18 November 2008

«Θεϊκό σημάδι»...

θα υποδείξει στην Πέιλιν εάν θα διεκδικήσει μελλοντικά το Λευκό Οίκο


Η ηττημένη υποψήφια του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για την αντιπροεδρία και αγαπημένη... ενασχόληση των σατυρικών εκπομπών στις Ηνωμένες Πολιτείες, Σάρα Πέιλιν, δηλώνει πως αναμένει από το Θεό «να της δείξει το δρόμο», αν θα πρέπει στο μέλλον να διεκδικήσει το Λευκό Οίκο.

Σε συνέντευξή της στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox News, η κυβερνήτης της Αλάσκα αρνήθηκε να απαντήσει εάν προτίθεται να διεκδικήσει το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για να είναι υποψήφια για την προεδρία στις εκλογές του 2012, εξηγώντας πως η ημερομηνία αυτή είναι ακόμη μακρινή. «Δεν μπορώ να προβλέψω τι θα γίνει αύριο, πολύ περισσότερο τι θα συμβεί σε τέσσερα χρόνια» είπε.

Ωστόσο, η Πέιλιν, που δεν παρέλειπε να υπογραμμίζει κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στο πλευρό του Τζον Μακέιν, την ακράδαντη πίστη της στη θρησκεία, δήλωσε στη συνέντευξη πως, εάν ο Θεός την προορίζει να κατακτήσει τον Λευκό Οίκο, εκείνη αναμένει να της δείξει τον δρόμο. «Ξέρετε, η θρησκεία είναι κάτι πολύ σημαντικό στη ζωή μου. Κι αυτό που πάντοτε κάνω είναι ν' αφήνω τη ζωή μου στα χέρια του δημιουργού μου», τόνισε η 44-χρονη Πέιλιν.

«Λέω πάντοτε στον εαυτό μου, εντάξει Θεέ μου, εάν κάπου υπάρχει μία ανοικτή πόρτα για εμένα, έτσι προσεύχομαι πάντοτε, λέω μη με αφήσεις να χάσω αυτή την ανοικτή πόρτα. Δείξε μου πού βρίσκεται αυτή η ανοικτή πόρτα», προσθέτει.

«Και εάν υπάρχει μία ανοικτή πόρτα το 2012 ή τέσσερα χρόνια αργότερα, και εάν υπάρχει κάτι που να εμφανίζεται καλό για την οικογένειά μου, για την πολιτεία μου, για τη χώρα μου, μία ευκαιρία για εμένα, εγώ θα τρυπώσω σε αυτή την πόρτα», λέει η Σάρα Πέιλιν.

(Newsroom ΔΟΛ, 11/11/2008)

Ο θεός της Πέιλιν, με τον οποίο μιλάει τακτικά η κυρία, φροντίζει για την επαγγελματική αποκατάστασή της, είναι κάτι σαν βουλευτής που φροντίζει τους ψηφοφόρους του. Αν κάπου υπάρχει μία ανοικτή πόρτα, μια θέση με καλό μισθό, φρόντισε κύριε βουλευτά να τρουπώσω κι εγώ, που έλεγε και ο Βουτσάς, κάπου να τρουπώσω... Στην Πέιλιν θα δώσει ο θεούλης σημάδι για κενές θέσεις (κανένα πετραδάκι ή κανένα ουράνιο τόξο!), στον Εφραίμ θα φέρει οικόπεδα, στον Πολύδωρα την πρωθυπουργία, στους οπαδούς νίκες της ομάδας τους, σε άλλους άλλα ενδιαφέροντα πράγματα... Τέτοια εντύπωση και εκτίμηση έχουν για το θεό τους!

17 November 2008

Φυσικές επιστήμες και πολιτική στη ναζιστική Γερμανία

(του ΘΟΔΩΡΟΥ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗ, Επίκουρου καθηγητή Ιστορίας
των Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών)
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 14/11/2008


Το κείμενο που ακολουθεί σκιαγραφεί την επισφαλή θέση των φυσικών επιστημών στη ναζιστική Γερμανία, έτσι ώστε να διευκολύνει την κατανόηση του κλίματος στο οποίο έδρασε ο Καραθεοδωρή.

