12 December 2014

Δεκεμβριανά XIII

Αιμίλιος Χάρμπης, Καθημερινή, 7/12/2014

Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» το βιβλίο τού Μενέλαου Χαραλαμπίδη, «Δεκεμβριανά 1944: Η μάχη της Αθήνας», η δεύτερη ιστορική του μελέτη πάνω στην κρίσιμη δεκαετία του 1940, μετά το πρώτο του έργο το οποίο αφορά την περίοδο της Κατοχής. 

«Εβδομήντα χρόνια μετά τα γεγονότα, δεν έχουμε στην ουσία επιστημονική έρευνα επικεντρωμένη πάνω σε αυτά. Προφανώς πρόκειται για έντονα φορτισμένο ζήτημα ακόμη και σήμερα, θέμα ταμπού τόσο για την κοινωνία όσο και για την ιστοριογραφία, η σημασία του, ωστόσο, είναι τεράστια», μου λέει ο κ. Χαραλαμπίδης όταν τον ρωτώ για τα κίνητρα της έρευνάς του και συνεχίζει με μια διαπίστωση: «Τα Δεκεμβριανά είναι η τελευταία χαμένη ευκαιρία για την πολιτική επίλυση των θεμάτων που είχαν σωρευθεί στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι η αποτυχία όλων των πολιτικών δυνάμεων, συνοδευμένη βέβαια από την ισχυρή παρέμβαση των Βρετανών, οι οποίοι, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου δεν προκαλούν από μόνοι τους τα γεγονότα. Τις αιτίες πρέπει να τις αναζητήσουμε κυρίως στην ελληνική πολιτική σκηνή».



Οι μάχες, μέρα προς μέρα


Μου λέει πως το βιβλίο ξεκινάει με μια παρουσίαση της κατάστασης στην Αθήνα όπως είχε διαμορφωθεί από τα μέσα του 1943, απαραίτητη για την κατανόηση των δραματικών γεγονότων του Δεκέμβρη του '44. Σε αυτό το πλαίσιο, φωτίζονται επίσης γεγονότα λιγότερο γνωστά, όπως η φονική επίθεση εναντίον διαδηλωτών του ΕΑΜ από ταγματασφαλίτες τον Οκτώβριο του '44, λίγες μόνο μέρες μετά την Απελευθέρωση. «Από εκεί και πέρα, υπάρχει, εκτός από τα γνωστά της 3ης Δεκεμβρίου στην πλατεία Συντάγματος, η παρουσίαση των γεγονότων από τις μάχες της Αθήνας, μέρα προς μέρα όπως έλαβαν χώρα στις γειτονιές της πόλης. Το μεγαλύτερο κομμάτι των στοιχείων προέρχεται από τις στρατιωτικές εκθέσεις των Βρετανών (τα αρχεία κάθε μονάδας που έδρασε τότε) τα οποία προέρχονται από το War Office και είναι λεπτομερέστατα. «Οι υπάλληλοι της βρετανικής υπηρεσίας με πληροφόρησαν ότι ήμουν ο πρώτος που πήγε να κοιτάξει αυτούς τους φακέλους».

Ζητώ να μάθω ποιο κομμάτι της (διετούς) εντατικής έρευνάς του τού χάρισε τις περισσότερες εκπλήξεις και του προξένησε πιο πολύ το ενδιαφέρον. «Περισσότερο με απασχόλησε η δράση της Εθνικής Πολιτοφυλακής [Ο.Π.Λ.Α.], ένα θέμα πολύ δύσκολο και σκιώδες λόγω κυρίως της έλλειψης του αρχείου της, το οποίο μετά τα γεγονότα έπεσε στα χέρια της Ασφάλειας και προφανώς εξαφανίστηκε. Αυτό θα μας έδινε τον ακριβή αριθμό όσων εκτελέστηκαν από την Εθνική Πολιτοφυλακή για παράδειγμα, όμως πρωτίστως την ταυτότητά τους και τον λόγο της εκτέλεσης. Ενα άλλο στοιχείο που επίσης δεν έχει αναδειχθεί είναι οι άμαχοι νεκροί των βρετανικών βομβαρδισμών σε συνοικίες της Αθήνας, όπως η Καισαριανή, ο Βύρωνας και η Καλλιθέα, οι οποίες αποτελούσαν προπύργια του ΕΛΑΣ». Οταν του επισημαίνω ότι η «αμφισβήτηση» των νεκρών τείνει να γίνει πικρή μόδα στις μέρες μας (βλ. κουβέντα γύρω από το Πολυτεχνείο) ο κ. Χαραλαμπίδης δεν δείχνει να ανησυχεί: «To 80% του βιβλίου είναι γραμμένο με βάση βρετανικά και ελληνικά στρατιωτικά αρχεία, ιατροδικαστικές αναφορές και φακέλους ληξιαρχείων. Αυτά δεν αμφισβητούνται».


