21 July 2014

Η επέλαση της φτήνιας στη Μύκονο

Περίμενε στο μαγαζί της η μαντάμ Σουσού από τον Μπύθουλα τους λεφτάδες, αλλά έφτασαν οι τσαμπατζήδες γείτονές της, Μπυθουλαίοι κι αυτοί! Και πώς να τους τα πάρεις αφού δεν έχουν μία;; Ο τίτλος είναι της συγγραφέως...

της Καλλιόπης Θεοδωροπούλου, protagon.gr, 21/7/2014

Αυτό που συμβαίνει φέτος το καλοκαίρι στη Μύκονο είναι κατάντια και πλήρης ξεπεσμός ενός κοσμοπολίτικου νησιού που αυτή τη στιγμή που σας γράφω χτυπιέται αλύπητα από ένα τσουνάμι απίστευτης αγένειας, θράσους, γυφτιάς, κακογουστιάς, φτήνιας και λεκτικής επιθετικότητας, που όμοιό του δεν έχουμε ματαδεί!
Το νησί είναι γεμάτο ανθρώπους τόσο φτηνούς σε όλες τους τις εκφάνσεις που οι περισσότεροι από όσους μένουμε και δουλεύουμε εδώ έχουμε, πλέον, φρικάρει. Μέσα Ιουλίου, στην καρδιά του καλοκαιριού και έχει μποτιλιάρισμα στο Ματογιάννη από τα παιδικά καροτσάκια ώρα 2 το πρωί. Με παιδάκια να κοιμούνται και γονείς να "χαζεύουν" βιτρίνες! Άνθρωποι που ποτέ πριν δεν είχαν πατήσει στο νησί ξαφνικά το έχουν γεμίσει με άθλιους τρόπους και εμφανίσεις! Πιο φτήνια πεθαίνεις!

Σεργιανάνε στα στενά της Μυκόνου σκαλίζοντας τη μύτη τους, σκουπίζοντας τα λερωμένα από σουβλάκια, βρώμικα χέρια τους σε όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα των καταστημάτων, δε λένε ούτε καλησπέρα, ούτε καλημέρα, ούτε ευχαριστώ, όταν μπαίνουν σ' έναν χώρο σού λένε με αγένεια και επιτακτικό τρόπο το ποσό που οι ίδιοι αποφάσισαν να πληρώσουν για το αντικείμενο που θέλουν να αγοράσουν, τα παιδιά τους χαλάνε τον κόσμο από φωνές, κατεβάζουν όλες τις βιτρίνες για πλάκα, φιλάνε τους καθρέφτες και πιέζουν όλα τους τα δάχτυλα πάνω στα τζάμια, κάνουν τις κουρτίνες των δοκιμαστηρίων φούστες στριφογυρίζοντας σαν βλαμμένα, οι περήφανοι γονείς τους κάνουν σχεδόν το ίδιο και φυσικά δεν αγοράζουν ποτέ τίποτε από πουθενά, γιατί δεν έχουν μία! Χωρίς στιγμή να σέβονται τους εργαζόμενους που λιώνουν στα 15ωρα δουλειάς με αμοιβές της πλάκας και τεράστια έξοδα [δεύτερων σπιτιών και φαγητού]
Λούτσα η Μύκονος το τελευταίο 20ήμερο! Κι ας με συγχωρήσουν όσοι είναι από εκεί, αλλά σίγουρα θα καταλάβουν τι θέλω να πω.
Έχουμε πάθει σοκ και με την επέλαση της λαϊκούρας, με την κακή έννοια, [γιατί υπάρχει και λαϊκός κόσμος με άλλη εντελώς διαφορετική έννοια] και δεν ξέρουμε, οι εργαζόμενοι, πώς να διαχειριστούμε τους τόνους αγένειας, προσβλητικότητας και επιθετικότητας από όλους αυτούς που κανείς μας δεν ξέρει πώς ήρθαν [με τι οικονομικό προϋπολογισμό] και τι ήρθαν να κάνουν στη Μύκονο [αφού πάνε για ύπνο λόγω παιδιών από τις 12.30] Και μιλάω για Έλληνες!
Ας μη μιλήσω για τους Ινδούς, Σλοβένιους, χωριάταρους Γερμανούς φασίστες που μπαίνουν πιωμένοι στα καταστήματα και μας βρίζουν και μας λένε ότι τους χρωστάμε λεφτά! Σε άλλο ποστ θα σας πω για όλους τους βλαμμένους κομπλεξικούς ξένους τουρίστες. Μεγάλη φωτεινή εξαίρεση η ευγένεια των Τούρκων, Ελβετών και Νορβηγών.
Πού βρήκε τα λεφτά ο μανάβης, η κομμώτρια, η νοσοκόμα και ο γκαραζιέρης να έρθουν στο νησί Ιούλιο μήνα, κουβαλώντας όλες τις απαράδεκτες συμπεριφορές και τα χούγια τους; Ποια ελληνική επαρχία υποφέρει οικονομικά, οέο;
Να μη σέβονται κανέναν και τίποτε, να πετάνε όλα τα σκουπίδια κάτω, να ουρούν όπου βρουν, να τρώνε μόνο τεράστια ξεχειλισμένα σάντουιτς τίγκα στο κέτσαπ και πιτόγυρα και να μιλάνε με ύφος 100 και βάλε καρδιναλίων;
Η Μύκονος βιώνει το χειρότερο οικονομικά και τουριστικά καλοκαίρι ever και αφήστε την τηλεόραση και τα περιοδικά να μιλάνε μόνο για τα υπερβολικής βαρύτητας επίθετα της παγκόσμιας ατζέντας, των οποίων οι κάτοχοι εμφανίζονται για μισή, το πολύ, ώρα στη Χώρα της Μυκόνου, είναι ευγενικοί και γλυκομίλητοι με όλο τον κόσμο και αποσύρονται ταχύτατα στις πανάκριβες σουίτες των εξαιρετικών ξενοδοχείων του νησιού.