Το ιδεολογικό πλαίσιο άσκησης των επιστημών στη Γερμανία είχε διαμορφωθεί από τον 19ο αιώνα και είχε ως κεντρικό πυλώνα το βολικό ιδεολόγημα της ηθικής και πολιτικής ουδετερότητας της «καθαρής» επιστήμης. Οι καθηγητές πανεπιστημίου θεωρούσαν καθήκον τους να μην προβάλλουν καμία αντίρρηση σε ό,τι τους ζητούσε το γερμανικό κράτος, ανεξαρτήτως της πολιτικής που εφάρμοζε. Το ερευνητικό και διδακτικό τους έργο ήταν υπεράνω πολιτικών ιδεολογιών. Αυτή η απολιτική ιδεολογία έμελλε να αποβεί μοιραία μετά την άνοδο των ναζί στην εξουσία, στα τέλη Ιανουαρίου του 1933.

Οι άγριες διαθέσεις του νέου καθεστώτος έγιναν πολύ γρήγορα εμφανείς. Τον Απρίλιο του 1933 η ναζιστική κυβέρνηση προώθησε έναν νέο νόμο που στόχευε, κατ' ευφημισμόν, στην «αποκατάσταση της δημόσιας διοίκησης». Ο νόμος αυτός επέβαλε την εκδίωξη από τα γερμανικά πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα όλων των καθηγητών εβραϊκής καταγωγής ή αριστερών πολιτικών φρονημάτων. Υπολογίζεται ότι ανάμεσα στο 1933 και το 1940 το 20% των επιστημόνων (όλων των ειδικοτήτων) στα ανώτατα εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα της χώρας απολύθηκαν (ή οδηγήθηκαν σε παραίτηση) και εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες. Τα αποτελέσματα, για την ποιότητα της έρευνας στη Γερμανία, ήταν καταλυτικά. Ιδιαίτερα επλήγησαν η Θεωρητική Φυσική και τα Μαθηματικά. Σχεδόν το 50% των θεωρητικών φυσικών μετανάστευσαν σε άλλες χώρες.

Οι επιπτώσεις για τα μαθηματικά ήταν ακόμη πιο δραματικές. Οταν το 1934 ο υπουργός Παιδείας Berhard Rust ρώτησε τον διάσημο μαθηματικό David Hilbert εάν η μαθηματική έρευνα στο φημισμένο Πανεπιστήμιο του Goettingen είχε υποστεί ζημιά εξαιτίας της απομάκρυνσης των Εβραίων μαθηματικών, ο Hilbert απάντησε: «Εχει υποστεί ζημιά; Δεν έχει υποστεί ζημιά, υπουργέ. Δεν υφίσταται πλέον!».

Οι επιστήμονες που παρέμειναν στη Γερμανία δεν ήταν κατ' ανάγκην φιλικά διακείμενοι προς το ναζιστικό καθεστώς. Αντιθέτως, οι ιδεολογικοί σύμμαχοι και συνοδοιπόροι των ναζί ήταν
μια μειονότητα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι νομπελίστες φυσικοί Philipp Lenard και Johannes Stark, οι οποίοι ήταν υποστηρικτές του Χίτλερ από τις αρχές της δεκαετίας του 1920. Αντίστοιχα μικρός ήταν και ο αριθμός των επιστημόνων που εναντιώθηκαν δημόσια στους ναζί, με μεγάλο προσωπικό κόστος και με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής. Λαμπρό παράδειγμα αντιστασιακού αποτελεί ο νομπελίστας φυσικός Max von Laue. Η πλειονότητα των μελών της επιστημονικής κοινότητας, όμως, επέλεξε την γκρίζα ζώνη του συμβιβασμού και, εντέλει, της συμπόρευσης με το καθεστώς. Σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του ιστορικού Fritz Stern, «η γενική σιωπή (των Γερμανών πανεπιστημιακών) στο Τρίτο Ράιχ (απέναντι στις διώξεις των Εβραίων συναδέλφων τους) ήταν εκκωφαντική».

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποφυγή της δημόσιας εναντίωσης στις ναζιστικές διώξεις βασιζόταν σε μια «ρεαλιστική» αποτίμηση των συνεπειών που θα είχε. Η περίπτωση του Planck είναι χαρακτηριστική. Οταν του ζητήθηκε να συμμετάσχει σε μια δημόσια διαμαρτυρία για τις διώξεις των Εβραίων συναδέλφων του, η απάντησή του ήταν: «Εάν σήμερα τριάντα καθηγητές σηκωθούν και διαμαρτυρηθούν ...τότε αύριο 150 θα έρθουν να δηλώσουν την αλληλεγγύη τους προς τον Χίτλερ διότι θέλουν τις θέσεις (που έχουν αδειάσει)». Η στάση του Planck ήταν ειλικρινής, διότι σε άλλες περιπτώσεις είχε δείξει έμπρακτα τη διάθεσή του να απαλύνει τη μοίρα των Εβραίων συναδέλφων του.