Οι συγκρούσεις, το ΚΚΕ και οι Βρετανοί
Η κουβέντα αναπόφευκτα κινείται γύρω από τα γεγονότα και τις αποφάσεις της εποχής και τα ερωτήματα που αυτά γεννούν. Ο ιστορικός εξηγεί παραστατικά και με σαφήνεια. Περιγράφει εικόνες σφοδρών συγκρούσεων με άρματα μάχης, όλμους και οπλοπολυβόλα σε περιοχές όπως οι Αμπελόκηποι, το Κολωνάκι και το Μεταξουργείο.

Μου μιλάει για τους πρωταγωνιστές, τις ενδογενείς συνθήκες και τους διεθνείς παράγοντες που διαμόρφωσαν την εικόνα εκείνων των δραματικών ημερών, αλλά και της ακόμα πιο δραματικής συνέχειας.

Όσον αφορά, για παράδειγμα, το αμφιλεγόμενο ζήτημα της στάσης της Αριστεράς (σχετικά παθητική μέχρις ενός σημείου), ο κ. Χαραλαμπίδης αναλύει με ψυχραιμία: «Το βασικό πρόβλημα της Αριστεράς την περίοδο της Απελευθέρωσης είναι αυτό που ονομάζω «εκκωφαντική σιωπή της Μόσχας», το γεγονός, δηλαδή, ότι δεν έχει ουσιαστική πολιτική στήριξη σε διεθνές επίπεδο.


Παράλληλα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν η απόφαση του ΚΚΕ να ακολουθήσει τη νόμιμη οδό, προσπαθώντας να επιβληθεί κοινοβουλευτικά έπειτα από διαδικασία ελεύθερων εκλογών» και συμπληρώνει: «Χαρακτηριστική είναι, άλλωστε, η αγωνιώδης προσπάθεια της υπερδύναμης [Βρετανία] –πόσο μάλλον του ΕΑΜ– να εξασφαλίσει διεθνή πολιτική στήριξη καθ’ όλη τη διάρκεια των Δεκεμβριανών».


Υπ’ αυτό το πρίσμα εξηγεί ο μελετητής τις αμφιταλαντεύσεις του Γ. Σιάντου και του δισταγμού του να διατάξει γενική επίθεση εναντίον των Βρετανών την πρώτη εβδομάδα της μάχης, οπότε εκείνοι ήταν ακόμα πολύ εκτεθειμένοι και ευάλωτοι.

Τονίζει πάντως πως, ανεξάρτητα από αποδόσεις ευθυνών και διάφορους «εύκολους» χαρακτηρισμούς που γίνονται κατά καιρούς, δικός του στόχος του είναι να κοιτάξει πίσω από στερεότυπα, γενικεύσεις και αφηγήματα, όχι απαραίτητα για να τα ανατρέψει, αλλά προκειμένου να δει κατά το δυνατόν καθαρά τα γεγονότα και να τα ερμηνεύσει.

Συμμάχους και συμβούλους στην προσπάθειά του θεωρεί τις έννοιες της επιστημονικής δεοντολογίας, της τιμιότητας και της ηθικής, αφού, όπως λέει, «πλήρης αντικειμενικότητα στην Ιστορία απλά δεν υπάρχει...».


Η διδασκαλία στα σχολεία...
Συζητάμε για τη σημασία που δίνεται στην ιστορία των Δεκεμβριανών κατά τη σχολική εκπαίδευση των παιδιών. «Για μένα η διδασκαλία όλης αυτής της περιόδου είναι απαραίτητη για να απεγκλωβιστούμε και λίγο από την οπτική πως Ιστορία είναι μόνο η αρχαιότητα, το Βυζάντιο και η Επανάσταση του '21. Δυστυχώς, η ιστορική εκπαίδευση είναι ελλιπής, όχι μόνο για τα Δεκεμβριανά, αλλά και για ολόκληρη τη δεκαετία του '40, η οποία εν τέλει διαμόρφωσε όσο λίγες άλλες περίοδοι τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Επιπλέον, κάποια πράγματα διδάσκονται είτε στρεβλά είτε εσκεμμένως λανθασμένα, με αποτέλεσμα να έχουμε μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό ανιστόρητη, χωρίς “όπλα” προκειμένου να κατανοήσει τι συμβαίνει σήμερα».

Η Αριστερά σήμερα


Ζητώ από τον κ. Χαραλαμπίδη ένα σχόλιο για τη σύγχρονη άνοδο της Αριστεράς και την προοπτική της να κυβερνήσει — πολλοί λένε σε μια δεύτερη ευκαιρία έπειτα από εκείνη που πνίγηκε στο αίμα του Εμφυλίου. Εκείνος είναι προσεκτικός, αλλά και ξεκάθαρος στην τοποθέτησή του: «Αφού εννοήσουμε τη διαφορά των συνθηκών ανάμεσα στις δύο εποχές, πρέπει, νομίζω, να γίνει μια βασική επισήμανση: ο κόσμος που τότε ακολούθησε το ΕΑΜ –και ενδεχομένως θα το στήριζε σε μια δημοκρατική εκλογική αναμέτρηση– είχε κινητοποιηθεί συνειδητά, διαμορφώνοντας μια νέα πολιτική ταυτότητα, μέσα από τις πολύ δύσκολες εμπειρίες της ζωής του. Μιλάμε για ανθρώπους όπως οι πρόσφυγες, για παράδειγμα, για τους οποίους η Κατοχή ήταν μια (δεύτερη) ολοκληρωτική καταστροφή και αυτό δεν μπορούσαν πια να το αντέξουν. Οι σημερινοί άνθρωποι έχουν μπει σε μια λογική ανάθεσης, είναι μάλλον καταναλωτές και λιγότερο πολίτες, επομένως είναι πιο δύσκολο (αλλά όχι αδύνατο) να προχωρήσουν σε μια καινούργια φάση πολιτικής συνειδητοποίησης».

