικών» και μετά-που εξέδωσε τον πρώτο χρόνο της επετείου της μεταπολίτευσης- ο Κουμανταρέας να γίνει ο επίσημος καταγραφέας της τοιχογραφίας της πόλης. Θα τον απασχολήσουν έντονα οι εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνουν οι ασφυχτικά καταπιεσμένοι ήρωες του, ικανοί να τα βάζουν με το επίσημο καθεστώς αλλά αδύναμοι να αντιμετωπίσουν το τέρας της μικροαστικής συνθήκης.

Ήδη από τη «Βιοτεχνία υαλικών» ο Κουμανταρέας ξέρει ότι τα νέα κοινωνικά αδιέξοδα έχουν μάλλον να κάνουν με τους ίδιους τους εσωτερικούς κανόνες όχι με τον πολιτικό εχθρό. Η Μπέμπα του, η κεντρική του ηρωίδα άλλωστε παρατάει τον αγώνα για την κοινωνική αλλαγή για να αφοσιωθεί στη βιομηχανία υαλικών. Αντίστοιχα διλήμματα φαίνεται να κατατρύχουν και την «Κύρα Κούλα»-το πιο αγαπημένο και το πιο τρυφερό ίσως βιβλίο του Κουμανταρέα- για μια ανέφικτη ιστορία αγάπης ανάμεσα σε μια παντρεμένη νοικοκυρά και έναν νεαρό που γνωρίζονται στη διαδρομή του Ηλεκτρικού. Μια γυναίκα και ένας άνδρας ανυπεράσπιστοι απέναντι στον έρωτα, με μια άγρια εσωτερική λάμψη που μόνο ο Κουμανταρέας κατάφερε να εντοπίσει με τόσο διακριτικό και όμορφο τρόπο στο εσωτερικό της λαϊκής ψυχής. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την «Κυρά Κούλα»:

«Ξαφνικά, η κυρία Κούλα κοκκίνισε. Κάτι πήγε να πει, μα έπειτα, σα να μετάνιωσε, χαμήλωσε το βλέμμα. Συγγνώμην, την πρόφτασε, μήπως σας πρόσβαλα; Πειράζει μήπως που σας μιλώ στον ενικό; Τα μάτια του έλαμπαν, την κοιτούσε στα χείλη. Όχι, είπα η Κούλα χωρίς να σηκώσει τα μάτια, ούτε καν το πρόσεξα…Βαριέμαι τις κοπέλες της ηλικίας μου, της εξομολογήθηκε με θέρμη, με πλήττουν: μαζί σας αισθάνομαι ότι έχω να πω ένα σωρό πράγματα, να μάθω ακόμη περισσότερα. μου αρέσει η συντροφιά σας, δεν ξέρω αν το συμμερίζεσθε και σεις. Η Κούλα έμεινε με τα μάτια χαμηλωμένα. Τα δάχτυλα της ήταν πιασμένα από το λουρί της τσάντας της. Την κρατούσε σα να ήταν το τελευταίο οχυρό της. Λοιπόν Κούλα, της είπε-πρώτη φορά τη φώναζε με τ όνομα της-πότε λες να βγούμε μαζί; Αλήθεια, σήκωσε το κεφάλι σαστισμένη σαν πότε θα λεγες; Απόψε μήπως; της είπε με μια τρελή ελπίδα. Όχι απόψε, του το ξέκοψε αυστηρά, μιαν άλλη μέρα. Τότε αύριο, μεθαύριο, της είπε ζωηρά, το συντομότερο. Τα μάτια του είχαν πυρετό, τα χείλη του, παρατήρησε είχαν υγρανθεί. Μέτρησε τις μέρες με τα δάχτυλά της. Μεθαύριο, του είπε δειλά».

Εν ολίγοις οι ήρωες του Μένη Κουμανταρέα παλεύουν άνισα με τους δαίμονες τους και φαντάζονται άλλες μεγάλες στιγμές γεμάτες ιδανικούς ερωτικούς συντρόφους. Μάχονται για μια άλλη ερωτική μοίρα-αυτό συμβαίνει στην «Κυρά Κούλα» αλλά και στο «Κουρείο» που ακολουθεί αμέσως μετά. Είμαστε ήδη στα τέλη της δεκαετίας του '70 και ο Κουμανταρέας έχει επιβάλλει το δικό του αφηγηματικό στυλ ώστε να μπορεί πια και πειραματίζεται με άλλα μεγέθη.

Ο «Ωραίος Λοχαγός» συνοδεύει την εποχή της ωριμότητας για τη μυθοπλασία του που γίνεται πιο συμβολική και πιο καθολική. Ο «Ωραίος Λοχαγός» θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ήρωας του Κάφκα καθώς προσπαθεί να αντιπαρέλθει έναν αδυσώπητο μηχανισμό που προσπαθεί να τον εξοντώσει και να τον λυγίσει δίχως καμία ουσιαστική αιτία. Με ένα επίσης αδυσώπητο σύστημα-αυτή τη φορά του ποδοσφαίρου- παλεύει και ο ήρωας του από την «Φανέλα με το Εννιά», ο Σερέτης ένας αντι-ήρωας που ονειρεύεται να γίνει γκολτζής και βουλιάζει ολοένα και πιο πολύ στο περιθώριο. Η ταινία γυρίστηκε και με επιτυχία στον κινηματογράφο από τον Παντελή Βούλγαρη.

Από και και πέρα ο Κουμανταρέας μας χαρίζει-ειδικά τη δεκαετία του 90-μερικά από τα πιο όμορφα βιβλία του-την υπέροχη «Συμμορία της άρπας» που ακροβατεί ιδανικά ανάμεσα στο γκροτέσκο, το πραγματικό, το φανταστικό και το θρίλερ αλλά και το απρόβλεπτο «Η μυρουδιά τους με κάνει να κλαίω» που ξετυλίγει όλες τις εμμονές του λογοτέχνη: τη μουσική, το περιθώριο, τους λαϊκούς ήρωες, την ομοφυλοφιλία. Αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα και στο πιο βιωματικό ίσως βιβλίο του τον πρόσφατο «Θησαυρό του Χρόνου» που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη. Είναι ένα βιβλίο που έγραφε όταν αρρώστησε η σύζυγος του Λιλή και το ολοκλήρωσε μετά το θάνατό της. Το αίσθημα του πόνου, του πένθους και της απώλειας διαπερνά όλο το βιβλίο με τον πρωταγωνιστή να είναι συγγραφέας και επίσης να πενθεί για τη σύζυγό του Λιλή-όπως δηλαδή ακριβώς ο Κουμανταρέας.