ΣΗΜ.: Με κάποια καθυστέρηση κατάλαβαν στο protagon.gr την γελοιότητα του κειμένου και το απέσυραν... Πάλι καλά!

«Εγινε Λούτσα η Μύκονος»: Ενα κείμενο που ανέβηκε και κατέβηκε από το Protagon

iefimerida, 22/07/2014 
Μια εργαζόμενη στη Μύκονο που έφριξε με όσα βλέπει στο νησί φέτος το καλοκαίρι δημοσίευσε στο protagon.gr ένα σπαρταριστό κείμενο με τίτλο «Η επέλαση της φτήνιας στη Μύκονο». Το κείμενο είχε τεράστια απήχηση, αλλά οι έντονες αντιδράσεις ανάγκασαν την ιστοσελίδα να το κατεβάσει.

Το κείμενο υπέγραφε η Καλλιόπη Θεοδωροπούλου και είναι αναγνώστρια του σάιτ και εργαζόμενη στο νησί των ανέμων. Έγραφε στο άρθρο της:
[...]
Το ρεαλιστικό αυτό κείμενο, το οποίο απηχεί προσωπικές απόψεις, προκάλεσε σάλο στο twitter και στο facebook.

Όπως διαβάζουμε στο e-tetradio, δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες τα επικριτικά σχόλια για τη συγγραφέα του άρθρου, πρωτίστως, αλλά και για το ίδιο το site δευτερευόντως που φιλοξένησε ένα τέτοιο κείμενο. Προφανώς ακόμα χειρότερες επιθέσεις θα αντιμετώπισε και η ίδια, αυτοπροσώπως, στη Μύκονο - υπέγραψε το κείμενο με το όνομά της.

«Μιλάω μαζί της στο τηλέφωνο. Το καλύτερο που έχει ακούσει στη Μύκονο είναι το "θα φύγεις βράδυ που μας βρίζεις το νησί"» έγραψε ο υπεύθυνος του σάιτ Κώστας Γιαννακίδης στο twitter εξηγώντας γιατί κατέβασε το κείμενο. Και όταν κάποιος του επισήμανε τις ευθύνες του Protagon, αυτός απάντησε: «Πάντα κάθε μέρα αγαπητέ πρέπει κάποιος να φταίει για κάτι ακόμα κι αν δεν ξέρουμε γιατί και πώς»...

17 July 2014

H ψυχοπαθολογία του αχάριστου ευεργετηθέντος...