Για παράδειγμα, εκμεταλλευόμενος τον θεσμικό του ρόλο ως προέδρου του σημαντικότερου ερευνητικού ιδρύματος της Γερμανίας (της Kaiser Wilhelm Gesellschaft), επιδίωξε να συναντηθεί με τον Χίτλερ για να διαμαρτυρηθεί για τις διώξεις των Εβραίων επιστημόνων και ιδιαίτερα του σημαντικού Γερμανού χημικού Fritz Haber. Το επιχείρημα που χρησιμοποίησε ήταν ότι «υπήρχαν Εβραίοι διαφόρων ειδών, κάποιοι χρήσιμοι και κάποιοι άχρηστοι για την ανθρωπότητα, και ότι θα έπρεπε να γίνουν διακρίσεις σ' αυτά τα θέματα». Αν και η υπερασπιστική τακτική του Planck υποδήλωνε έναν λανθάνοντα αντισημιτισμό, η αντίδραση του Χίτλερ ήταν αφοπλιστική: Οι εθνικές μας πολιτικές δεν πρόκειται να ανακληθούν ή να τροποποιηθούν, ακόμη και για τους επιστήμονες. Εάν η εκδίωξη των Εβραίων επιστημόνων συνεπάγεται τον αφανισμό της σύγχρονης γερμανικής επιστήμης, τότε θα πορευθούμε χωρίς την επιστήμη για λίγα χρόνια.

Η εκδίωξη των Εβραίων επιστημόνων δεν ήταν η μοναδική αρνητική επίδραση της ναζιστικής λαίλαπας στις επιστήμες. Επιπρόσθετα, έγινε μια συστηματική προσπάθεια από ναζί φυσικούς, οι οποίοι ταύτιζαν τη «γερμανική Φυσική» με την κλασική πειραματική φυσική, να δυσφημίσουν τη θεωρία τη σχετικότητας και την κβαντομηχανική ως εκφάνσεις του «εβραϊκού πνεύματος». Ενα παρ' ολίγον θύμα αυτής της ναζιστικής εκστρατείας ήταν και ο Werner Heisenberg. Από το 1936 έως το 1938 η πολεμική που αντιμετώπισε από τους ναζί φυσικούς λίγο έλειψε να τον οδηγήσει εκτός Γερμανίας.

Τα προβλήματά του λύθηκαν ύστερα από παρέμβαση του ηγέτη των SS Heinrich Himmler, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι η απώλεια ενός νέου επιστήμονα του βεληνεκούς του Heisenberg θα ήταν μεγάλο πλήγμα για τη Γερμανία. Η μετέπειτα πορεία του Heisenberg είναι χαρακτηριστική ενός μεγάλου μέρους της επιστημονικής κοινότητας. Αν και δεν ήταν ναζί, σταδιακά συντάχτηκε με το ναζιστικό καθεστώς και κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου τέθηκε επικεφαλής του γερμανικού πυρηνικού προγράμματος, στο οποίο έπαιξε έναν αμφιλεγόμενο ρόλο.

Αποτελεί κοινή πεποίθηση των ιστορικών της επιστήμης ότι οφείλουν να αποφεύγουν την αποτίμηση της ορθότητας των πεποιθήσεων και των πράξεων των επιστημόνων του παρελθόντος. Το ζητούμενο, σύμφωνα με αυτή την άποψη, είναι η κατανόηση και όχι η αξιολογική αποτίμηση του παρελθόντος. Στην ιστορική μελέτη των επιστημών κατά τη διάρκεια του Γ' Ράιχ είναι, νομίζω, αδύνατον να υιοθετήσει κανείς αυτή την αξιολογικά ουδέτερη ιστοριογραφική στάση. Ακόμη και η πλέον ουδέτερη περιγραφή των πεποιθήσεων και των πολιτικών επιλογών των Γερμανών επιστημόνων φέρει ένα βαρύ αξιολογικό φορτίο. Σε κάθε περίπτωση, η εμφανής διαπλοκή επιστήμης και πολιτικής στη ναζιστική Γερμανία αναδεικνύει τις αναπόδραστες ηθικές και πολιτικές ευθύνες των επιστημόνων για τα προϊόντα της δραστηριότητάς τους.