Κανείς δεν μπορεί με ακρίβεια να διαχωρίσει τα πραγματικά επεισόδια από τα μυθοπλαστικά, τις αφηγηματικές αρετές από τις εμμονές του συγγραφέα. Η αφήγηση εστιάζει στην κοινή συμβίωση με τη λατρεμένη σύζυγο που μοιράζεται ανάμεσα στη θαλπωρή της συντροφικότητας και τα «αμαρτωλά» ξεπορτίσματα-δηλαδή την αγωνιώδη αναζήτηση ανδρών σε ύποπτα μπαρ και καταγώγια. Καίριο ρόλο παίζει το φάντασμα κάποιου παλιού αλληλογράφου στα Γραφεία του Αναγνωστόπουλου ή του Αναγνώστου ο οποίος λειτουργεί συνενοχικά σε αυτές τις συνευρέσεις. Οι οίκοι ανοχής-«αυτά τα μπουρδέλα» όπως είχε πει παλιότερα ο Κουμαντέρας όπου «έμπαιναν καυλωμένοι και έβγαιναν μαγεμένοι»- είναι εμβληματικά σημεία σε πολλά μυθιστορήματά του-όπως είναι και οι άνδρες που εκδίδονται, οι πρωταγωνιστές μιας ατελείωτης ερωτικής φορβής. Κι αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στην καθωσπρέπει κανονικότητα του συζυγικού βίου και την νυχτερινή φαντασίωση του έρωτα δεν κατάφερε να τη λύσει κανένας από τους ήρωες του-πόσο μάλλον ο ίδιος ο συγγραφέας. Τα σύνορα της φαντασιωτικής πραγματικότητας και της λογοτεχνίας ίσως να είναι αυτά που τον έφεραν στα όρια-κι ίσως να είναι τα ίδια που του κόστισαν ακόμη και την ίδια του τη ζωή. Γράφει ο Μένης Κουμανταρέας στον πρόσφατο και έντονα αυτοβιογραφικό «Θησαυρό του Χρόνου»

«Σε λίγο ο ήλιος δύει κι αρχίζω σιγά σιγά να βυθίζομαι στο μούχρωμα της κατάθλιψης. Με τόσα κηδειόσημα τοιχοκολημμένα στις πόρτες των πολυκατοικιών, στους στύλους του ηλεκτρικού, κι άλλα τόσα ενοικιαστήρια, μήπως ήρθε η ώρα να δω κι άλλο ένα κηδειόσημο κολλημένο στη δική μας πόρτας Ή έστω ένα αγγελτήριο «Ενοικιάζεται νεκρός σε τιμή ευκαιρίας, σε καλή κατάσταση. Οι ενδιαφερόμενοι ας τηλεφωνήσουν..». Λίγο ακόμα και θα δω τον Ροβεσπιέρο να περνά έξω από την πόρτα μας και να ρίχνει ματιές μέσα. Του φωνάζω: «Άντε χάσου, σιχαμένε γέρε, περαματάρη του Αχέροντα! Στον διάολο να πας και παραπέρα!». «Που είσαι, σε φωνάζω τόση ώρα!» Με όλα τούτα που γεμίζουν το κεφάλι μου χωρίς να το αξίζουν πάντα, κόντεψα να ξεχάσω την άρρωστη μου. Τρέχω στο δωμάτιο της. Θέλει να της γεμίσω το κόκκινο γκοφρέ κανατάκι της με φρέσκο νερό, θέλει, ακόμα, το ρολόι της κουζίνας που έχει μεγάλους αριθμούς να μπορεί να βλέπει την ώρα. Λες αυτό να ωφελεί στο πέρασμα του χρόνου; Στέκομαι στο προσκέφαλό της, πιάνω το μέτωπό της να δω αν έχει πυρετό. «Θα φύγεις;» με ρωτά. «Θα φας έξω;» «Μπορεί. Δεν ξέρω». «Ποτέ δεν ξέρεις. Ποτέ σου δεν αποφασίζεις». Παράπονα μιας ολόκληρης ζωής. Έτσι είμαι εγώ. Ας μη με παντρευόταν. Τι κάθομαι και λέω! Αν ήμουν εγώ στη θέση της, λες να χα λιγότερα νεύρα; Βηματίζω πέρα δώθε στο δωμάτιο. Με παρακολουθεί με την άκρη του ματιού. Σε λίγο ακούω την αναπνοή της να βγαίνει ήσυχη μέσα από τα βασίλεια του ύπνου. Καλά όνειρα. Θα πάω κι εγώ να πέσω τώρα. Ποιος ξέρει τι εικόνες θα μου έρθουν, εικόνες παλιές που ο ύπνος τις κάνει να φαντάζουν καινούργιες. Φωνάζω το όνομα του Μορφέα, που είναι νεαρός με σγουρά μαλλιά, φιλήδονα χείλη και είναι υδραυλικός».

Σωματικές και πνευματικές ηδονές καταγεγραμμένες από ένα πρόσωπο που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην ελληνική λογοτεχνία και έγινε ο συγγραφέας που η πόλη αγάπησε όσο κανείς. Σήμερα τα βιβλία του Μένη Κουμανταρέα θεωρούνται τα πιο εκφραστικά σημεία όχι μόνο της μυθοπλασίας αλλά και της ίδιας της Ελλάδας που θρηνεί την απώλεια μιας στέρεης και γενναιόδωρης λογοτεχνικής φωνής άμεσα συνυφασμένης με την ιστορία μας και τα βιώματά μας. Η απώλεια είναι τεράστια-ειδικά στις εποχές που διανύουμε.