ή o Λιονέλ Γκεβάρα και η μάχη του Μαρακανά

του Μάνου Βουλαρίνου, Atensvoice, 16/7/2014
Αφού εξομολογηθώ πως ξεκίνησα να βλέπω τον τελικό πιστεύοντας πως την καλύτερη μπάλα θα την παίξει η Γερμανία και κατέληξα εκνευρισμένος που έχασε η Αργεντινή, πρέπει να πω πως, εδώ και μέρες, προσπαθώ να μπω στα μυαλά κάποιων συνανθρώπων μου που επέλεξαν εξ αρχής να υποστηρίξουν την Αργεντινή, όχι με βάση τις ποδοσφαιρικές τους προτιμήσεις, αλλά με βάση τα πολιτικά τους πιστεύω και δεν τα καταφέρνω.
Κι αυτό όχι επειδή τα συγκεκριμένα μυαλά δεν έχουν πόρτες και παράθυρα και μέσα τους κάθε χρόνο η «Γιορτή της Μούχλας» δίνει αφορμή για τρελό ξεφάντωμα. Κάθε άλλο. Πολύ φοβάμαι πως η αδυναμία μου να μπω στα μυαλά αυτά έχει να κάνει με μια δική μου έλλειψη και πιο συγκεκριμένα με την έλλειψη επαρκών γνώσεων που έχουν να κάνουν με την ψυχιατρική επιστήμη.
Ακόμα κι αν η επιλογή έχει να κάνει με τις ηγέτιδες των 2 χωρών, νομίζω πως ένας πραγματικός αριστερός θα προτιμούσε μια γυναίκα που έχει ανατραφεί με τα ιδανικά της Ανατολικής της Γερμανίας, παρά κάποια που κουβαλά το παρατσούκλι «Βασίλισσα του Μπότοξ»
Όπως θα θυμάστε, αν δεν πάσχετε από κάποια ασθένεια της μνήμης ή δεν πίνετε σαν τον Νίκολας τον Κέιτζ όταν άφηνε το Λας το Βέγκας, στον τελικό του μουντιάλ η Αργεντινή αντιμετώπισε τη Γερμανία. Σε αυτόν τον τελικό, ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού αντιμνημονιακού μετώπου, για λόγους που έχουν να κάνουν με το ποδόσφαιρο όσο ο Γεώργιος ο Ανδρέα ο Παπανδρέου με τον σοσιαλισμό, φώναξε και (κυρίως) έγραψε στο face το book «Vamos Argentina». Και μου φάνηκε κάπως περίεργο…
Καταλαβαίνω πως η υποστήριξη της ομάδας μιας χώρας που με το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου άνοιξε διάπλατα τη στοργική της αγκαλιά στους καταζητούμενους ναζί, μιας χώρας με πολυετείς δικτατορίες και δημοκρατίες στις οποίες, όταν πεθαίνει ο πρόεδρος τον διαδέχεται η σύζυγος του, μιας χώρας που πανηγύρισε το πρώτο της Παγκόσμιο Κύπελλο σε γήπεδα χτισμένα κοντά σε φυλακές όπου, την ώρα που σηκώνονταν το χρυσό αγαλματάκι, βασανίζονταν και εκτελούνταν οι –αριστεροί κυρίως– αντιφρονούντες, ταιριάζει αρκετά καλά σε όλους τους υποστηρικτές της Χρυσής της Αυγής και ενδεχομένως και σε κάποιους των Καμμένων των Ελλήνων. Αυτό που δυσκολεύομαι, από δική μου αδυναμία μάλλον, να καταλάβω, είναι τι από τα παραπάνω συγκίνησε κάποιους αριστερούς και για 2 ώρες, το βράδυ της 13ης Ιουλίου, αισθάνθηκαν πιο Αργεντίνοι και από την Εβίτα την Περόν.
Κάποιοι μπορεί να πουν πως η υποστήριξη στην Αργεντινή είναι μια ένδειξη αλληλεγγύης σε έναν λαό που υποφέρει, αλλά, από όσο ακούω, όλοι οι λαοί στις χώρες των οποίων έχει επικρατήσει ο καπιταλισμός, υποφέρουν. Κάποιος άλλος μπορεί να πει πως το ότι η Αργεντινή είναι η χώρα στην οποία γεννήθηκε ο Τσε ο Γκεβάρα δεν μπορεί παρά να συγκινεί τους αριστερούς όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και ολόκληρου του κόσμου. Και μπορεί να έχει δίκιο και κακώς εγώ να νόμιζα πως, για ένα αριστερόστροφο μυαλό, η παραπάνω γέννηση θα ήταν απείρως πιο ασήμαντη από τη γέννηση του Καρόλου του Μαρξ που έλαβε χώρα στην Γερμανία.
Όπου, βέβαια, μερικές δεκαετίες μετά τη γέννηση της σύγχρονης σοσιαλιστικής σκέψης είχαμε και τα γεννητούρια του ναζισμού, γεγονός που περιπλέκει κάπως τα πράγματα, αλλά μάλλον ενισχύει την άποψη σύμφωνα με την οποία το να υποστηρίζεις την εθνική ομάδα μιας χώρας με βάση τις πολιτικές σου πεποιθήσεις είναι περίπου σα να επιλέγεις εστιατόριο με βάση τη μάρκα της οδοντόκρεμας που χρησιμοποιεί ο ιδιοκτήτης του.
Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο μπερδεμένα αν κανείς δει τις δύο ομάδες του τελικού. Από τη μια ένα σύνολο στο οποίο ξεχώριζαν τα πιστά όργανα του σταρ σύστεμ: Οι βεντέτες-υπηρέτες του καπιταλισμού που κάθε βράδυ στην τηλεόραση πασχίζουν να πουλήσουν από πατατάκια μέχρι αυτοκίνητα. Από την άλλη ένα δεμένο και εξαιρετικά αποτελεσματικό σύνολο παικτών πολυεθνικής καταγωγής χωρίς πολύ μεγάλους σταρ. Η λογική θα έλεγε πως ο αριστερός που βασίζει την ποδοσφαιρική του προτίμηση στην ιδεολογία του θα υποστήριζε τη δεύτερη ομάδα. Η πολύ διασκεδαστική πραγματικότητα, έδειξε πως συνέβη ακριβώς το αντίθετο και με έκανε, για άλλη μια φορά, να καταλάβω πως με τη λογική μπορεί να καταφέρω να λύσω κανένα γρίφο σε κάποιο σχετικό παιχνίδι, αλλά ποτέ δεν θα καταφέρω να καταλάβω πολλούς από τους συνανθρώπους μου και μπράβο μου.