06 December 2014

Μένης Κουμανταρέας: Ο συγγραφέας της αθηναϊκής ψυχής

Η ζωή και το έργο του σπουδαίου συγγραφέα που έχασε τόσο βάναυσα τη ζωή του

της Τίνας Μανδηλαρά, Πρώτο Θέμα, 06/12/2014


Στα περίχωρα του κόσμου των ανθρώπων οφείλει πάντα να κατοικεί μια λογοτεχνική ψυχή. Άγρυπνη, ανίκητη, ικανή να ρουφά οτιδήποτε βρίσκεται στα σκοτεινά της πόλης-έτσι ακριβώς ήταν η ψυχή του συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα. Δεν έλειπε από τις γωνιές, ούτε από τα μεγάλα γεγονότα και από την πρώτη στιγμή που ο γνωστός λογοτέχνης και απόφοιτος της Νομικής έκανε την εμφάνιση του στη λογοτεχνία ήξερε να συνδυάζει ιδανικά το μικρό με το μεγάλο, το σπουδαίο με το πιο χθαμαλό. Οι ήρωες του πάντοτε εν πρώτοις παρακατιανοί, μα πάντοτε πραγματικά μοιραίοι, ύπουλα γοητευτικοί κι ενίοτε χυδαίοι δεν είναι άλλοι από τους ήρωες της πόλης που ζούμε σε διαφορετικές στιγμές της ιστορίας.

Όταν ξεκίνησε με τα «Μηχανάκια», το 1962 οι ήρωες του Κουμανταρέα εμπνέονταν από τα άγρια νιάτα της δεκαετίας του 50-έφηβοι, εξεγερμένοι κι αποσυνάγωγοι, όπως ο Χαράλαμπός του, θύμα της αγάπης της μητέρας του, ο Δημητρούλης ο ασουλούπωτος φαντάρος που δεν ακολουθούσε τους κανόνες του στρατού αλλά κι ο Κίτσος που προσπαθούσε μάταια να ξεφύγει από τις κοινωνικές επιβολές. Και οι τρεις αγαπήθηκαν αμέσως από το κοινό που είδε στην πένα του Κυψελιώτη λογοτέχνη μια αλήθεια που ξεχώριζε από την οίηση και τον φαρισαϊσμό της εποχής. Χωρίς να υποπίπτει σε πολιτικές εμμονές ο Κουμανταρέας συνέχιζε να γράφει για την ανάποδη όψη των πραγμάτων και την εποχή της Χούντας: κυνηγήθηκε με μανία για τη συμμετοχή του στα «18 Κείμενα» αλλά ακόμη περισσότερο για το επικό «Αρμένισμα» του που θεωρήθηκε βλάσφημο και ασεβές. Ο ίδιος στη συνήθη πρακτική της Χούντας δικάστηκε με όλο τον κόσμο των διανοούμενων της Αριστεράς να βρίσκεται στο πλευρό του. Τότε ήταν που στο δικαστήριο άρχιζε να συχνάζει ο Στρατής Τσίρκας ο οποίος ήταν κι η αφορμή για να «μετακομίσει» ο σπουδαίος Αθηναίος λογοτέχνης από την Εστία στον Κέδρο.

Ο θόρυβος που δημιούργησε το «Αρμένισμα» έκανε γνωστό τον Αθηναίο λογοτέχνη σε ένα ευρύ φάσμα κοινού που γοητεύτηκε από τις ανατρεπτικές ιστορίες με το τολμηρό ύφος. Στην πραγματικότητα ο Κουμανταρέας δεν έπαψε ποτέ να είναι αφηγητής των μικρών ιστοριών και των αποσπασματικών βιωμάτων πιστεύοντας ότι οι μεγάλες κι οι αδόκητες αλήθειες κατοικοεδρεύουν στα φευγαλέα και τα μικρά. Όλοι είμαστε τρωτοί αλλά και περαστικοί-το ίδιο και η αφηγηματική φόρμα που ποτέ δεν μπήκε σε καλούπια. Αρνιόταν άλλωστε να γίνει και απόλυτα μυθοπλαστική φέρνοντας μέσα της έντονα τα βιώματα της καθημερινότητας αφήνοντας παράλληλα τρομακτικά περιθώρια στην πιο αχαλίνωτη φαντασία. Θύματα της καταπίεσης οι περισσότεροι ήρωες του Κουμανταρέα- από τα «Μηχανάκια» μέχρι τα «Καημένα» (1972)- βρίσκουν την αλητεία γοητευτική όσο και αναπόδραστη. Ωστόσο ποτέ δεν φεύγουν έξω από τα αστικά περιθώρια με αποτέλεσμα από τη «Βιομηχανία υαλικών» και μετά-που εξέδωσε τον πρώτο χρόνο της επετείου της μεταπολίτευσης- ο Κουμανταρέας να γίνει ο επίσημος καταγραφέας της τοιχογραφίας της πόλης. Θα τον απασχολήσουν έντονα οι εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνουν οι ασφυχτικά καταπιεσμένοι ήρωες του, ικανοί να τα βάζουν με το επίσημο καθεστώς αλλά αδύναμοι να αντιμετωπίσουν το τέρας της μικροαστικής συνθήκης.