17 November 2014

Το ημερολόγιο της Έρνα

της Μαρίας Κατσουνάκη, Καθημερινή, 16/11/2014

Οπως συμβαίνει, σχεδόν πάντα, στα κινηματογραφικά φεστιβάλ, υπάρχει μία ταινία που σε ακολουθεί, επισκιάζοντας κάπως τις υπόλοιπες. Η επιρροή της βρίσκεται στα συνδηλούμενα, που πληθαίνουν αντί να αραιώνουν καθώς ο θεατής απομακρύνεται από την πρώτη προβολή. Αυτό συνέβη με το «In the Crosswind» («Πλευρικοί άνεμοι») από την Εσθονία, του 27χρονου Μάρτι Χέλντε. Απέσπασε το βραβείο Καλλιτεχνικής Επίτευξης (μόνο) αλλά συζητήθηκε ως μία από τις καλύτερες ταινίες του 55ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.


Θέμα, η εθνοκάθαρση που διεξήγαγαν οι σοβιετικές δυνάμεις κατοχής το 1941 στις χώρες της Βαλτικής. Εκατοντάδες χιλιάδες Εσθονοί, Λιθουανοί και Λεττονοί εξολοθρεύτηκαν επί Στάλιν.

«Δεν μπορώ να κατανοήσω τι κακό έχουμε κάνει εμείς, οι απλοί άνθρωποι, στην τεράστια Ρωσία. Ενα καθεστώς δεν μπορεί να κλέψει από χιλιάδες ανθρώπους αυτό που πιστεύουν και αγαπούν». Η Ερνα είναι μια νεαρή μητέρα που εκτοπίζεται στη Σιβηρία μαζί με την κόρη της. Ο σκηνοθέτης αξιοποιεί τα γράμματα που στέλνει η γυναίκα στον επίσης εκτοπισμένο σύζυγό της, Χέλντερ, για να περιγράψει ό,τι ζει, προσπαθώντας να επιβιώσει. Η ιστορία είναι πραγματική και τα γράμματα ανακάλυψε ο σκηνοθέτης σε αρχείο.

Η ασπρόμαυρη εικόνα παγώνει σε ταμπλό βιβάν που διαδέχονται το ένα το άλλο. Σαν καρτ ποστάλ που κανείς δεν θα επέλεγε να στείλει, γιατί δεν θα υπήρχε κανείς που να επιθυμούσε να παραλάβει. Η μόνη δράση της ταινίας είναι η αφήγηση· το ημερολόγιο της Ερνα.

«Είμαστε στοιβαγμένοι σε βαγόνια για 26 συνεχόμενες ημέρες. Κανείς δεν μπορούσε να γδυθεί ή να πλυθεί μπροστά στους άλλους. Η Ελίντε αρρώστησε με δυσεντερία», γράφει η Ερνα, για το πρώτο μέρος του ταξιδιού με τρένα, που οδηγούν εκείνη και τη μικρή κόρη της Ελίντε, μαζί με πολλούς άλλους, στην αχανή Σιβηρία. «Αναρωτιέμαι αν έχουν υπάρξει ποτέ αιχμάλωτοι με τόσο πολύ χώρο που να λαχταρούν τα όρια...», σημειώνει.

«Από τις 51 γυναίκες και παιδιά στο βαγόνι μας, οι 42 έφτασαν ώς εδώ. Χθες, μία γυναίκα σκότωσε τα παιδιά της και μετά αυτοκτόνησε. Είναι ο θάνατος πράγματι ευκολότερος από αυτό που μας περιμένει; (...) Χέλντερ, ο χρόνος έχει εδώ άλλη διάσταση. Το προσωρινό δεν ισχύει πια. Μετράμε τον χρόνο με τις ειδήσεις που φτάνουν σ’ εμάς. Οι μέρες και οι εβδομάδες φαίνονται μικρότερες. (...) Ρώτησα την Ελίντε τι θέλει για τα γενέθλιά της. Μου απάντησε “μια φραντζόλα ψωμί”. Τη ρώτησα πολλές φορές. Η απάντηση ίδια: “μια φραντζόλα ψωμί”. Η διαρκής πείνα δεν την αφήνει να ονειρευτεί τίποτα άλλο από ψωμί. (...)

Χήρα είναι μια γυναίκα που χάνει τον άντρα της, ορφανό ένα παιδί που χάνει τους γονείς του. Πώς λένε όμως τη γυναίκα που χάνει το παιδί της; Αυτό το συναίσθημα δεν αξίζει μια λέξη; (...) Πού πρέπει να πάει κανείς όταν του έχουν κλέψει ό,τι έχει και αγαπάει;».

Τα ερωτήματα δεν έχουν απάντηση. Είναι ο σιωπηλός θρήνος και διαρκής λυγμός της Ερνα, που δεν χάνει την ελπίδα και την πίστη της στην ανάγκη της ανθρώπινης σχέσης και συνύπαρξης. Επιστρέφει στο χωριό της, στην Εσθονία, ύστερα από πολλά χρόνια, μετά τον θάνατο του Στάλιν· επιστρέφει εκεί όπου βρισκόταν η ανθισμένη μηλιά, στο σημείο όπου διασταυρώνονται οι άνεμοι, αλλά όχι και στην «κανονικότητα». Αυτή έχει χαθεί μαζί με τα αγαπημένα της πρόσωπα.

Τι νόημα έχει, θα αναρωτηθείτε, να γράφει κανείς για μια ταινία που ενδεχομένως δεν θα προβληθεί ποτέ στις αίθουσες και, επιπλέον, το θέμα της δεν είναι καθόλου επίκαιρο. Μία υπάλληλος του αρχείου, στο οποίο πήγαινε καθημερινά ο σκηνοθέτης και έψαχνε φωτογραφίες, τον πλησίασε κρατώντας ένα μικρό ημερολόγιο και του είπε: «Πρέπει να διαβάσεις, νεαρέ. Μη μένεις μόνο στις εικόνες». Ισως, αυτό, να είναι το νόημα.