16 November 2008

Η αδιαφάνεια των ακρωνύμων και των αρκτικολέξων

Εξ ορισμού [1] η διαφορά ενός ακρωνύμου (< ονόματος από τα άκρα) και ενός αρκτικολέξου (< λέξης από τα αρκτικά/αρχικά γράμματα) είναι ότι το πρώτο προφέρεται συλλαβικά σαν κανονική λέξη (όνομα), ενώ το δεύτερο προφέρεται με διαδοχική απαγγελία των ονομάτων των γραμμάτων του· και τα δύο όμως συντίθενται από μέρη των λέξεων των αντίστοιχων πλήρων μορφών (πολυλεκτικών όρων ή ονομάτων), το μεν ακρώνυμο από τα αρχικά, αλλά και από ενδιάμεσα, μέρη των λέξεων της πλήρους μορφής, ενώ το αρκτικόλεξο από τα αρχικά γράμματα των λέξεων της πλήρους μορφής [3]. Παραδείγματα:

Γλώσσα

Ακρώνυμο

Πλήρης μορφή

GR

ΕΥΔΑΠ
[εϊδάπ]

Εταιρεία ΎΔρευσης και ΑΠοχέτευσης

EN

ASCII
[áskē]

American Standard Code for Information Interchange

GR
(
δάνειο)

ASCII
[
άσκι]

Αμερικανικός πρότυπος κώδικας ανταλλαγής πληροφοριών

Γλώσσα

Αρκτικό­λεξο

Πλήρης μορφή

GR

ΙΧ
[γιώτα χι]

Ιδιωτικής Χρήσης

EN

ISDN
[ái es dē en]

Integrated Services Digital Network

GR
(
δάνειο)

ISDN
[
άι ες dι έν]

ψηφιακό δίκτυο ενοποιημένων υπηρεσιών

Είναι φανερό ότι, στο άκουσμά τους ή στο διάβασμά τους, τόσο τα ακρώνυμα όσο και τα αρκτικόλεξα δεν αφήνουν να διαφανεί κανένα από τα χαρακτηριστικά της έννοιας που κατασημαίνουν (= παριστάνουν), δηλαδή δεν ικανοποιούν καθόλου μία από τις «αρχές» (τη διαφάνεια) που καλό είναι να πληροί ένας όρος ή ένα όνομα [2]. Τα ακρώνυμα και τα αρκτικόλεξα είναι από τις πλέον αδιαφανείς κατασημάνσεις. Χωρίς καμιά άλλη πληροφορία δεν σου λένε τίποτε για την έννοια· ούτε καν μια υποψία. Αν τα βρεις σε κάποιο συγκείμενο μπορείς να κάνεις πειραματισμούς με πιθανές λέξεις από τις οποίες μπορεί να έχουν προκύψει· οι πειραματισμοί όμως αυτοί μπορεί να σε οδηγήσουν σε λανθασμένο συμπέρασμα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ – Και εάν το ακρώνυμο ΕΥΔΑΠ είναι αδιαφανές για τον ομιλούντα ελληνικά και το ακρώνυμο ASCII είναι αδιαφανές για τον ομιλούντα αγγλικά, πόσo μάλλον είναι αδιαφανές για τον καθέναν από αυτούς ένα δάνειο ακρώνυμο από άλλη γλώσσα – το οποίο για τη δική του γλώσσα δεν είναι καν ακρώνυμο ή αρκτικόλεξο, αλλά απλώς ένας ξένος όρος, γραμμένος ακόμα και σε ένα ξένο αλφάβητο – όπως π.χ. το ακρώνυμο ASCII για τον ομιλούντα ελληνικά! Πλήρες σκότος...

Η αδιαφάνεια των ακρωνύμων και αρκτικολέξων καθιστά υποχρεωτική την ταυτόχρονη παράθεση της αντίστοιχης πλήρους πολυλεκτικής μορφής όταν γίνεται για πρώτη φορά χρήση τους σε κάποιο κείμενο.