Ήδη από τη «Βιοτεχνία υαλικών» ο Κουμανταρέας ξέρει ότι τα νέα κοινωνικά αδιέξοδα έχουν μάλλον να κάνουν με τους ίδιους τους εσωτερικούς κανόνες όχι με τον πολιτικό εχθρό. Η Μπέμπα του, η κεντρική του ηρωίδα άλλωστε παρατάει τον αγώνα για την κοινωνική αλλαγή για να αφοσιωθεί στη βιομηχανία υαλικών. Αντίστοιχα διλήμματα φαίνεται να κατατρύχουν και την «Κύρα Κούλα»-το πιο αγαπημένο και το πιο τρυφερό ίσως βιβλίο του Κουμανταρέα- για μια ανέφικτη ιστορία αγάπης ανάμεσα σε μια παντρεμένη νοικοκυρά και έναν νεαρό που γνωρίζονται στη διαδρομή του Ηλεκτρικού. Μια γυναίκα και ένας άνδρας ανυπεράσπιστοι απέναντι στον έρωτα, με μια άγρια εσωτερική λάμψη που μόνο ο Κουμανταρέας κατάφερε να εντοπίσει με τόσο διακριτικό και όμορφο τρόπο στο εσωτερικό της λαϊκής ψυχής. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την «Κυρά Κούλα»:

«Ξαφνικά, η κυρία Κούλα κοκκίνισε. Κάτι πήγε να πει, μα έπειτα, σα να μετάνιωσε, χαμήλωσε το βλέμμα. Συγγνώμην, την πρόφτασε, μήπως σας πρόσβαλα; Πειράζει μήπως που σας μιλώ στον ενικό; Τα μάτια του έλαμπαν, την κοιτούσε στα χείλη. Όχι, είπα η Κούλα χωρίς να σηκώσει τα μάτια, ούτε καν το πρόσεξα…Βαριέμαι τις κοπέλες της ηλικίας μου, της εξομολογήθηκε με θέρμη, με πλήττουν: μαζί σας αισθάνομαι ότι έχω να πω ένα σωρό πράγματα, να μάθω ακόμη περισσότερα. μου αρέσει η συντροφιά σας, δεν ξέρω αν το συμμερίζεσθε και σεις. Η Κούλα έμεινε με τα μάτια χαμηλωμένα. Τα δάχτυλα της ήταν πιασμένα από το λουρί της τσάντας της. Την κρατούσε σα να ήταν το τελευταίο οχυρό της. Λοιπόν Κούλα, της είπε-πρώτη φορά τη φώναζε με τ όνομα της-πότε λες να βγούμε μαζί; Αλήθεια, σήκωσε το κεφάλι σαστισμένη σαν πότε θα λεγες; Απόψε μήπως; της είπε με μια τρελή ελπίδα. Όχι απόψε, του το ξέκοψε αυστηρά, μιαν άλλη μέρα. Τότε αύριο, μεθαύριο, της είπε ζωηρά, το συντομότερο. Τα μάτια του είχαν πυρετό, τα χείλη του, παρατήρησε είχαν υγρανθεί. Μέτρησε τις μέρες με τα δάχτυλά της. Μεθαύριο, του είπε δειλά».

Εν ολίγοις οι ήρωες του Μένη Κουμανταρέα παλεύουν άνισα με τους δαίμονες τους και φαντάζονται άλλες μεγάλες στιγμές γεμάτες ιδανικούς ερωτικούς συντρόφους. Μάχονται για μια άλλη ερωτική μοίρα-αυτό συμβαίνει στην «Κυρά Κούλα» αλλά και στο «Κουρείο» που ακολουθεί αμέσως μετά. Είμαστε ήδη στα τέλη της δεκαετίας του '70 και ο Κουμανταρέας έχει επιβάλλει το δικό του αφηγηματικό στυλ ώστε να μπορεί πια και πειραματίζεται με άλλα μεγέθη.

Ο «Ωραίος Λοχαγός» συνοδεύει την εποχή της ωριμότητας για τη μυθοπλασία του που γίνεται πιο συμβολική και πιο καθολική. Ο «Ωραίος Λοχαγός» θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ήρωας του Κάφκα καθώς προσπαθεί να αντιπαρέλθει έναν αδυσώπητο μηχανισμό που προσπαθεί να τον εξοντώσει και να τον λυγίσει δίχως καμία ουσιαστική αιτία. Με ένα επίσης αδυσώπητο σύστημα-αυτή τη φορά του ποδοσφαίρου- παλεύει και ο ήρωας του από την «Φανέλα με το Εννιά», ο Σερέτης ένας αντι-ήρωας που ονειρεύεται να γίνει γκολτζής και βουλιάζει ολοένα και πιο πολύ στο περιθώριο. Η ταινία γυρίστηκε και με επιτυχία στον κινηματογράφο από τον Παντελή Βούλγαρη.