23 June 2014

Μεγάλοι συγγραφείς, κακοί πατέρες

της Κατερίνας Σχινά, Ο, 19/6/14

Ο Γκράχαμ Γκρην διατεινόταν ότι κάθε συγγραφέας πρέπει να έχει στην καρδιά του ένα κομμάτι πάγο. Ο Λ. Τολστόι ανησυχούσε όταν περνούσε ευχάριστα ανάμεσα στους οικείους του ( “Η οικογενειακή ευτυχία με απορροφά ολοκληρωτικά και είναι αδύνατον να κάνω οτιδήποτε άλλο”, έγραφε στο ημερολόγιό του το 1863). Ο τρυφερός Τσέχωφ αστειευόταν λέγοντας ότι θα προτιμούσε μια σύζυγο, “η οποία, όπως το φεγγάρι, δεν θα εμφανιζόταν στον ουρανό μου κάθε μέρα”. Και ο Τζωρτζ Στάινερ υποστηρίζει ανενδοίαστα ότι “η φιλοσοφία, ο στοχασμός, η δημιουργία είναι ασύμβατα με την οικογενειακή ζωή”. Ξεφυλλίζοντας το συλλογικό έργο «Ζώντας με ένα συγγραφέα» (επιμέλεια Dale Salwak, εκδόσεις Palgrave Macmillan)  διαπιστώνουμε ότι η πλειονότητα των συγγραφέων και των οικείων τους θα συμφωνούσε με τον αφορισμό του Στάινερ. Στο βιβλίο, φίλοι, παιδιά και σύζυγοι συγγραφέων καταθέτουν τις εμπειρίες από τη ζωή τους κοντά σε ανθρώπους της γραφής, αναμνήσεις που αποκαλύπτουν την αποθάρρυνση, την καταπίεση, ακόμη και την ακύρωση όσων μοιράστηκαν την ίδια στέγη με τους «εγωιστές, αλαζόνες, σκληρούς, ματαιόδοξους, μελοδραματικούς» γραφιάδες της σύγχρονης λογοτεχνίας. Και κάποιοι συγγραφείς κάνουν την αυτοκριτική τους και προβάλλουν τα δικαιολογητικά τους.
Ο Τζων Απντάικ, ας πούμε, παραδέχεται πως, μολονότι εργαζόταν στο σπίτι και θα μπορούσε να αφιερώνει περισσότερη ώρα στα παιδιά του, το απέφευγε επιμελώς, φοβούμενος ότι η ενασχόληση μαζί τους θα τον αποσπούσε από το έργο του. «Ήμουν αρκετά κοντά τους», σημειώνει, «όμως σήμερα αναρωτιέμαι: ήμουν πραγματικά ελεύθερος; Η δουλειά του συγγραφέα είναι παράξενη, χαώδης· ποτέ δεν τελειώνει και τον περισσότερο καιρό τον αναγκάζει να μην είναι ποτέ πραγματικά παρών εκεί που βρίσκεται». Ο γιος του Ντέιβιντ, συγγραφέας και ο ίδιος, συμφωνεί. «Δεν γράφεις κάθε χρόνο ένα βιβλίο 400-500 σελίδων, αν διασπάσαι κάθε τόσο», υπογραμμίζει.