14 July 2014

Ο υπερθετικός βαθμός και η ελληνική γλώσσα

του Κώστα Βαλεοντή, Προέδρου της ΕΛΕΤΟ,
Orogramma Αρ.126  Μάιος – Ιούνιος 2014

Ας φυλλομετρήσουμε την (τέως σχολική) αναπροσαρμοσμένη Μικρή Γραμματική του Τριανταφυλλίδη [1] και ας πάμε στο κεφάλαιο των «παραθετικών» των επιθέτων. Το κεφάλαιο αρχίζει με τα τέσσερα παραδείγματα των «βαθμών» του επιθέτου «εργατικός»:


Το πρώτο παράδειγμα είναι ο «θετικός» βαθμός, το δεύτερο είναι ο «συγκριτικός» βαθμός και μετά ακολουθούν οι δύο «υπερθετικοί»: ο «σχετικός υπερθετικός» και ο «απόλυτος υπερθετικός».
Ο σχετικός υπερθετικός υπονοεί ότι έχουν προηγηθεί συγκρίσεις του Γιώργου με καθέναν από όλους τους συμμαθητές του και δηλώνει ότι αυτός (ο Γιώργος) έχει την ιδιότητα του επιθέτου (εργατικότητα) σε μεγαλύτερο βαθμό από καθέναν από εκείνους. Με τον ορισμό αυτόν συμφωνεί και η νυν σχολική γραμματική του γυμνασίου [2].
Ο απόλυτος υπερθετικός δηλώνει ότι ο Γιώργος (χωρίς να υπονοείται καμιά σύγκριση) έχει την ιδιότητα του επιθέτου (εργατικότητα) «σε πολύ μεγάλο βαθμό»· ή – όπως εκφράζεται και περιφραστικά – «είναι πολύ εργατικός». Και σ’ αυτό συμφωνεί και η νυν σχολική γραμματική. Αυτό το τελευταίο, όμως, μια τρίτη γραμματική [3] το αποδίδει καλύτερα χρησιμοποιώντας, αντί για το επίρρημα «πολύ», το επίρρημα «πάρα πολύ». Δηλαδή: «Ο Γιώργος είναι εργατικότατος = Ο Γιώργος είναι πάρα πολύ εργατικός».
Εν ολίγοις, όταν λέμε «ο Γιώργος είναι εργατικότατος» (απόλυτος υπερθετικός) ή ότι «ο Γιώργος είναι πάρα πολύ εργατικός» αυτό σημαίνει ότι, προσωπικά, έχουμε εκτιμήσει ότι την ιδιότητα αυτήν την έχει ο Γιώργος σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, χωρίς να τον συγκρίνουμε με κανέναν άλλον. Όταν, όμως, λέμε «ο Γιώργος είναι ο εργατικότερος...» ή «ο Γιώργος είναι ο πιο εργατικός...» (σχετικός υπερθετικός) τότε αυτό σημαίνει ότι έχουμε συγκρίνει τον Γιώργο με όλους τους άλλους (μέλη του ίδιου συνόλου: συμμαθητές, φίλους του, συνεργάτες του κτλ. ανάλογα με το συγκείμενο).
Υπάρχει ένα ερώτημα: Πόσοι από τους «υπερθετικούς» βαθμούς που χρησιμοποιούμε καθημερινά στη γλωσσική επικοινωνία μας εκφράζουν λογικά την πραγματικότητα, έστω και την υποκειμενική; Θα έλεγα ότι με τους απόλυτους υπερθετικούς δεν υπάρχει πρόβλημα. Όταν λέμε: «ο Α είναι πάρα πολύ καλός άνθρωπος» η γνώμη που εκφέρουμε αφορά μόνο τον Α και βασίζεται σε στοιχεία που έχουμε, προσωπικά, υπόψη για τον άνθρωπο Α. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όμως, με τους σχετικούς υπερθετικούς. Όταν λέμε: «ο Α είναι ο καλύτερος άνθρωπος» (μπορεί να προσθέσουμε και «του κόσμου») τότε σίγουρα λέμε ψέματα, αφού αποκλείεται να έχουμε γνωρίσει ή να έχουμε στοιχεία για όλους τους ανθρώπους και να έχουμε κάνει σύγκριση. Αν αντί «του κόσμου» προσθέταμε τον περιορισμό «που έχω γνωρίσει» ή «που ξέρω» τότε δεν θα υπήρχε ψέμα· έχουμε γνωρίσει ένα συγκεκριμένο σύνολο ανθρώπων και έχουμε σχηματίσει γνώμη γι’ αυτούς και έτσι είναι δυνατόν να έχουμε κάνει όλες τις συγκρίσεις που προαπαιτούνται για τη χρήση του σχετικού υπερθετικού.
Το φαινόμενο αυτής της «χαλαρής» χρήσης του σχετικού υπερθετικού δεν είναι καθόλου σπάνιο: Φυσικά, δεν θα θεωρούσαμε ότι υπάρχει δόλος πίσω από όλες αυτές τις εκφράσεις· ότι πρόκειται δηλαδή για σκόπιμες «ψευτιές». Θα τις κατατάξουμε, μάλλον, στις συγγνωστές γλωσσικές ανακρίβειες ή υπερβολές.
Ας έρθουμε τώρα στην ελληνική γλώσσα. Αυτό το άρθρο γράφτηκε ακριβώς με αφορμή διάφορες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις στο πιο δημοφιλές προσωποδίκτυο, στο Φέισμπουκ, όπου κάποιοι εκφράζονται με τέτοιου είδους εκθειαστικές ανακρίβειες για την ελληνική γλώσσα και κάποιοι άλλοι αντιδρούν τόσο έντονα, ώστε να νομίζει κανένας ότι δεν πρόκειται για ανθρώπους που μιλάνε την ίδια γλώσσα.
Σχετικά με το ποιος έχει δικαίωμα να μιλάει για τη γλώσσα, είχαμε γράψει στο Ορόγραμμα αρ.101 [4] τα εξής: «…για το γενικό θέμα "ελληνική γλώσσα" έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να ενδιαφέρεται κάθε ομιλητής της ελληνικής, ανεξαρτήτως προέλευσης, φύλου, ηλικίας, ειδικότητας ή άλλου οποιουδήποτε διακριτικού χαρακτηριστικού. Και εδώ είναι μια βασική διαφορά της επαφής που έχουν τόσο οι ειδικοί όσο και το ευρύ κοινό με το γλωσσικό αντικείμενο έναντι οποιουδήποτε άλλου ειδικού αντικειμένου, αφού η γλώσσα αποτελεί τον κώδικα επικοινωνίας μέσω του οποίου έρχονται όλοι αυτοί σε επαφή με οποιοδήποτε άλλο γνωστικό αντικείμενο…»
Ποια είναι, όμως, σήμερα η ελληνική γλώσσα; Η ελληνική γλώσσα έχει περάσει από διάφορες φάσεις δια μέσου των αιώνων. Με τον όρο ελληνική γλώσσα μπορούμε να αναφερόμαστε σε όλες τις φάσεις και όλες τις μορφές της γλώσσας μας διαχρονικά, από την αρχαία ελληνική έως την σημερινή. Η σημερινή ελληνική γλώσσα μπορούμε να πούμε ότι είναι «η κοινή νεοελληνική μαζί με όλες τις νεοελληνικές διαλέκτους και τα νεοελληνικά ιδιώματα». Συνήθως, βέβαια, όταν αναφερόμαστε στη σημερινή γλώσσα μας εννοούμε την κοινή νεοελληνική. Αυτή είναι η γλώσσα της εκπαίδευσης, της διοίκησης, του τύπου και των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, της καθημερινής συνεννόησής μας. Την κοινή νεοελληνική καλούνται οι δάσκαλοι και οι φιλόλογοι να διδάξουν· σ’ αυτήν οι επιστήμονες των άλλων ειδικοτήτων θα εκφραστούν· σ’ αυτήν οι δημοσιογράφοι θα συντάξουν τα κείμενά τους· σ’ αυτήν οι μεταφραστές θα μεταφράσουν· σ’ αυτήν οι φιλόσοφοι θα αναπτύξουν τα φιλοσοφικά πονήματά τους και αυτήν θα καλλιεργήσουν οι λογοτέχνες γράφοντας έργα, πεζά ή ποιητικά, που απευθύνονται στο ευρύ κοινό.
Όλοι αυτοί δεν «παρατηρούν» αλλά «ζουν» το φαινόμενο «ελληνική γλώσσα»· αποτελούν μέρος του· και πολλοί από αυτούς αναφέρονται συχνά σ’ αυτό· πολλές φορές εκθειαστικά· πολλές φορές με υπερβολική αγάπη· πολλές φορές με θετικούς και υπερθετικούς βαθμούς· απόλυτους αλλά και σχετικούς. Και για μεν τους θετικούς βαθμούς και τους απόλυτους υπερθετικούς, έχουν κάθε δικαίωμα να έχουν την (υποκειμενική) γνώμη τους, όπως π.χ.: Η ελληνική είναι πάρα πολύ ωραία γλώσσα. Η ελληνική είναι ωραιότατη γλώσσα. Η ελληνική είναι γλώσσα ζωηρή, γλώσσα εκφραστική, γλώσσα μουσική, γλώσσα μαγική. Η ελληνική είναι γλώσσα πλουσιότατη. Η ελληνική είναι μια παραγωγικότατη γλώσσα. Η ελληνική είναι γλώσσα «θεϊκή» και πλήθος άλλων κοσμητικών επιθέτων που έχουν έντονο τον χαρακτήρα της υποκειμενικότητας. Επίσης, απόλυτα φυσικό είναι κάποιοι να έχουν γνώμη που προκύπτει από την επαφή τους με άλλες γλώσσες (αν γνωρίζουν ή έχουν ακούσει μερικές από αυτές) και να κάνουν συγκεκριμένες συγκρίσεις σε ποιοτικά χαρακτηριστικά που μπορούν να εκτιμηθούν με το γλωσσικό αισθητήριό τους. Προκειμένου, όμως, για ποσοτικά χαρακτηριστικά, ακόμα και για δύο γλώσσες μόνο, τέτοιες συγκρίσεις μπορούν να γίνονται μόνο αν υπάρχουν στοιχεία από σχετικές έρευνες. Γνώμες, όπως: «για μένα η ελληνική γλώσσα είναι ακουστικά ωραιότερη από τη γλώσσα Χ» δεν προσκρούουν σε κανένα επιστημονικό δεδομένο. Αυτός που εκφράζει μια τέτοια γνώμη δεν χρειάζεται να την τεκμηριώσει. De gustibus et de coloribus non est disputandum [α]. Η διατύπωση, όμως π.χ. «η ελληνική γλώσσα έχει περισσότερες λέξεις από τη γλώσσα Χ», χωρίς σχετική τεκμηρίωση, δημιουργεί πρόβλημα.
Εντονότερο πρόβλημα εμφανίζεται όταν αρχίσουν να λέγονται σχετικοί υπερθετικοί: Η ελληνική είναι η πρώτη και η ωραιότερη γλώσσα. Η ελληνική είναι η πιο εκφραστική γλώσσα. Η ελληνική είναι η πιο πλούσια και πιο παραγωγική γλώσσα. Η ελληνική είναι η πιο «νοηματική» γλώσσα... Λογικά, όλες αυτές οι εκφράσεις υπονοούν ότι ο ομιλών έχει κάνει (ή έχει υπόψη του) κάποια σύγκριση της ελληνικής με όλες τις άλλες (περίπου 6.000) γλώσσες του κόσμου, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο έως ανθρωπίνως αδύνατο, ακόμα και αν μιλάει ένας γλωσσολόγος. Το αν είναι σίγουρα αληθής ή σίγουρα ψευδής η έκφραση «Η ελληνική είναι η πλουσιότερη γλώσσα» μόνο μια ειδική επιστημονική έρευνα μπορεί να το αποδείξει, η οποία, αφού ορίσει ως έννοια τον «πλούτο μιας γλώσσας», να τον μετρήσει σε όλες τις γλώσσες και μετά να αποφανθεί. Ελλείψει μιας τέτοιας έρευνας, δεν έχει δίκιο ούτε αυτός που έχει εκφέρει τον σχετικό υπερθετικό «η πλουσιότερη γλώσσα» ούτε ο άλλος που, αντικρούοντας τον πρώτο, ισχυρίζεται ότι αυτό δεν ισχύει.
Με τέτοιες ανακρίβειες και υπερβολές γεννιούνται διάφοροι «μύθοι για την ελληνική γλώσσα» οι οποίοι με τη σειρά τους έχουν δημιουργήσει μια κατηγορία «απομυθοποιητών». Και, όπως σε άλλες περιπτώσεις η αντίδραση προς μία υπερβολή οδηγεί προς την αντίθετη υπερβολή, έτσι και εδώ. Πολλοί από αυτούς τους «απομυθοποιητές» (γλωσσολόγοι ή μη) αντιδρούν σε κάθε τι θετικό που εκφράζεται για την ελληνική γλώσσα και, με το πρόσχημα της επιστήμης και της «ισότητας των γλωσσών», προσπαθούν να «βάλουν τα πράγματα στη θέση τους»: Η ελληνική γλώσσα είναι σαν όλες τις άλλες, δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο, δεν είναι η ωραιότερη, δεν είναι η πλουσιότερη, δεν έχει τις σπουδαίες ιδιότητες που της αποδίδουν με όλα αυτά τα ωραία επίθετα κτλ. Έχουμε φτάσει στο σημείο να προβληματίζεται κανένας μήπως χαρακτηριστεί άσχημα εάν εκδηλώσει την αγάπη και τον θαυμασμό του για την ελληνική γλώσσα, την μητρική του γλώσσα.
Και αναρωτιέσαι: πόσο κακό είναι κανένας να «παινεύει το σπίτι του», αφού – όπως λέει και η λαϊκή παροιμία – «αν δεν το παινέψει θα πέσει να τον πλακώσει»; Είναι μάλλον απίθανο να υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει πολύ ψηλά στην εκτίμησή του τη μητρική του γλώσσα. Και όπως αυτός εκθειάζει ένα σωρό άλλα «δικά του πράγματα» και φτάνει σε γλωσσικές υπερβολές έτσι εκφράζεται και για τη μητρική του γλώσσα.
Η πιο σταθερή και συνεπής «απομυθοποίηση» του κόσμου μας γίνεται ασφαλώς από την επιστήμη. Αλίμονο, όμως, εάν προσπαθούσαμε να «απομυθοποιήσουμε» όλες τις γλωσσικές καταβολές που έχουν φτάσει μέχρι σήμερα και που δεν συμβαδίζουν με τα δεδομένα της επιστήμης, πρόκειται δηλαδή για ανακρίβειες που ξεκίνησαν από πολύ παλιές και λανθασμένες αντιλήψεις του ανθρώπου για τον κόσμο γύρω του. Θα έπρεπε τότε η γλώσσα να αναθεωρηθεί εκ βάθρων. Θα έλεγες στον αστρονόμο ή αστροφυσικό: «Δες τι ωραίος που είναι ο ήλιος που ανατέλλει!» και θα σε διόρθωνε «Ο ήλιος δεν κάνει τίποτε για να “ανατείλει” ούτε για να “δύσει”! Η Γη είναι αυτή που περιστρέφεται κι εμείς που είμαστε πάνω της βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τον ήλιο να εμφανίζεται να παραμένει για ένα διάστημα ορατός και να εξαφανίζεται. Και, αυτή τη στιγμή, ο φωτεινός δίσκος που βλέπεις δεν είναι παρά η εικόνα του ήλιου όπως αυτός ήταν πριν 8 λεπτά [β]. Θα μπορούσε δηλαδή αυτή τη στιγμή ο ήλιος να καταστραφεί, αλλά εμείς θα το πάρουμε είδηση ύστερα από 8 λεπτά»…
Η πορεία του Είναι του ανθρώπου (το Γίγνεσθαι) είναι τριδιάστατη: πορεία στη γνώση (εμείς και ο κόσμος), πορεία στην ηθική (εμείς και οι άλλοι), πορεία στην αισθητική/τέχνη (εμείς και το μέσα μας) [γ]. Με τη γλώσσα απεικονίζονται, εξωτερικεύονται και επικοινωνούνται και οι τρεις συνιστώσες. Η γλώσσα τα περιέχει όλα. Αρκεί να ξέρουμε κάθε φορά για τί μιλάμε. Η γνώση του κόσμου, στην έκφρασή της, απαιτεί το στερεό έδαφος της λογικής, της απόδειξης, της τεκμηρίωσης· η ηθική χρειάζεται την εμβάθυνση στη γνώση του εαυτού μας και την ανύψωση του άλλου στο ίδιο ύψος με μας, ενώ στην αισθητική παίζουν σημαντικό ρόλο οι αισθήσεις, η φαντασία, ο μύθος, η αίσθηση του ωραίου.