Ένα αποτέλεσμα της αδιαφάνειας του ακρωνύμου ή του αρκτικολέξου είναι ότι, κατά τη χρήση του, ακόμα και αν γνωρίζουμε την ανεπτυγμένη μορφή του, πολλές φορές δεν αισθανόμαστε σίγουροι να το εκφέρουμε ή να το γράψουμε μόνo του αλλά προσθέτουμε και κάποια από τις λέξεις της πλήρους μορφής. Η ανάγκη αυτή είναι εντονότερη όταν πρόκειται για δάνειο ακρώνυμο ή αρκτικόλεξο. Ποια είναι αυτή η λέξη; Είναι το έσχατο (τελευταίο) προσδιοριζόμενο συνθετικό που προκύπτει από μια σειρά διαδοχικών ορολογικών αναλύσεων του προσδιοριζόμενου συνθετικού της πλήρους μορφής. Δηλαδή η σύμπλοκη πλήρης μορφή αναλύεται στα δύο άμεσα συνθετικά της, το προσδιοριζόμενο (Π) και το προσδιοριστικό (π). Αν το προσδιοριζόμενο συνθετικό εξακολουθεί να είναι σύμπλοκο αναλύεται περαιτέρω σε προσδιοριζόμενο και προσδιοριστικό κ.ο.κ. Η λέξη αυτή – κατά κανόνα – παριστάνει μια υπερτασσόμενη έννοια της έννοιας του ακρωνύμου ή αρκτικολέξου. Παραδείγματα:

GR

Π

π

ΕΥΔΑΠ:

Εταιρεία

Ύδρευσης και Αποχέτευσης


Εταιρεία


Έτσι, εκτός από το απλό ΕΥΔΑΠ λέμε ή γράφουμε και: εταιρεία ΕΥΔΑΠ.

GR

π

Π

ΕΤΒΑ:

Ελληνική

Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης



Τράπεζα

Βιομηχανικής Ανάπτυξης



Τράπεζα


Έτσι, εκτός από το απλό ΕΤΒΑ λέμε ή γράφουμε και: τράπεζα ΕΤΒΑ.

EN

π

Π

ASCII:

American

Standard Code for Information Interchange



Standard

Code for Information Interchange




Code

for Information Interchange




Code


Έτσι, εκτός από το απλό ASCII είναι συχνότατο (στα αγγλικά) και το ASCII code ή (στα ελληνικά) το κώδικας ASCII.

EN

π

Π

HIV:

Human

Immunodeficiency Virus



Immunodeficiency

Virus




Virus

Έτσι, εκτός από το απλό HIV είναι συχνότατο (στα αγγλικά) και το HIV virus ή (στα ελληνικά) το ιός HIV.

EN

π

Π

ISDN:

Integrated Services

Digital Network



Digital

Network




Network

GR

Π

π

ISDN:

ψηφιακό δίκτυο

ενοποιημένων υπηρεσιών

(loan)

ψηφιακό

δίκτυο




δίκτυο


Έτσι, εκτός από το απλό ISDN χρησιμοποιείται συχνά (στα αγγλικά) και το ISDN network ή (στα ελληνικά) το δίκτυο ISDN.

Φαίνεται ότι, στις περιπτώσεις αυτές, κατά κάποιον τρόπο, ο ανθρώπινος νους παρακάμπτει τον ενυπάρχοντα πλεονασμό (π.χ. στον όρο: ISDN network = Integrated Services Digital Network network ή στον όρο: δίκτυο ISDN = δίκτυο ψηφιακό δίκτυο ενοποιημένων υπηρεσιών) και εκμεταλλευόμενος την αδιαφάνεια του ακρωνύμου ή αρκτικολέξου το αντιμετωπίζει σαν να πρόκειται για κύριο όνομα· δηλαδή ο ομιλητής ή συγγραφέας έχει συγκρατήσει το έσχατο προσδιοριζόμενο συνθετικό της πλήρους μορφής – ότι δηλαδή εδώ π.χ. πρόκειται για δίκτυο – και δεν τον απασχολεί καθόλου πλέον η μορφή αυτή. Με αυτόν τον τρόπο, βέβαια, ο (διλεκτικός πλέον) όρος είναι λιγότερο αδιαφανής από το ίδιο το ακρώνυμο/αρκτικόλεξο.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Διεθνές Πρότυπο ISO 1087-1:2000, Terminology workVocabularyTheory and application (ισοδύναμο Ελληνικό Πρότυπο: ΕΛΟΤ 561.01, Ορολογική εργασία – Λεξιλόγιο – Θεωρία και εφαρμογή)

[2] Διεθνές Πρότυπο ISO 704:2000, Terminology workPrinciples and methods (ισοδύναμο Ελληνικό Πρότυπο: ΕΛΟΤ 402, Ορολογική εργασία – Αρχές και μέθοδοι – υπό έκδοση)

[3] Βαλεοντής Κ., Ελληνικά αρκτικόλεξα και ακρώνυμα υπό το πρίσμα των σύγχρονων επικοινωνιακών αναγκών, Πρακτικά του 4ου Συνεδρίου «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία», ΕΛΕΤΟ, Αθήνα 2003.

Κ.Β.