28 March 2015

Πώς βγάζεις φρενοβλαβή έναν δημόσιο υπάλληλο;

της Χριστίνας Ταχιάου, protagon.gr, 29/8/2014

Πρόσφατα, δημόσιος υπάλληλος έστειλε μια αναφορά στην υπηρεσία του. Με αυτήν, καταγγέλλει σημεία και τέρατα: ανθρωποειδή που ελέγχουν τον κόσμο μέσω της τροφής, ζώα που έχουν μεταμφιεστεί σε ανθρώπους και κρύβουν την αληθινή καταστροφική τους φύση, συνωμοσίες που θα μας εξοντώσουν, ότι αυτά τα τέρατα τον χώρισαν από τη γυναίκα του και δεν τον αφήνουν να αναπνεύσει και να πιει νερό κ.λπ.
Η αναφορά πήρε αριθμό πρωτοκόλλου. Ο προϊστάμενός του ήθελε να τον πείσει να την ανακαλέσει. «Για να μη δοθεί έκταση, βρε παιδί μου. Πού να μπλέκουμε τώρα;».
Πριν καιρό, ο συγκεκριμένος υπάλληλος είχε δημιουργήσει πάλι μια ανάλογη κατάσταση και διενεργήθηκε ΕΔΕ από τα κεντρικά της υπηρεσίας. Τα αποτελέσματά της δεν έγινε δυνατό να τα μάθουν οι συνάδερφοί του, οι οποίοι είναι εξαιρετικά ανήσυχοι: να ζητήσουν μετάθεση; να πηγαίνουν οπλισμένοι στη δουλειά επειδή φοβούνται ότι ο άνθρωπος αυτός μπορεί και να τους σφάξει; να τον μπαγλαρώσουν και να τον πάνε οι ίδιοι στο κοντινότερο ψυχιατρείο;

Το ζήτημα είναι ότι εάν οι συνάδερφοι αντιδράσουν, κινδυνεύουν να βρεθούν οι ίδιοι μπλεγμένοι: να τους μηνύσει ο «κυνηγημένος» για συκοφαντική δυσφήμηση, να τους κάνει αναφορά, να γίνει ΕΔΕ και ουδείς γνωρίζει πόσο πιο μακριά μπορεί να πάει η βαλίτσα.
Το πράγμα είναι, στην πραγματικότητα, τρισχειρότερο: ο άνθρωπος στον οποίον αναφέρομαι εργάζεται σε νευραλγικό πόστο σε σημαντικότατη υπηρεσία, στην οποία -λόγω θέσης και αρμοδιότητας- έχει ο ίδιος ελεύθερη πρόσβαση χωρίς κανέναν έλεγχο και μπορεί, ανά πάσα ώρα και στιγμή, να προκαλέσει βλάβη σε μηχανήματα ή, ακόμη, και επίθεση σε κάποιον/κάποιους από τους χιλιάδες ανθρώπους με τους οποίους έχει τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή. Σημειωτέον ότι όλοι οι υπόλοιποι που δεν εργαζόμαστε σε ανάλογη υπηρεσία περνάμε σκληρούς ελέγχους για να μπούμε εκεί.
Το ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος έχει καλές σπουδές και μεταπτυχιακούς τίτλους του διασφαλίζει ένα εξαιρετικά υψηλό για τους χαλεπούς καιρούς μας εισόδημα έστω και χωρίς να εργάζεται και πολύ, διότι ουδείς τολμά να τα βάλει μαζί του, αναγνωρίζοντας ότι ίσως του είναι πάρα πολύ εύκολο να ξεπεράσει το όριο με απρόβλεπτες συνέπειες. Ωστόσο, το ζήτημα της ασφάλειας είναι το πρωταρχικό – για τη δική μου λογική, τουλάχιστον.
Αυτό είναι το σύστημα στο ελληνικό δημόσιο. Να μην τολμάς να πειράξεις τον συνάδερφο που δεν έχει και πολύ σώας τας φρένας. Επειδή ξέρεις ότι εάν τυχόν αρχίσει το ξήλωμα του κουβαριού, μπορεί η μπάλα να πάρει κι εσένα.
Κάποιοι συνάδερφοι του «κυνηγημένου», αποφασισμένοι να μην αφήσουν και πάλι το σύστημα να κάνει τα δικά του, κινήθηκαν παρασκηνιακά. Μίλησαν σε αστυνομικούς με τους οποίους έχουν τη δυνατότητα συνεννόησης κι εκείνοι σε δικαστικούς που ξέρουν ότι κάποιες φορές το σύστημα πρέπει να παρακαμφθεί. Περιμένουμε τα αποτελέσματα με αγωνία.
Αλλά όπως λέει φίλος δημόσιος υπάλληλος, «όταν γίνει το κακό, όταν ο τύπος πάρει ένα μαχαίρι και έρθει να μας σφάξει, τα media θα τσιρίζουν ότι τα βλέπαμε και δε μιλούσαμε. Πες τους σε παρακαλώ ότι βάζουν κι αυτοί το λιθαράκι τους, με τη λογική της προστασίας σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους αδιακρίτως και χωρίς καμιά αξιολόγηση. Το σύστημα έχει άψογες δικλείδες ασφαλείας για να μην παρεκτρέπεται κανείς και να μην αλλάζει τίποτα.». Προσθέτει, επίσης, ότι για πολλές περιπτώσεις δημοσίων υπαλλήλων υπάρχουν ενδείξεις συμπεριφοράς για την οποία απαιτείται αντιμετώπιση ειδικού, αλλά ουδείς τολμά να το αναφέρει, διότι θα υπάρχει η ρετσινιά του «καλά, γιατρός είσαι και αποφαίνεσαι ότι είναι τρελός;» Μου φαίνεται, πάντως, ότι εάν κάποιος είναι σίγουρος ότι μιλά με ανθρωποειδή με φάτσα ανθρώπου και ψυχή ζώου που του δηλητηριάζουν το νερό και του παίρνουν τη γυναίκα της ζωής του, βάσιμα μπορεί να εγείρει υποψίες ότι πρόκειται περί κλινικής περίπτωσης.
Προτιμούμε να συντηρούμε άρρωστες καταστάσεις αντί να τις κοιτάζουμε κατάματα και να τις αντιμετωπίζουμε. Το ζήτημα είναι εάν θα καθίσουμε για πολύ ακόμη να τις βλέπουμε να κακοφορμίζουν και τη γάγγραινα να εξαπλώνεται ή εάν θα αντιδράσουμε, επιτέλους, ως πολιτισμένη κοινωνία που θέλει να προχωρήσει πληρώνοντας το κόστος που αναλογεί.
Διότι, μέχρι στιγμής, απλώς πληρώνουμε και δεν προχωρούμε προς μια πολιτισμένη κοινωνία. Πάντως, πληρώνουμε.