Ως κατακλείδα στο άρθρο αυτό, ας τονίσουμε ότι η ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα όλων μας· όλων όσοι επικοινωνούμε με αυτήν· όλων όσοι την μιλάμε· όλων όσοι την γράφουμε· όλων όσοι την διδάσκουμε και όσοι την διδασκόμαστε· όλων όσοι την καλλιεργούμε και διατυπώνουμε με αυτήν γνώμες, σκέψεις, επιστημονικές γνώσεις ή φιλοσοφικές ιδέες, είτε πρωτογενώς είτε μεταφράζοντας από άλλες γλώσσες· όλων όσοι δημιουργούμε με αυτήν λογοτεχνήματα· όλων όσοι απολαμβάνουμε με αυτήν θεατρικά έργα και άλλες εκδηλώσεις λόγου και δράσης.
Της αξίζουν πολλοί έπαινοι· γι’ αυτό που είναι· μια γλώσσα με μακραίωνη ιστορία και με πολλές αρετές, που μπορεί να σκεφτεί ο καθένας μας. Αρετές όχι μόνο στον θετικό βαθμό, αλλά και στον απόλυτο υπερθετικό βαθμό. Όλες οι γλώσσες έχουν την αξία τους· μα η ελληνική είναι «η γλώσσα μας». Έχουμε, επομένως, κάθε δικαίωμα να την αγαπάμε με πάθος και να νοιώθουμε περήφανοι γι’ αυτήν, αλλά και να την σεβόμαστε· χωρίς φυσικά να περιφρονούμε τις άλλες γλώσσες. Είναι περιττός ο σχετικός υπερθετικός. Δεν χρειάζονται οι «μύθοι» που ερεθίζουν κάποιους «απομυθοποιητές». Αντί να ασχολούμαστε με «μύθους» και «απομυθοποιήσεις» ας ασχοληθούμε με το πώς θα καλλιεργούμε και θα αναπτύσσουμε αυτήν τη γλώσσα για να εξακολουθεί να καλύπτει τις τρέχουσες αλλά και τις μελλοντικές ανάγκες μας, όπου την έχει ο καθένας μας ανάγκη: βελτιώνοντας την διδασκαλία της· αναδεικνύοντας τους κανόνες της: φωνολογικούς, μορφολογικούς, γραμματικούς και συντακτικούς· χρησιμοποιώντας και διαδίδοντας την ορολογία της· χωρίς να υπάρχει κανένας διαχωρισμός ανάμεσά μας. Αφού είμαστε όλοι ομιλητές της.

[1]  Νεοελληνική Γραμματική, Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ΟΕΔΒ
[2]  Σ. Χατζησαββίδης, Α. Χατζησαββίδη, Γραμματική Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Α΄, Β΄, Γ΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ
[3]  Χρ. Κλαίρης, Γ. Μπαμπινιώτης, Γραμματική της Νέας Ελληνικής, Ελληνικά Γράμματα, 2005
[4]  Ορόγραμμα αρ.101, Οι μεν, οι δε και η ΕΛΕΤΟ, Μάρ-Απρ.2010




[α] Λατινικό: De gustibus et de coloribus non est disputandum = για γεύσεις και για χρώματα δε υπάρχει λόγος διαφωνίας (ανάλογο του νεοελληνικού: Περί ορέξεως ουδείς λόγος).
[β] 8 λεπτά χρειάζεται το φως του ήλιου για να φτάσει στη Γη.
[γ] Από σειρά εξαιρετικών ομιλιών του Θ. Π. Τάσιου, ο οποίος χρησιμοποιεί τους αντίστοιχους όρους: γνωστικό ενέργημα, ηθικό ενέργημα και αισθητικό ενέργημα.