Από και και πέρα ο Κουμανταρέας μας χαρίζει-ειδικά τη δεκαετία του 90-μερικά από τα πιο όμορφα βιβλία του-την υπέροχη «Συμμορία της άρπας» που ακροβατεί ιδανικά ανάμεσα στο γκροτέσκο, το πραγματικό, το φανταστικό και το θρίλερ αλλά και το απρόβλεπτο «Η μυρουδιά τους με κάνει να κλαίω» που ξετυλίγει όλες τις εμμονές του λογοτέχνη: τη μουσική, το περιθώριο, τους λαϊκούς ήρωες, την ομοφυλοφιλία. Αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα και στο πιο βιωματικό ίσως βιβλίο του τον πρόσφατο «Θησαυρό του Χρόνου» που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη. Είναι ένα βιβλίο που έγραφε όταν αρρώστησε η σύζυγος του Λιλή και το ολοκλήρωσε μετά το θάνατό της. Το αίσθημα του πόνου, του πένθους και της απώλειας διαπερνά όλο το βιβλίο με τον πρωταγωνιστή να είναι συγγραφέας και επίσης να πενθεί για τη σύζυγό του Λιλή-όπως δηλαδή ακριβώς ο Κουμανταρέας.

Κανείς δεν μπορεί με ακρίβεια να διαχωρίσει τα πραγματικά επεισόδια από τα μυθοπλαστικά, τις αφηγηματικές αρετές από τις εμμονές του συγγραφέα. Η αφήγηση εστιάζει στην κοινή συμβίωση με τη λατρεμένη σύζυγο που μοιράζεται ανάμεσα στη θαλπωρή της συντροφικότητας και τα «αμαρτωλά» ξεπορτίσματα-δηλαδή την αγωνιώδη αναζήτηση ανδρών σε ύποπτα μπαρ και καταγώγια. Καίριο ρόλο παίζει το φάντασμα κάποιου παλιού αλληλογράφου στα Γραφεία του Αναγνωστόπουλου ή του Αναγνώστου ο οποίος λειτουργεί συνενοχικά σε αυτές τις συνευρέσεις. Οι οίκοι ανοχής-«αυτά τα μπουρδέλα» όπως είχε πει παλιότερα ο Κουμαντέρας όπου «έμπαιναν καυλωμένοι και έβγαιναν μαγεμένοι»- είναι εμβληματικά σημεία σε πολλά μυθιστορήματά του-όπως είναι και οι άνδρες που εκδίδονται, οι πρωταγωνιστές μιας ατελείωτης ερωτικής φορβής. Κι αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στην καθωσπρέπει κανονικότητα του συζυγικού βίου και την νυχτερινή φαντασίωση του έρωτα δεν κατάφερε να τη λύσει κανένας από τους ήρωες του-πόσο μάλλον ο ίδιος ο συγγραφέας. Τα σύνορα της φαντασιωτικής πραγματικότητας και της λογοτεχνίας ίσως να είναι αυτά που τον έφεραν στα όρια-κι ίσως να είναι τα ίδια που του κόστισαν ακόμη και την ίδια του τη ζωή. Γράφει ο Μένης Κουμανταρέας στον πρόσφατο και έντονα αυτοβιογραφικό «Θησαυρό του Χρόνου»

«Σε λίγο ο ήλιος δύει κι αρχίζω σιγά σιγά να βυθίζομαι στο μούχρωμα της κατάθλιψης. Με τόσα κηδειόσημα τοιχοκολημμένα στις πόρτες των πολυκατοικιών, στους στύλους του ηλεκτρικού, κι άλλα τόσα ενοικιαστήρια, μήπως ήρθε η ώρα να δω κι άλλο ένα κηδειόσημο κολλημένο στη δική μας πόρτας Ή έστω ένα αγγελτήριο «Ενοικιάζεται νεκρός σε τιμή ευκαιρίας, σε καλή κατάσταση. Οι ενδιαφερόμενοι ας τηλεφωνήσουν..». Λίγο ακόμα και θα δω τον Ροβεσπιέρο να περνά έξω από την πόρτα μας και να ρίχνει ματιές μέσα. Του φωνάζω: «Άντε χάσου, σιχαμένε γέρε, περαματάρη του Αχέροντα! Στον διάολο να πας και παραπέρα!». «Που είσαι, σε φωνάζω τόση ώρα!» Με όλα τούτα που γεμίζουν το κεφάλι μου χωρίς να το αξίζουν πάντα, κόντεψα να ξεχάσω την άρρωστη μου. Τρέχω στο δωμάτιο της. Θέλει να της γεμίσω το κόκκινο γκοφρέ κανατάκι της με φρέσκο νερό, θέλει, ακόμα, το ρολόι της κουζίνας που έχει μεγάλους αριθμούς να μπορεί να βλέπει την ώρα. Λες αυτό να ωφελεί στο πέρασμα του χρόνου; Στέκομαι στο προσκέφαλό της, πιάνω το μέτωπό της να δω αν έχει πυρετό. «Θα φύγεις;» με ρωτά. «Θα φας έξω;» «Μπορεί. Δεν ξέρω». «Ποτέ δεν ξέρεις. Ποτέ σου δεν αποφασίζεις». Παράπονα μιας ολόκληρης ζωής. Έτσι είμαι εγώ. Ας μη με παντρευόταν. Τι κάθομαι και λέω! Αν ήμουν εγώ στη θέση της, λες να χα λιγότερα νεύρα; Βηματίζω πέρα δώθε στο δωμάτιο. Με παρακολουθεί με την άκρη του ματιού. Σε λίγο ακούω την αναπνοή της να βγαίνει ήσυχη μέσα από τα βασίλεια του ύπνου. Καλά όνειρα. Θα πάω κι εγώ να πέσω τώρα. Ποιος ξέρει τι εικόνες θα μου έρθουν, εικόνες παλιές που ο ύπνος τις κάνει να φαντάζουν καινούργιες. Φωνάζω το όνομα του Μορφέα, που είναι νεαρός με σγουρά μαλλιά, φιλήδονα χείλη και είναι υδραυλικός».