Ίσως η κατανόηση του Ντέιβιντ Απντάικ να οφείλεται στο ότι γράφει και ο ίδιος – τα περισσότερα τέκνα συγγραφέων, ωστόσο, δεν την συμμερίζονται. Στο βιβλίο της “Home before dark” η Σούζαν Τσίβερ μιλάει για τη μεταμόρφωση του πατέρα της Τζων Τσίβερ μετά την πανηγυρική καθιέρωση του ως συγγραφέα ύστερα από το National Book Award και την επίσημη υποδοχή του στον Λευκό Οίκο· παραθέτει, μάλιστα, ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο του Τσίβερ στο οποίο ο συγγραφέας υποδύεται την κόρη του η οποία του εκφράζει τα παράπονά της: “Αφότου έβαλαν τη φωτογραφία του μπαμπά στο εξώφυλλο του Time, σαν να έχασε κάτι… Μια φορά θύμωσα μαζί του και του είπα ότι δεν το θεωρώ και τόσο σπουδαίο που η μούρη του ήταν στο Time… Πλήγωσα τα αισθήματά του, είναι φανερό…” Ο πληγωμένος πατέρας, ωστόσο, δεν μπορεί να συγκριθεί με την τραυματισμένη κόρη. Στο βιβλίο της “Reading my father”, η Αλεσάντρα Στάιρον, κόρη του Γουίλιαμ Στάιρον, εκμυστηρεύεται ότι σ’ όλη την παιδική της ηλικία προσπαθούσε να είναι αόρατη όταν ο πατέρας της ήταν σπίτι και έγραφε, κυρίως επειδή καταλαμβανόταν συχνά από εκρήξεις βίαιου θυμού όταν κάποια παράγραφος του αντιστεκόταν: “Ήταν πολύπλοκη υπόθεση το να αποφεύγω την οργή του πατέρα μου… Ο θυμός του άλλοτε ήταν κωμικός – μια φορά τον είδα να καταριέται, να μασάει και να εκτοξεύει στην άλλη άκρη του δωματίου ένα στυλό που το μελάνι του είχε στεγνώσει – και άλλοτε αναπάντεχα τρομακτικός”. Αλλά δεν ήταν μόνο ο θυμός, ήταν και η θέση που επιφύλασσε, αυτός ο ιδιοφυής καταθλιπτικός, στα μέλη της οικογένειάς του: “Νομίζω ότι ο Μπαμπάς έβαζε τα βιβλία του στην ίδια κατηγορία με τα τέσσερα ολοζώντανα παιδιά του. Μας αντιμετώπιζε όλους με στοργή, καμιά φορά μας καμάρωνε. Όμως η καρδιά του ήταν δοσμένη στο Μυθιστόρημα”, γράφει η Στάιρον. Όσο για τη μητέρα της, εκείνη “υποβίβαζε συνεχώς τον εαυτό της και τις δυνατότητές της, αφού για τον πατέρα μου η δική της δουλειά ήταν ανούσια ενώ η δική του άκρως σημαντική. Εκείνος έγραφε και εκείνη δακτυλογραφούσε τα κείμενά του”.
Εδώ η Αλεσάντρα Στάιρον συναντιέται με την Τζούντι Κάρβερ, κόρη του νομπελίστα Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, η οποία εκμυστηρεύεται στον Ντέιλ Σάλγουοκ το πώς η έξυπνη και πανέμορφη μητέρα της Αν, υπέταξε τη ζωή της στις φιλοδοξίες του πατέρα της, μόνο και μόνο για να βρεθεί στο περιθώριο, παραγνωρισμένη και αγνοημένη, όταν εκείνος κατέκτησε τη φήμη. «Στην αρχή η μητέρα μου ήταν εκείνη που θαύμαζαν οι πάντες», θυμάται η Κάρβερ. «Εκείνη ήταν η επιτυχημένη και ο πατέρας μου ο τυχερός που είχε καταφέρει να την κερδίσει, όντας μια «μάλλον πληκτική προσωπικότητα», σύμφωνα με τη δική του διατύπωση. Όμως, στα 1960, ο πατέρας μου είχε γίνει διάσημος κι εκείνη είχε υποκαταστήσει τους στόχους της με τους δικούς του, εγκαταλείποντας το επάγγελμά της, ζώντας στη σκιά του. Οι νέοι φίλοι του την αντιμετώπιζαν σαν να ήταν αόρατη, ενώ δημοσιογράφοι, αναγνώστες και πανεπιστημιακοί κατέκλυζαν τον πατέρα μου με υπέρμετρη, μάλλον ανώφελη γι’ αυτόν, κολακεία».
Η “ανώφελη κολακεία” των ομοτέχνων είναι εκείνη που επίσης δαιμονίζει τον γιο του Σολ Μπέλοου, Γκρεγκ, μια και θεωρεί ότι ο πατέρας του “διεφθάρη από την υπερβολική δημοσιότητα”. Ο Γκρεγκ Μπέλοου, παραμελημένος γιος ενός πατέρα που εγκατέλειψε πολύ γρήγορα την οικογένειά του και διατήρησε με τον ίδιο μια σχέση τυπική με “σποραδικές συναντήσεις και επουσιώδεις συζητήσεις”,  μοιάζει να προσπαθεί ακόμη να “κάνει την μετάβαση από την οδύνη στην αποδοχή”. Ψυχοθεραπευτής ο ίδιος, 70 ετών σήμερα, στο βιβλίο του “Saul Bellow’s heart” περιγράφει έναν πατέρα που “επέλεξε μια ζωή αφιερωμένη σε ένα μοναδικό σκοπό, τη λογοτεχνία, και ένα βιοτικό σχήμα εγωπαθούς συμπεριφοράς που αδιαφορούσε για τους πάντες γύρω του” – και  εμφανίζεται μέσα στο απομνημόνευμά του, όπως έγραψε ο James Wood στο περιοδικό New Yorker, σαν ένα χολωμένο, πεισμωμένο παιδί  που εκλιπαρεί την προσοχή, γνωρίζοντας ωστόσο ότι η προσδοκία του δεν θα εκπληρωθεί ποτέ.
Άρα πατρότητα και συγγραφή είναι έννοιες ασύμβατες; Κάθε άλλο. Υπήρξαν στοργικοί πατέρες και δοτικοί σύζυγοι, ανάμεσα στους συγγραφείς. Όμως, όταν διαβάζουμε τις μελαγχολικές ενθυμήσεις γόνων μεγάλων ανδρών, δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε την αποστροφή του Γουίλιαμ Φώκνερ προς την κόρη του “Κανένας δεν θυμάται τις κόρες του Σαίξπηρ” ή την, αμβλυμμένη από τον χρόνο πικρία της Μαρίνας Καραγάτση απέναντι σε έναν απαιτητικό πατέρα που δεν της χάρισε ποτέ εκείνο που περισσότερο από όλα επιθυμούσε: την ανεπιφύλακτη αποδοχή του.

13 May 2014

Στην αλλαγή του χρόνου

Θεατρικός μονόλογος της Αδ. Ξηρίδου
Παρουσίαση στην Τεχνόπολις 14-5-2014

Απόσπασμα:

Στάθηκα τυχερός. Βρήκα αυτήν την εργασία. Κύλησε ο καιρός. Ας πούμε, ταχτοποιηθήκαμε. Άλλοι θα με ζήλευαν. Φανοκόρος είμαι. Έρχομαι, παίρνω το στουπί και περνάω να δώσω τη φλόγα στις λάμπες. Την προγραμματισμένη ώρα από το εργοστάσιο αρχίζει η παροχή αερίου. Κεντρική παροχή μέσα στο φανό, όμως η καθεμιά πρέπει να ανάβει και να σβήνει χωριστά. Δεν είναι δύσκολο. Βλέπω τους περαστικούς που αραιώνουν όσο σουρουπώνει, γυναίκες που πάνε βιαστικά στο σπίτι τους. Απασχολούμαστε κάμποσοι. 

Είναι και κάποιοι που κάνουν τους φύλακες γιατί βρίσκονται παλιόπαιδα που σπάνε τους φανούς. Στο Σπύρο, τον Μαραθιά, του αρέσει να ακολουθεί τις κοπέλες. Τις πειράζει. Τον βλέπουν αυτές και λένε θα κάνουν μήνυση στο Δήμο. Ο Σπύρος γελάει και τους απαντάει ότι θα τις αφήσει χωρίς λυχνία·  να μην έχουν να κοιτάζονται στον καθρέφτη να μακιγιάρονται. Μάθαμε όλοι να περπατούμε τη νύχτα. Μπορεί όμως και να ξεμάθαμε το ποιοι είμαστε. 