22 March 2015

Οnline και τραμπούκος...

στην υποκριτική ελληνική κοινωνία του 2015 
Βιβλία, βιβλία
της Μαρίας Τοπαλή, Καθημερινή, 22/3/2015
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
Το ημερολόγιο ενός δειλού
εκδ. Καστανιώτη, 2014

«Καθόμουν και κοίταζα το αίτημα φιλίας από τον Γόλιο κι έτριβα τα μάτια μου. Η αλήθεια είναι πως αυτό το παιδί ανέκαθεν είχε την ικανότητα να μ’ αιφνιδιάζει, να με φέρνει στη θέση να σκέφτομαι συνέχεια και να υπεραναλύω τα πράγματα… Nikos Golios has sent you a friend request». Ο Γόλιος, παλιός συμμαθητής και αρχιτραμπούκος του ιδιωτικού σχολείου στη Γλυφάδα, στέλνει έπειτα από χρόνια αίτημα φιλίας μέσω Facebook στο έκπληκτο θύμα του, τον Θοδωρή. Βρισκόμαστε στο τέλος της αφήγησης· το θύμα έχει, με βάση την «ιστορία», δικαιωθεί. Φοιτητής σε επαρχιακό πανεπιστήμιο, στη σχολή μάλιστα στην οποία σχεδίαζε τον παλιό καλό καιρό να σπουδάσει ο θύτης του, συναντά τον άλλον να βιοπορίζεται ως υπάλληλος σούπερ μάρκετ και να συμπληρώνει το πενιχρό του εισόδημα με περιστασιακές μικροδουλειές, αφού η άλλοτε εύπορη οικογένειά του έχει χρεοκοπήσει. Η σύμπτωση –ο Γόλιος με τον συνεταίρο του αναλαμβάνουν να βάψουν το φοιτητικό σπίτι που, όπως αποκαλύπτεται, ανήκει στον Θοδωρή– φέρνει τον θύτη αντιμέτωπο με το ημερολόγιο και τις παλιές εξομολογήσεις του θύματος. Ο αλλοτινός τραμπούκος μπαίνει σε μια διαδικασία αυτοανάλυσης και, όπως συμβαίνει στα καλά βιβλία, πολλά ερωτηματικά παραμένουν μέχρι τέλους ανοιχτά.
Με μάλλον ασυνήθιστο τρόπο, ο Παπαθεοδώρου αφηγείται μία συνηθισμένη ιστορία bullying. Η φωνή του θύτη «σπάει», όμως, επιπλέον, σε δύο περσόνες: τον αλλοτινό «Γόλιο» του γυμνασίου και τον σημερινό «Νίκο» του επαρχιακού σούπερ μάρκετ. Μέσα από την αποστασιοποιημένη ματιά του τελευταίου διαβάζουμε (μαζί του) τις σελίδες ημερολογίου του Θοδωρή, αλλά και του παλιού εαυτού του αφηγητή, σε μιαν ιδιότυπη «κατ’ αντιπαράσταση» μαρτυρία της δύσκολης εκείνης γυμνασιακής χρονιάς. Είναι δύο εκ διαμέτρου αντίθετες οπτικές των εφήβων που πρωταγωνιστούν στο δράμα αλλά και μια τρίτη ματιά του, ενήλικου πλέον, και μάλλον πικρά συνετισμένου Γόλιου. Ο συγγραφέας υποβάλλει έτσι μια σύνθετη, διαφοροποιημένη προσέγγιση του προβλήματος της ενδοσχολικής βίας.
Ως «δειλός» μπορεί να νοηθεί εξίσου το θύμα, ο θύτης και οι περισσότεροι ενήλικοι που τους πλαισιώνουν. Φωτίζεται ανατριχιαστικά ένας περίγυρος που είτε αγνοεί ηθελημένα το πρόβλημα (γονείς), είτε αδιαφορεί προκλητικά (καθηγητές), είτε συναινεί ένοχα, προκειμένου να βρίσκεται στην ασφαλή όχθη (συμμαθητές). Είναι, εντέλει, κάποιες ατομικές στάσεις μαθητών και καθηγητών, που επιδεικνύοντας το περίπου άγνωστο ως όρο στη χώρα μας, αλλά πολυσυζητημένο αλλού, «θάρρος του πολίτη» (civil courage), διαφοροποιούνται από αυτόν τον επικίνδυνο συρμό, πυροδοτώντας τη λύση του δράματος με την τιμωρία των ενόχων και την αποκατάσταση του θύματος.
Πρόσφατα δραματικά περιστατικά του αστυνομικού δελτίου φέρνουν την ελληνική κοινή γνώμη αντιμέτωπη με ό,τι αρνούνταν έως τώρα να παραδεχτεί: τη διάχυτη βία στους χώρους όπου τα παιδιά και οι νέοι μορφώνονται και διασκεδάζουν, τη βία που δεν ασκείται από περιθωριακά στοιχεία, όπως θα βόλευε, δίνοντας στην υπόλοιπη κοινωνία την ευκαιρία να εκφράσει τον αποτροπιασμό της και να κοιτάξει αμέσως μετά αλλού, αφού οι θύτες είναι κανονικά παιδιά, κανονικών οικογενειών, συχνά με υψηλό βιοτικό και μορφωτικό επίπεδο. Τέλος, οι θύτες, έτσι όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, de facto προστατεύονται. Τα θύματα, όχι.
Ο Παπαθεοδώρου διακρίνεται για τη διαισθητική αλλά εντυπωσιακά εύστοχη και έγκαιρη επισήμανση σκοτεινών πλευρών της εφηβικής πραγματικότητας στη χώρα μας. Ποιος ξεχνάει την εκ μέρους του έγερση του ζητήματος της επιρροής βίαιων ακροδεξιών στοιχείων στα σχολεία της περιοχής που εκλογικά ανήκει στην περίφημη Β΄ Πειραιώς, στο βραβευμένο «Στη διαπασών» εν έτει 2009, όταν κανείς δεν μιλούσε για τέτοια θέματα; Στο υπό συζήτηση βιβλίο δείχνει τώρα με το δάχτυλο εκεί ακριβώς όπου αρνούμαστε να κοιτάξουμε: στις μικρές ηλικίες, στα ιδιωτικά σχολεία των «καλών» περιοχών, στις εύπορες μορφωμένες οικογένειες του ακραίου καταναλωτισμού, στην ανεξέλεγκτη χρήση των κινητών τηλεφώνων και του Διαδικτύου ως μέσου άσκησης του bullying στις μέρες μας.
Το βιβλίο τελειώνει με το «αίτημα φιλίας» του Γόλιου προς τον Θοδωρή μέσω Facebook· αποφεύγοντας όμως την κακή συνήθεια της ελληνικής εκπαίδευσης που θέλει να «κλείνει» τα πάσης φύσεως κείμενα με ένα οριστικό «συμπέρασμα», ο Παπαθεοδώρου προτιμά να κλείσει το μάτι στον αναγνώστη. «“Χαμογέλασα», λέει μέσα του ο Θοδωρής. «Ξανακοίταξα το αίτημα φιλίας. Καλά, θα δω άλλη φορά τι θα κάνω μ’ αυτό”, είπα δυνατά, έτσι, για να με ακούσω. Εκλεισα τον υπολογιστή, πήρα τα κλειδιά και βγήκα να συναντήσω την παρέα μου…».

20 March 2015

Η Παναγιά στον πάγκο...

του Στάθη Παναγιωτόπουλου, iporta.gr, 20/3/2015

Άγιες μέρες. Πάσχα πλησιάζει, και ειδικά στο ορθόδοξο τμήμα του πληθυσμού μας η κατάνυξη κυριαρχεί. Αναρωτιέμαι, τι γνώμη έχει αυτό το τμήμα του πληθυσμού όταν βλέπει/ακούει ένα από τα σεβασμιότερα, σημαντικότερα, γλυκύτερα σύμβολα της πίστης του να λοιδορείται (στην καλύτερη περίπτωση) ή να κυλιέται στις λάσπες;  
Ο λόγος, φυσικά, για τον Άγγελο Αναστασιάδη, προπονητή ποδοσφαίρου με θητεία σε αρκετές ελληνικές και κυπριακές ομάδες και πρώην ποδοσφαιριστή. Ο οποίος δηλώνει θεοσεβούμενος και πιστός (δικαίωμά του, φυσικά!) και δε χάνει ευκαιρία να ανάγει τη δουλειά του σε παρέμβαση/ εύνοια/δυσμένεια/σχεδιασμό του θείου στοιχείου και ειδικότερα της αγαπημένης του Παναγίας.

Παλιότερα έπαιρνε ομαδικά τους ποδοσφαιριστές και τους πήγαινε να προσκυνήσουν το «περιβόλι Της» (το Άγιον Όρος, ντε!). Τώρα τελευταία, στις δηλώσεις του μετά τη λήξη κάθε αγώνα δεν παραλείπει να αναφέρει την Παναγία με προτάσεις που ευθέως δηλώνουν ότι η Μήτηρ Θεού θέλησε να κερδίσει ο ΠΑΟΚ ή να χάσει, ή να κερδίσει το πέναλτι ο τάδε παίκτης, ή να βάλει γκολ ο δείνα, ή η ομάδα να αποκλειστεί από το κύπελλο/πρωτάθλημα/ευρωπαϊκές διοργανώσεις, και πάει λέγοντας. Μετά από ΚΑΘΕ ματς!

Μου είπαν δε ότι σε συνέντευξη τύπου έβγαλε εικονισματάκι της Παναγίας από τον κόρφο του και το ασπαζόταν. Αν δάκρυσε το εικόνισμα ή όχι δεν εξακριβώθηκε…

Προσωπικά είμαι άθεος, δεν πιστεύω σε καμία ανώτερη δύναμη, ζωή μετά θάνατον, διαβόλους τριβόλους, θαύματα και λοιπές δεισιδαιμονίες. Ωστόσο οφείλω να παραδεχτώ πως η εικόνα της Παναγίας είναι ένα από τα ομορφότερα, γλυκύτερα, τρυφερότερα σύμβολα μιας πίστης ή έστω μιας λαογραφίας.

Και μου κάνει τρομερή εντύπωση πώς οι φανατικοί θρησκευόμενοι δεν είπαν ούτε μια κουβέντα για την ασχήμια που διαπράττει ο εν λόγω άνθρωπος εις βάρος του ωραιότερου θρησκευτικού συμβόλου τους.

Κανείς δεν του είπε, «τι κάνεις ρε άνθρωπε; Με ποιο δικαίωμα σέρνεις την Παναγίτσα μας στη λάσπη που βαράνε τη μπάλα 22 μαντράχαλοι; Τι είναι ρε Άγγελε η Παναγία που ήθελε να κερδίσει ή να χάσει ο ΠΑΟΚ; Ο Τζοβάνι Τραπατόνι είναι η Παναγία; Δε ντρέπεσαι λίγο;»

Κανείς δεν είπε κουβέντα. Ούτε καν αυτός ο υπερ-ευαίσθητος κήρυκας του μίσους μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, που δε διστάζει να καταδικάσει σε θάνατο τους ομοφυλόφιλους, από τους οποίους, όπως παραδέχεται, βρίθει η εκκλησία του.

Ούτε καν η δικαιοσύνη, που όταν κάποιος σατίρισε τον κακόψυχο, σκοταδιστή «Άγιο» (ας γελάσω!) Παΐσιο, βιάστηκε να αποπειραθεί να τον χώσει στη φυλακή.

Τι έγινε, φίλοι «Χριστιανοί»; Δύο μέτρα και πόσα, αλήθεια, σταθμά;