Σωματικές και πνευματικές ηδονές καταγεγραμμένες από ένα πρόσωπο που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην ελληνική λογοτεχνία και έγινε ο συγγραφέας που η πόλη αγάπησε όσο κανείς. Σήμερα τα βιβλία του Μένη Κουμανταρέα θεωρούνται τα πιο εκφραστικά σημεία όχι μόνο της μυθοπλασίας αλλά και της ίδιας της Ελλάδας που θρηνεί την απώλεια μιας στέρεης και γενναιόδωρης λογοτεχνικής φωνής άμεσα συνυφασμένης με την ιστορία μας και τα βιώματά μας. Η απώλεια είναι τεράστια-ειδικά στις εποχές που διανύουμε.

04 December 2014

Ο εντιμότατος κύριος Λαφαζάνης

του Κώστα Στούπα, capital.gr, 4/12/2014

Η περίπτωση του Παναγιώτη Λαφαζάνη είναι αξιοπρόσεκτη σε σχέση με σχεδόν το σύνολο του υπόλοιπου πολιτικού προσωπικού της χώρας. Συγκριτικά εμφανίζεται να είναι περισσότερο ρεαλιστής τόσο σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ, όσο και με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, κόμματα που υποτίθεται πως  έχουν μια πρόταση διαχείρισης της χρεοκοπίας.
Επιπλέον σε σχέση με τους περισσότερους πολιτικούς πρώτης γραμμής, ακόμη του ΣΥΡΙΖΑ μη εξαιρουμένου, ο κ. Λαφαζάνης έχει ένα ηθικό πλεονέκτημα: Δεν φαίνεται να έχει γίνει πλούσιος από την πολιτική. Ούτε για φοροδιαφυγή υπάρχουν κατηγορίες ή υποψίες όπως με άλλα στελέχη, ούτε αποκόμισε εκατομμύρια από εργοδότες ως αντάλλαγμα για τις «συνδικαλιστικές» του υπηρεσίες, ούτε συνδικαλιστικά στελέχη σαν τον Ρίζο Ρίζο της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ υπέθαλψε, ούτε απέκτησε δεκάδες ακίνητα και εκατοντάδες χιλιάδες σε καταθέσεις με ένα μισθό ΔΕΚΟ...
Στο τελευταίο πόθεν έσχες του εμφανίζεται να διαθέτει περί τις 38.000 ελβετικά φράγκα, 8.651 λίρες Αγγλίας και 60.000 Ευρώ. Οποιοσδήποτε έχει εκλεγεί βουλευτής τόσες φορές, θα μπορούσε να διαθέτει αυτήν την περιουσία και ακόμη μεγαλύτερη.
Στα μείον θα μπορούσε να του καταλογίσει κάποιος την απουσία  άσκησης οποιουδήποτε επαγγέλματος στο βιογραφικό του. Από έφηβος κερδίζει τα προς το ζειν σαν επαγγελματικό κομματικό στέλεχος ή βουλευτής.
Οι απόψεις
Οι απόψεις του κ. Λαφαζάνη παραμένουν αμετάβλητες στο χρόνο, σχεδόν από τότε που ήταν έφηβος στο ΚΚΕ, την περίοδο του ΣΥΝ του 4% και την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ του 25%:  Έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ και την ΕΕ. Κρατικοποίηση Τραπεζών και επιχειρήσεων και ανατροπή του αστικού δημοκρατικού πολιτεύματος...
Αλήθεια είναι επίσης πως την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ του 25% οι απόψεις του είναι πιο κοντά σε αυτές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΚΚΕ παρά του Αλέξη Τσίπρα που προσπαθεί να προσγειώσει ένα ακτιβίστικο συνονθύλευμα στους διαδρόμους της εξουσίας με τα «φτερά» του κλεπτοκρατικού ΠΑΣΟΚ.
Οι απόψεις του κ. Λαφαζάνη αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα γιατί εκπορεύονται από κάποιον που επηρεάζει το 40% του κομματικού μηχανισμού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πιθανόν της αυριανής κυβέρνησης και όχι από το 5% του ΚΚΕ ή το 1,5% της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Παρ΄ όλα αυτά οι απόψεις του κ. Λαφαζάνη περί της εξόδου από την κρίση φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη επαφή με την πραγματικότητα σε σχέση με αυτές του ΣΥΡΙΖΑ ή αυτές που πορεύονται όλα τα κόμματα εξουσίας από την αρχή αυτής της χρεοκοπίας μέχρι σήμερα...
Τρία κόμματα μια πολιτική...
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ποιες είναι οι βασικές πτυχές της τακτικής που ακολούθησαν όλες οι κυβερνήσεις μετά το 2010;