Εγώ κάνω το δρομολόγιο που μου έχουν ορίσει: πρώτα πρώτα η Μητρόπολη, έπειτα η οδός Πανεπιστημίου να φωτιστούν τα μαγαζιά. Η διεύθυνση της εταιρείας με το Δήμο έχουν αποφασίσει. Σε σπίτια δεν μπαίνω. Έχουν την εγκατάστασή τους. Καλλίτερα. Θα μου έκαναν παράπονα για το γκάζι που ακριβαίνει συνέχεια, που κινδυνεύουμε να πάρουμε φωτιά. Δεν έχει νερό η Αθήνα να σβήσει τη φωτιά. Αν υπάρξει διαρροή απ’ τα κορνούτα, ο ένας με τον άλλο, θα ανατιναχτούμε

[…] Όχι, δε χαίρομαι που ήρθα κι ας είχα όνειρο από μικρός να επισκεφτώ τον Παρθενώνα. Έτσι μας μεγάλωσαν: «η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι»…

Οι πλήρεις μονόλογοι στην Αποθήκης της Τεχνόπολης, Τετάρτη 14/5/2014...

16 April 2014

Ο Επίκουρος της γεύσης μας

της Γιούλης Επτακοίλη, Καθημερινή, 16/4/2014


«Αναγκάστηκα να σκάψω στα βάθη του μουσακά για να ανακαλύψω την αρχαιολογία της ελληνικής γεύσης, να αρμενίσω πάνω στο κεχριμπαρένιο ελαιόλαδο ψάχνοντας για την ουσία της, να ψάξω ανάμεσα στα φύλλα του μπακλαβά μη και βρω την καταγωγή της κουζίνας μας και, τέλος, να λουστώ στη λάμψη της άσπιλης λευκότητας του αρχαίου μαρμάρου της φέτας μήπως ανακαλύψω την αιώνια ελληνικότητα», έγραφε στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Η νέα ελληνική κουζίνα» (εκδ. Ικαρος) ο Επίκουρος όπως ήταν το φιλολογικό ψευδώνυμο του Αλβέρτου Αρούχ.


Ο κορυφαίος κριτικός εστιατορίων, θεωρητικός της γεύσης, αλλά και καθηγητής Οικονομικών στο Κολέγιο Deree, έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σάββατο νικημένος από τον καρκίνο. Αρθρογράφος γεύσης σε εφημερίδες και περιοδικά από το 1992, γνώστης της ελληνικής και όχι μόνο κουζίνας, στο τελευταίο του αυτό εμβληματικό βιβλίο μίλησε για τις αρχές, τις πηγές και την πορεία της Νέας Ελληνικής Κουζίνας. Ηταν το απόσταγμα της εμπειρίας του απ’ όλα αυτά τα χρόνια στις κουζίνες, τις ταβέρνες, τα αστεράτα εστιατόρια, την τριβή με ταπεινούς μάγειρες και βραβευμένους σεφ.

«Υπάρχουν δύο ρεύματα για το τι είναι ελληνική κουζίνα», έλεγε σε συνέντευξή του στην «Κ». «Ενα το οποίο επικεντρώνεται σε μια ουσιοκρατική διάσταση της ελληνικής κουζίνας, ότι δηλαδή ελληνική κουζίνα είναι η Αγία Τριάς “ψωμί, ελαιόλαδο, κρασί”, και ένα πιο μεταμοντέρνο και εξωστρεφές το οποίο με εκφράζει. Αυτό το ρεύμα εντοπίζει την ελληνικότητα του φαγητού μας στο βίωμα και τη μνήμη».

Την παραδοσιακή, την αστική, την τοπική, τη σουσουδίστικη, την επιδεικτική κουζίνα, το κυριακάτικο τραπέζι, τα υλικά που έρχονται από αλλού και ζυμώνονται για να δημιουργηθούν καινούργια πράγματα, όλα αυτά τα γνώριζε. Ηταν αυστηρός και δίκαιος κριτής, επαινετικός με τους νέους μάγειρες, αναγνώριζε την προσφορά των παλιών.

Είναι μέγα λάθος να «διαβάσουμε» την προσφορά του μόνο στο επίπεδο της γευσιγνωσίας. Ο Αλβέρτος Αρούχ, ο άνθρωπος πίσω από τον Επίκουρο που ευλαβικά συμβουλεύονταν επί χρόνια οι αναγνώστες, δεν μιλούσε μόνο για το φαγητό. Ανίχνευε θέματα ταυτότητας, γλώσσας, παράδοσης, ιστορικής συνέχειας. Εντέλει μιλούσε για την ίδια τη ζωή.

01 April 2014

Είμαι το διεσταλμένο ρόδο, δίχως σεμνότητα

της Αδαμαντίας Ξηρίδου, Αναδημοσίευση

                                                          Περνούσε το βαποράκι
της συγκοινωνίας για τα θαλάσσια λουτρά
και οι παχιές γυναίκες με τα πολλά παιδιά
χειροκροτούσαν απ το πλοίο έξαλλες

Είμαι μία από αυτές. Με τον Αργύρη, τη Μαντώ και το Χρήστο. Με κοιλιά από τις γέννες και το προγούλι πνίγει το πρόσωπο. Έχω μεγάλα στήθια· δεν τα χρειάζεται κανένας. Στις αρχές ο Φίλιππος έγλειφε κάθε νύχτα τις ρόγες μου. Ύστερα τα μωρά τύλιγαν τη γλώσσα για να δεθούν πάνω μου. Σήμερα είναι δυο σακιά που κρέμονται.
Ίδιες όλες. Μικροί τσιφλικάδες ψυχών, των παιδιών μας. Πέρα απ’ αυτά δεν είχαμε. Τα χρήματα, όταν υπήρχαν, δεν ήταν δικά μας. Τα κάλλη μας θησαυρίζονταν σ’ ένα ασέληνο αμπάρι, που μόνο ο άντρας μας μπορούσε να ανοίξει. Για λίγο · την Κυριακή συνήθιζε. Τα πτυχία, όσες είχαν τολμήσει, κιτρίνιζαν σε μια κορνίζα, στο πατρικό.
Το βαποράκι μπατάριζε στη μεριά που καθόμαστε οι μανάδες και οι γιαγιάδες. Στην άλλη, μαζευόταν το παιδομάνι. Βάζαμε τα αδέλφια κοντά. Στη στιγμή ανακατεύονταν με τους φίλους τους, προσποιούνταν πως άλλος πήρε τη θέση τους.
─ Ε, κοιτάξτε στον ουρανό τους γλάρους, λέγαμε.
Γραμμή, εκείνα, στο αντίθετο: έσκυβαν να πιάσουν το κύμα καθώς μούσκευε το σκαρί. Παλουκωμό δεν είχαν, μας ξεκούφαιναν, κι εμείς, ένας θίασος που υποκρίνεται ότι θυμώνει, να ξεστομίζουμε απειλές: «αυτή είναι η τελευταία σου φορά!»
Ο ιδιοκτήτης ήθελε να έχει τον έλεγχο στο χρήμα και το τιμόνι. Έκοβε τα εισιτήρια και πιλοτάριζε το μοτοράκι. Τα υπόλοιπα δουλειά του Ντόντεκ. Από το Γκντανσκ της Βαλτικής στον κόλπο του Θερμαϊκού, κάποιο φορτηγό τον είχε ξεβράσει. Τα πλοία που ήταν μαθημένος ο Πολωνός θέλανε μισή μέρα να σαλπάρουν από το λιμάνι. Το μοτοράκι σ’ ένα τέταρτο από την προκυμαία έφτανε στο Μπαξέ. Στα μπουρίνια, ο Ντόντεκ αναλάμβανε γενικά καθήκοντα. Ο Έλληνας γνώριζε σε ποιον εμπιστεύεται την περιουσία του και στην πόλη είχε διαδοθεί πως το όνομα του μούτσου σήμαινε «δώρο και ήρωας». Κάποιες βαστούσαν ένα κομμάτι μπουγάτσα να του δώσουν στη διαδρομή.
Πρώτες μέρες του Ιουλίου γυρίζαμε ενώ είδαμε τα σύννεφα να μαυρίζουν. Τα παιδιά διηγιόνταν τα κατορθώματά τους και πόσο κράτησαν την αναπνοή στο μακροβούτι όταν τα μπουμπουνητά σκέπασαν τη φωνή τους. Κατά τις οδηγίες, κάθισαν κατάχαμα στο κατάστρωμα για σιγουριά.
                Ο Χρήστος γλίστρησε, δε σάλευε πόντο. Νόμισα έκανε αστείο από τα συνηθισμένα του. Στρώθηκα, εκατό και βάλε κιλά, στο σίδερο να τον κρατώ αγκαλιά. Η μηχανή έκαιγε το μαζούτ. Γέμισε τα πνευμόνια μας βρώμικο αέρα. Τα κλάματα των παιδιών θα έφταναν μέχρι το λιμάνι. Ένα καΐκι πλεύρισε να μας αρπάξει, μην τυχόν το δικό μας μείνει καταμεσής. Δόξα τω Θεώ! Το μοτοράκι διπλόδεσε. Άδειασε άρον άρον. Ο μικρός μου δεν ησύχασε. Έφυγαν όλοι. Σωριασμένη μαζί του. Έρχεται ο Ντόντεκ:
─ Πού πας με τρία παιδιά! Να σε βοηθήσω.
Τα είχα χαμένα. Σπίτι ποιος άκουγε το Φίλιππο που δεν πρόσεξα το μικρό, που θέλω μπάνια και παραλίες. Λεφτά να πάμε σε γιατρό δεν είχα. Φυσούσε. Ο Λευκός Πύργος φάνηκε σε μένα και τα παιδιά μου γίγαντας, που κουδούνιζε μια αρμαθιά κλειδιά για να μας φυλακίσει.
Ο Ντόντεκ φέρνει ένα κομμάτι πάγο να το βάλουμε στο πόδι του Χρήστου. Τον σηκώνει αγκαλιά. Το χαλάζι έριχνε πετριές κι ο Ντόντεκ με την παλάμη κάλυψε το κεφάλι του παιδιού. Σαν να κατάλαβε που δεν είχα τ’ απαραίτητα δίπλωσε στη χούφτα μου ένα πενηντάρικο. Το χαρτί υγρό. Από ιδρώτα, από το νερό.
Οι σανίδες στην προκυμαία είχαν μουλιάσει. Το ξύλο κατάπινε τα βήματά μας. Έτσι δε θα μας πρόσεχαν γύρω. Όσο ήμαστε στο Μπαξέ αναβάλλαμε την επιστροφή. Έπρεπε να είχαμε φύγει. Εγώ έφταιξα, που ξεχάστηκα στην χαρά να κολυμπήσω, που είχα αφήσει το σώμα στον ήλιο και στα μάτια του κόσμου.
Ο Ντόντεκ φώναξε ένα ταξί. Η Μαντώ κι ο Αργύρης μπήκαν στο αμάξι και καθώς μου έδινε το παιδί είπε: «έχεις πολλά όμορφα μαλλιά».
Δεν ήταν καλά τα ελληνικά του και δύσκολα θα μάθαινα τι συνεννόηση έκανε με το αφεντικό του, που είχε μείνει μακριά από την υπόθεση. Έκανε πως δεν πήρε είδηση μην του ζητήσουν ευθύνες.
─ Άμα γίνει καλά να ‘ρθεις. Σε μένα.
Μου χάιδεψε το κεφάλι. Εκείνη την ώρα αυτός έγινε ο πατέρας τους· καλύτερος κι από πατέρας. Πίστεψα ότι είχε δικαίωμα να απλώσει χέρι επάνω μου. Κοίταξα τα παιδιά σαν να χρωστούσα σ' εκείνα την ομορφιά που είχε δει.
Η κουβέντα του κύμα που έσκαγε πάνω μου. Πήγαινε κι ερχόταν. Έβαζα τη γλώσσα στα χείλη να μαζέψω το αλάτι. Έφτιαχνα μια θάλασσα· στα νερά της κολυμπούσα μόνο εγώ. Βουτούσα. Πέντε χρόνια πριν. Τότε είχα τον Αργύρη και τη Μαντώ. Ακόμη πιο πριν, ούτε αυτά. Πιο πέρα, πιο βαθιά. Στα χρόνια που ήμουν νέα. Δεν ήταν τότε ο Φίλιππος. Αν δε μέναμε στην ίδια γειτονιά. Αν είχα πάει στην Αθήνα.
Βυθιζόμουν σε σκηνές ενός σώματος που περπατά με χάρη. Στην άκρη του δρόμου συναντούσα τον Ντόντεκ. Γινόμουν κοπέλα που χόρευε μέχρι το πρωί με διαφορετικές παρέες. Στο τελευταίο τραγούδι εμφανιζόταν ο Ντόντεκ για να μου ζητήσει να χορέψουμε.
Πότε πότε σκεφτόμουν να κάνω κάτι να χάσω κάνα κιλό. Δεν σταματούσα το φαγητό. Φοβόμουν πως αν έχανα βάρος ο Φίλιππος θα καταλάβαινε την αιτία. Θα ρωτούσε. Μετά τη γέννα του Χρήστου σαν να μην μας χρειάζονταν ο έρωτας. Δεν είμαι αυτή που είχε παντρευτεί ο άντρας μου. Κι όμως, εγώ ήμουν. Όχι, δεν έπρεπε να αδυνατίσω. Ο Ντόντεκ έτσι με γνώρισε. Ίσως να πρόσεξε μόνο τα μαλλιά. Αρσενικό είναι, δε γίνεται να μην κοίταξε παρακάτω. Αν πήγαινα αλλιώτικη μήπως με έδιωχνε;
Όπως αυτός μιλούσε με σπασμένα ελληνικά έτσι κι εγώ έσπαζα το κορμί του σε εικόνες. Ένα χέρι προστάτευε το κεφάλι του Χρήστου. Ένα χαμόγελο όσο τρέχαμε στο χαλάζι. Το τσαλακωμένο πουκάμισο. Κομμάτια από έναν άνθρωπο που δε γνώριζα. Μήπως ήξερα ποιος είναι ο αληθινός και ποιος της φαντασίας μου;
            Συνέχισα να ενδιαφέρομαι για το Φίλιππο. Μ’ ένοιαζε να είναι το σπίτι καθαρό. Χαιρόμουν με τα παιχνίδια των μικρών. Ήμουν η μητέρα τους ωστόσο το χάδι μου είχε γίνει κρύο. Δίσταζα να τα ακουμπήσω. Στον Ντόντεκ ήθελα να δώσω τα χάδια μου. Να γελάσω και να του μιλήσω. Έπειτα με έπιανε μανία κι έσφιγγα τα παιδιά.
            Δέκα χρόνια στα ίδια βήματα. Βέβαιη για τις κινήσεις μου. Προσεύχομαι. Λέω τα ίδια λόγια με πίστη. Από κείνη τη μέρα το όνομά του παίρνει τη σειρά πριν των παιδιών μου. Στην παράκλησή μου ζητώ από το Θεό να τον έχει γερό, να βγάζει μεροκάματο, να μην έχει δυσκολίες. Ψέματα! Παρακαλώ να μην με έχει ξεχάσει. Να μην έχει δει άλλη.
Στα όνειρά μου ο Ντόντεκ διασχίζει τα κάστρα. Σκαρφαλώνει στις πολεμίστρες γυμνός. Το δέρμα του, φίλντισι στο φεγγάρι. Με προστατεύει από εχθρούς που πολιορκούν τα τείχη, κινδυνεύω · με σώζει την τελευταία στιγμή. Με χώνει στην αγκαλιά του και με γλυτώνει.
Κύλησε ο καιρός. Ο μικρός έγινε καλά. Δεν κατεβήκαμε ξανά για μπάνιο. Παραμονή Δεκαπενταύγουστου τα παιδιά έφυγαν στη γιαγιά τους. Ο Φίλιππος κι εγώ θα πηγαίναμε ανήμερα να περάσουμε τη γιορτή. Είχα μπροστά μου όλο το πρωί.
Έλουσα και χτένισα τα μαλλιά. Ξεκίνησα με την ελπίδα ότι ο Ντόντεκ συνεχίζει τα δρομολόγια· δε μ’ έχει ξεχάσει.
Στη γειτονιά με ρώτησαν «πού πάω».
Ετοιμασίες για την Κοίμηση.
Άνοιξα το βήμα. Ο ήλιος ανέβαινε. Δε με φώτιζε. Μια άλλη γυναίκα κινούσε το κορμί μου. Τη γνώριζα λιγότερο απ’ τον Πολωνό. Μόλις απομακρύνθηκα το βάδισμα έγινε ελαφρύ, πατούσα τα τακούνια κι ευχαριστιόμουν που έκαναν εντύπωση στους περαστικούς. Χαιρέτησα αγνώστους. Ήθελα να δοκιμάσω τον πιο γλυκό τόνο φωνής. Έτσι θα του μιλούσα.
Προχωρούσα μα το λιμάνι ξεμάκραινε. Με ειδοποιούσε να πάρω άλλο δρόμο; Θα έφτανα ως τη σκάλα να μπω στο καραβάκι. Είχα κάνει τους λογαριασμούς μου. Ο Ντόντεκ όπως είχε καταφέρει να μας βοηθήσει θα έκλεβε τώρα μια ώρα να μείνει μαζί μου.
Δεν ήταν από αυτούς που μιλούν στην καθεμία. Πώς ήμουν σίγουρη γι’ αυτό;
Ξένος και μόνος δε θα με πρόδιδε.
Στην τσάντα βρήκα ένα κραγιόν. Το πέρασα στα χείλη.


Ο τίτλος Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα είναι από το ποίημα 10 Απριλίου 1938 της Ζ. Καρέλλη
Οι στίχοι Περνούσε το βαποράκι … από το ποίημα Του Καλοκαιριού ΙΙΙ της Z. Καρέλλη.