 Ο Γιώργος Παπανδρέου κέρδισε τις εκλογές του 2009 με το σύνθημα λεφτά υπάρχουν. Αντί να αλλάξει ρότα αμέσως μετά την εκλογική νίκη, να παρουσιάσει την πραγματική εικόνα και να ξεκινήσει μείωση δαπανών, περιορισμό  του δημοσίου και μεταρρυθμίσεις που θα διατηρούσαν την πρόσβαση της χώρας στις αγορές, προτίμησε τα δανεικά από το μνημόνιο με την επιτήρηση της τρόικα. Στη συνέχεια αντί να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε από το μνημόνιο άρχισε την κωμωδία της χάραξης «κόκκινων» γραμμών απέναντι στις απαιτήσεις των δανειστών.
Κατ’ ουσίαν προτίμησε να εκχωρήσει εθνική κυριαρχία παρά να αναλάβει τις ευθύνες του το πολιτικό σύστημα που χρεοκόπησε τη χώρα.
 Ο Αντώνης Σαμαράς ως αντιπολίτευση «έσχιζε» μνημόνια και μιλούσε για το αδιέξοδο της πολιτικής τους. Με αιχμή τα Ζάππεια υποσχόταν σκληρή επαναδιαπραγμάτευση και την πέτυχε με χαμηλότερα επιτόκια από τους δανειστές και περισσότερο χρόνο προσαρμογής. Υπέγραψε και αυτός δεσμεύσεις για μεταρρυθμίσεις τις οποίες δεν εφάρμοσε και αφού εισέπραξε τις δόσεις άρχισε να ζητά αναθεώρηση των δεσμεύσεων. Βασική συνισταμένη όπως και του ΠΑΣΟΚ ήταν η διατήρηση των προνομίων των προνομιούχων του πελατειακού κράτους με τη συντριβή των υπολοίπων μέσω φορολογίας.
 Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει κυβερνήσει ακόμη. Έχει υποσχεθεί όμως σε όλους τα πάντα. Μέχρι και επαναφορά των απολαβών στα προ 2010 επίπεδα υποσχόταν μέχρι πρόσφατα με ένα νόμο και ένα άρθρο. Σταδιακά από την άποψη το ευρώ δεν είναι φετίχ μετακινήθηκε στη θέση το Ευρώ και η Ε.Ε. είναι θέσεις αδιαπραγμάτευτες για την Ελλάδα. Επίσης σταδιακά, οι μονομερείς ενέργειες για το χρέος εξομαλύνθηκαν.
Το όλο σχέδιο για το πώς θα πετύχει όλα αυτά, παραμένει το ίδιο με τον πυρήνα της στρατηγικής του Γ. Παπανδρέου και του Α. Σαμαρά. Ήτοι, το πιστόλι πάνω στο τραπέζι. Τουτέστιν, σκληρότερη διαπραγμάτευση με την Τρόικα για φθηνότερα δανεικά τα οποία θα διαγράψουμε αν χρειαστεί. Με λίγα λόγια, νέες «κόκκινες» γραμμές και πράσινα άλογα...
Επί της ουσίας όλα τα κόμματα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ) πορεύονται με το ίδιο σχέδιο: να κοροϊδέψουμε και να πάρουμε όσο το δυνατόν περισσότερα δανεικά χωρίς να αλλάξουμε τίποτα από το παρασιτικό μοντέλο που χρεοκόπησε. Μοναδικό μας χαρτί στη διαπραγμάτευση η πυροδότηση της βόμβας που βρίσκεται στο σαλόνι μας με στόχο το φόβο των άλλων για ζημιές στην πολυκατοικία.
Μπορεί;
Η τρόικα έχει δύο χαρτιά στα χέρια της. Τα δανεικά, μέρος των οποίων καλύπτει τα δημοσιονομικά κενά και την ΕΚΤ, οι οποίες κρατά ανοιχτές τις ελληνικές τράπεζες. Αυτές κρατούν ανοιχτό ό,τι έχει απομείνει από την ελληνική οικονομία, η οποία συντηρεί περί τα 3 εκατ. συνταξιούχους, 2,5 εκατ. εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, κάτι λιγότερο από 1 εκατ. στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, 1,5 εκατ. ανέργους και τα υπόλοιπα προστατευόμενα μέλη...
Αν Τρόικα και ΕΚΤ δεν αποδεχτούν τους όρους μιας σκληρής διαπραγμάτευσης, η κατάσταση σε σχέση με καταβολή μισθών και συντάξεων και διατήρηση θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να επιδεινωθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες. Τότε θα μπορούμε να μιλάμε για γενικευμένη ανθρωπιστική κρίση και θα απαιτηθεί η διανομή τροφίμων και καυσίμων.
Από την άποψη αυτή η προσέγγιση Λαφαζάνη που υποστηρίζει πως δεν μπορείς να έχεις και την πίτα ολόκληρη (παραμονή σε ευρώ και ΕΕ) και το σκύλο χορτάτο, η επιβολή νέων όρων μέσω σκληρής διαπραγμάτευσης είναι πιο ρεαλιστική από αυτή που εκφράζει με δημαγωγικούς τόνους η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Τι λέει η άποψη αυτή; Διαγράφουμε το χρέος, αδιαφορούμε για τις αγορές, κρατικοποιούμε τις άδειες τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις και επιχειρούμε στην Ελλάδα να οικοδομήσουμε με επιτυχία αυτό που απέτυχε στη Βουλγαρία, την Αλβανία και την ΕΣΣΔ.
Κλείνουμε τα σύνορα στις εισαγωγές και τις εξαγωγές καταθέσεων και προφανώς και την έξοδο όσων θελήσουν να μεταναστεύσουν. Αυτές πάνω κάτω είναι και ο απόψεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΚΚ για την έξοδο από την κατάσταση χρεοκοπίας.
Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με αυτήν τη άποψη, αλλά συνιστά μια στρατηγική διαφορετική από αυτήν που επικρατεί από τα κόμματα εξουσίας που απλά προσπαθούν να επιμηκύνουν το βίο ενός χρεοκοπημένου μοντέλου με δανεικά. Είναι μια έντιμη και καθαρή άποψη.
Η μοναδική διαφορετική στρατηγική εξόδου που έχει διατυπωθεί αλλά παραμένει περιθωριακή, είναι αυτή του Στέφανου Μάνου (Δράσης) και  της Δημιουργίας Ξανά. Μείωση των κρατικών δαπανών και ανασύσταση του ιδιωτικού τομέα με μείωση των φόρων. Μείωση του δημοσίου και αναδιοργάνωση αυτού που θα απομείνει με αξιολόγηση απόδοσης  με ανάλογη αμοιβή. Εξασφάλιση μιας εθνικής σύνταξης για όλους και αναμόρφωση του ασφαλιστικού εκ βάθρων στη βάση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος. 
Δηλαδή, η εθνική  σύνταξη να δίνεται στο όριο εθνικής συνταξιοδότησης και για τα υπόλοιπα  ο καθένας να βγαίνει όποτε θέλει σε σύνταξη αλλά να λαμβάνει αυτά που έχει συνεισφέρει συν τις αποδόσεις τους. Ιδιωτικοποιήσεις και άνοιγμα αγορών για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα έτσι ώστε οι εξαγωγές μαζί με τα έσοδα του τουρισμού να στηρίξουν το βιοτικό επίπεδο.
Αυτές είναι οι δυο απόψεις λοιπόν που έχουν διατυπωθεί για την έξοδο από την κατάσταση χρεοκοπίας και τη μια σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο την εκφράζει ο Π. Λαφαζάνης.
Τι λέει ο Π. Λαφαζάνης...
1) «Για την Αριστερά ο αναγκαίος στόχος της διακυβέρνησης τίθεται πολύ διαφορετικά. Για εμάς είναι σκληρός δρόμος που προϋποθέτει την ενίσχυση και ανάπτυξη μεγάλων κοινωνικών ταξικών αγώνων, που απαιτεί συνεχή πολιτική, οργανωτική και προγραμματική προετοιμασία, καθώς και προετοιμασία του κοινωνικού εδάφους. Και αυτά πολύ περισσότερο που μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα κάνει απλώς μια ανώδυνη διαχείριση του συστήματος αλλά μεγάλες τομές, ρήξεις και μεγάλες ανατροπές».
Τι σημαίνει αυτό; Για όποιον έχει διαβάσει λενινισμό τα παραπάνω σημαίνουν πως αυτά που θέλουμε να εφαρμόσουμε δεν μπορούν να υλοποιηθούν με τον κλασσικό αστικοδημοκρατικό τρόπο.
 2) «Εγώ δεν θέλω να κοροϊδεύω τον κόσμο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει» δήλωσε σε τηλεοπτική εκπομπή παλαιότερα...
Τι σημαίνει αυτό; Για να κυβερνήσει ένα αριστερό λενινιστικό κόμμα χρειάζεται να έχει δημιουργήσει μια παρακρατική παράλληλη στρατιωτικοπολιτική μηχανή, η οποία θα καταλάβει την εξουσία αντικαθιστώντας τις παλιές αστικές δομές εξουσίας. Ο κοινοβουλευτισμός θα αντικατασταθεί από κάποιο σοβιετικό σύστημα όπου το κόμμα θα παίζει κομβικό ρόλο. Αυτός είναι ο λόγος που το Αριστερό Ρεύμα βλέπει πως ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να συνεργαστεί μόνο με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΚΚΕ.