01 January 2015

Αναζητώντας νόημα σε έναν α-νόητο κόσμο

Βιβλία, βιβλία
του Γιώργου Λαμπράκου, antikleidi.com, 26/12/2014


Όποιος διαβάσει τον τίτλο του πρόσφατου βιβλίου του ομότιμου καθηγητή βιολογίας και αντεπιστέλλοντος μέλους της Ακαδημίας Αθηνών Λευτέρη Ζούρου, «Σε αναζήτηση σκοπού σε έναν κόσμο χωρίς σκοπό», θα έχει μάλλον την εξής εύλογη απορία: πώς γίνεται να μην υπάρχει σκοπός στον κόσμο; Οι ανθρώπινοι σκοποί, από τους πιο τετριμμένους μέχρι τους πιο μεγαλεπήβολους, είναι ατελείωτοι. Κάθε μέρα θέτουμε σκοπούς στη ζωή μας και πασχίζουμε να τους υλοποιήσουμε. Και, εν πάση περιπτώσει, αν όντως δεν υπάρχει σκοπός στον κόσμο, τότε τι ακριβώς απομένει να αναζητήσουμε;

Η επιστημονική ειδίκευση του Ζούρου στους τομείς της εξελικτικής βιολογίας και της κοινωνιοβιολογίας προσφέρει μια πρώτη ξεκάθαρη απάντηση: όχι μόνο ο άβιος αλλά και ο έμβιος κόσμος (αυτός κυρίως μας ενδιαφέρει εδώ) εξελίσσονται με βάση την αναγκαιότητα (φυσικοί, χημικοί, βιολογικοί, μαθηματικοί νόμοι κ.λπ.) και την τύχη (απροσδιόριστες συνθήκες, π.χ. γενετικές μεταλλαγές) χωρίς προκαθορισμένο τέλος (με την αρχαία σημασία του όρου, δηλαδή χωρίς τελικό σκοπό). Ο δαρβινισμός του 19ου και ο νεοδαρβινισμός του 20ού αιώνα έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα στην τελεολογία, η οποία ενυπάρχει ως ρητή προκείμενη στην κλασική και νεότερη φιλοσοφία, στη χριστιανική θρησκεία, καθώς και στην κοινή μας αίσθηση. Το βιβλίο αποπειράται, μεταξύ άλλων, να διαλύσει αυτή την «τελεολογική παρεξήγηση».
Τι κάνουμε σε έναν κόσμο χωρίς σκοπό; Πώς συμπεριφερόμαστε στους συνανθρώπους μας; Πώς διαμορφώνουμε τον πλανήτη που μας φιλοξενεί; Πώς αντικρίζουμε το παρόν και το μέλλον της ζωής μας;
Δύσκολες ερωτήσεις, γοητευτικές απαντήσεις
Τι κάνουμε σε έναν κόσμο χωρίς σκοπό; Πώς συμπεριφερόμαστε στους συνανθρώπους μας; Πώς διαμορφώνουμε τον πλανήτη που μας φιλοξενεί; Πώς αντικρίζουμε το παρόν και το μέλλον της ζωής μας; Πώς αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις, το «κακό», τις ατέλειες της ανθρώπινης κατάστασης; Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από τις προκαταλήψεις, τις προλήψεις, τις πλάνες που μας έχει κληροδοτήσει το παρελθόν και να αποκτήσουμε μια νέα αυτογνωσία επικουρούμενη από την τεχνοεπιστήμη με τη ραγδαία εξέλιξη και την αυξανόμενη εγκυρότητά της; Ιδού μερικά από τα ερωτήματα που τίθενται στα τριάντα ευσύνοπτα κεφάλαια του βιβλίου του Ζούρου, με τις απαντήσεις του να είναι, πέρα από βαθιά μελετημένες, και άκρως γοητευτικές.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του, η αναφορά στον άνθρωπο και την ηθική μπορεί να γίνει μέσα από δύο βασικούς, αλλά χωριστούς, δρόμους: τον δρόμο της «ανακάλυψης» (που επιλέγει ο συγγραφέας – είναι ο δρόμος της εμπειρικής γνώσης) και τον δρόμο της «αποκάλυψης» (κατανοούμε ποιος είναι αυτός). Μέχρι και πριν από δύο τρεις αιώνες, ο δεύτερος δρόμος πρόσφερε όλες τις αναγκαίες απαντήσεις στους ανθρώπους: η ηθική προέρχεται από τον (εκάστοτε) θεό και είναι καθολικής ισχύος, ο δε άνθρωπος θεωρείται, τουλάχιστον στις μονοθεϊστικές θρησκείες, μια κατ’ εικόνα δημιουργία του Θεού και συνεπώς το ευγενέστερο ον στο σύμπαν (θα λέγαμε, θεωρείται ο αυτοσκοπός της ύπαρξης του κόσμου).
Η επιστήμη προσφέρει μιαν άλλη απάντηση. Ναι μεν οι φυσικομαθηματικές επιστήμες δεν μπορούν να λένε στους ανθρώπους τι πρέπει και τι δεν πρέπει να πράττουν (όταν συμβαίνει αυτό, περιπίπτουμε στη λεγόμενη «φυσιοκρατική πλάνη»), όμως οι βιολογικές επιστήμες, σύμφωνα με τον Ζούρο, δεν οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Κι αυτό επειδή η ίδια η θεωρία της εξέλιξης μέσω φυσικής επιλογής (όπως την επινόησε ο Δαρβίνος και όπως την απέδειξαν βιολόγοι και γενετιστές στο πλαίσιο της μεγάλης νεοδαρβινικής σύνθεσης) εξηγεί τη γέννηση της ηθικής με όρους επιλογής-προσαρμογής του ανθρώπου στο περιβάλλον. Όπως επισημαίνει ορθά: «Δικαιούμαστε, νομίζω, να προσπεράσουμε εκείνους που θέλουν τον άνθρωπο αποκομμένο από το συνεχές νήμα της ζωής, που απαιτούν μια ειδική δημιουργία για αυτόν. Η θέση τους δεν στηρίζεται σε τεκμήρια, είναι απλώς θέμα πίστης».
Παρότι ο κόσμος και ο άνθρωπος δεν έχουν τελικό σκοπό, μπορούμε να βρούμε έναν, φυσιοκρατικά θεμελιωμένο, ηθικό σκοπό στη ζωή μας.
Ο Ζούρος αναλαμβάνει λοιπόν να αποδείξει πως, παρότι ο κόσμος και ο άνθρωπος δεν έχουν τελικό σκοπό, μπορούμε να βρούμε έναν, φυσιοκρατικά θεμελιωμένο, ηθικό σκοπό στη ζωή μας. Νομίζουμε πως κάνουμε κάτι «για να» πετύχουμε κάτι, αλλά το κάνουμε απλώς επειδή είμαστε συγκροτημένοι με έναν συγκεκριμένο τρόπο – το παρελθόν είναι αυτό που καθορίζει την κάθε μας πράξη, όχι το μέλλον στο οποίο προσβλέπουμε (αυτή η παντοδύναμη αυταπάτη είναι μία από τις «δαρβινικές πλάνες», όπως τις ονομάζει εύστοχα). Μέσα από τα ερεθιστικά παραδείγματα που φέρνει ο συγγραφέας με βάση τη ζωή των (άλλων) ζώων, μπορούμε να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα και για τις ανθρώπινες κοινωνίες, συμπεράσματα που ανατιμούν τη διαφορετικότητα και την επικοινωνία, ενώ παράλληλα εξηγούν τη συχνά αναπόδραστη σύγκρουση. Αμβλύνοντας όσο μπορούμε την ανθρωποκεντρική μας θεώρηση επιτυγχάνουμε καλύτερη αυτογνωσία, και αυτή η αυτογνωσία (καθώς έχει εμπειρικές βάσεις) μπορεί να αποδειχτεί πιο συμφέρουσα στον αγώνα για επιβίωση (και καλύτερη ζωή). Συντριπτικά για την αυτοεικόνα του ανθρώπου είναι εδώ τα επιχειρήματα του συγγραφέα ως προς τα φαινόμενα του ιδιοκεντρισμού, του εγωκεντρισμού και του ανθρωποκεντρισμού.
Οι μεταβλητές της ζωής
Ας μη θεωρήσει όμως ο αναγνώστης πως ο Ζούρος ανάγει τη ζωή στη βιολογία. Τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα, και ο συγγραφέας το γνωρίζει άριστα. Η ζωή είναι μια βιοκοινωνική υπόθεση, μας λέει, στην οποία δεν πρέπει να υπερτονίζει κανείς την επίδραση ούτε των γονιδίων ούτε του φυσικού και κοινωνικού (και ολοένα πιο τεχνητού, τις τελευταίες δεκαετίες) περιβάλλοντος. Όλα αυτά είναι μεταβλητές που διαδραματίζουν τον ξεχωριστό τους ρόλο, και έργο του (κοινωνιοβιολόγου) επιστήμονα είναι να βρει την κατάλληλη σύνθεση των παραγόντων που συμβάλλουν στην εξέλιξη. Η γνώση δεν είναι μια ακλόνητη αλήθεια, αλλά μια διαδικασία μακράς πνοής και βραδείας καύσεως που είναι έγκυρη ακριβώς στον βαθμό που δεν είναι οριστική και αμετάκλητη. Όπως γράφει: «Αν θέλουμε αιώνιες και αμετάβλητες αλήθειες, πρέπει να τις αναζητήσουμε έξω από τον φυσικό κόσμο. Οι εξελικτικοί διατείνονται ότι η ανάγκη του ανθρώπου για τέτοιες αλήθειες είναι και αυτή προϊόν της εξελικτικής μας ιστορίας […] Γι’ αυτό και δεν είναι εύκολο να απαγκιστρωθούμε από το τελεολογικό “γιατί” και να στραφούμε προς το μηχανιστικό “πώς”».
Εδώ ο συγγραφέας θίγει ένα ζήτημα καίριο στον ανθρώπινο στοχασμό: το ζήτημα της σωτήριας πίστης, της λυτρωτικής αυταπάτης, του «ζωτικού ψεύδους» (όπως έγραφε ο Νίτσε). Αν όλα τα ανθρώπινα γνωρίσματα είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης, τότε και τα ψέματα που λέμε διαρκώς γύρω μας (πόσο μάλλον μέσα μας) πρέπει να εξηγηθούν. Ο συγγραφέας παραδέχεται πως η γνώση και η επιβίωση δεν είναι καταστάσεις κατ’ ανάγκην συγκλίνουσες. Ωστόσο, τονίζει πως, αν γνώση σημαίνει τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ικανότητα για πρόβλεψη του μέλλοντος, τότε η καλή γνώση (ενν. η εμπειρική και αιτιοκρατική, «αν Α, τότε Β») προωθεί σε μεγαλύτερο βαθμό την επιβίωση (παράδειγμα: αν θεωρώ πως πέφτοντας στον γκρεμό θα με πιάσει τελευταία στιγμή ο Θεός και θα με υψώσει επειδή π.χ. με αγαπάει, προφανώς δεν θα επιβιώσω – πρώτα μαθαίνω ενστικτωδώς να αποφεύγω τον γκρεμό, αλλά θα ήταν χρήσιμο να μάθω κάποια στιγμή και τον νόμο της βαρύτητας).
Προς μια ολιστική θεώρηση
Πασχίζοντας για μια ολιστική θεώρηση της ανθρώπινης εξέλιξης, ο Ζούρος δεν θα μπορούσε να αφήσει έξω από την πραγμάτευσή του τις θρησκείες, την προσπάθεια για ενοποίηση των επιστημών, την ένταξη του ατόμου στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, τα ακανθώδη ζητήματα που εγείρει η πολλαπλή ετερότητα των ανθρώπων, την ομορφιά στο πλαίσιο της τέχνης (και της επιστήμης), καθώς επίσης ζητήματα που άπτονται της εξελικτικής ψυχολογίας, όπως ο δογματισμός (που είναι εν πολλοίς μια εξελικτική σταθερά, αφού «Η εξελικτική μας ιστορία δεν μας εφοδίασε με πιθανολογική σκέψη, γιατί μια τέτοια σκέψη δεν θα είχε άμεσο πλεονέκτημα επιβίωσης») και η ανάγκη μας για αυτοεξαπάτηση (αφού «η τάση φυγής από την πραγματικότητα είχε ένα πλεονέκτημα επιβίωσης»).
«Το πέρασμα της αίσθησης του μέλλοντος από το υποσυνείδητο στο ενσυνείδητο γέννησε την ιδέα του σκοπού, με συνέπεια το εικονικό μέλλον να υποστεί μια ακατάσχετη υπερτροφία».
Στο πλαίσιο της ηθικής, που είναι και το βασικό διακύβευμα του βιβλίου, ο συγγραφέας προτείνει μια ηθική «ρεαλιστική κατά το μοντέλο». Εάν δεχτούμε (και δεχόμαστε) πως «το πέρασμα της αίσθησης του μέλλοντος από το υποσυνείδητο στο ενσυνείδητο γέννησε την ιδέα του σκοπού, με συνέπεια τοεικονικό μέλλον να υποστεί μια ακατάσχετη υπερτροφία» (δική μας η έμφαση αυτής της εξαιρετικής φράσης), τότε μπορούμε να στοχαστούμε και να εφαρμόζουμε μια ρεαλιστική, «πεζή» ηθική στην οποία «το εικονικό μέλλον δεν θα εκτείνεται πιο πέρα από ό,τι τα εμπράγματα δεδομένα μάς επιτρέπουν να το επεκτείνουμε». Ο συγγραφέας αφιερώνει τα τρία τελευταία κεφάλαια στο περιεχόμενο της ηθικής του θεώρησης και στην «απολογία» του για την «ανακάλυψη ενός σκοπού».
Διαπιστώνουμε πως τα ζητήματα που θέτει ο Ζούρος είναι κομβικά για μια νέα, σύγχρονη, επιστημονικά θεμελιωμένη θεώρηση της ανθρώπινης κατάστασης. Ορισμένα συμπεράσματά του δεν μπορούν ωστόσο να γίνουν δεκτά με αβίαστο και άκριτο τρόπο (εικάζουμε πως ούτε ο ίδιος θα ήθελε κάτι τέτοιο). Για παράδειγμα, το επαναλαμβανόμενο επιχείρημα ότι η τεχνολογία είναι ουδέτερη («το αεροπλάνο μπορεί να ρίξει μια βόμβα ή να σβήσει μια πυρκαγιά» – κάτι ανάλογο γράφαμε στις εκθέσεις του Λυκείου: τι κάνει το νυστέρι στο χέρι ενός γιατρού και στο χέρι ενός κακοποιού) είναι απλοϊκό και έχει εύλογα δεχτεί τη σφοδρή κριτική των σημαντικότερων φιλοσόφων της επιστήμης και της τεχνολογίας στον 20ό αιώνα (από τον Μάμφορντ και τον Χάιντεγκερ μέχρι τον Ελλύλ και τον Μακλούαν). Η τεχνολογία αλλάζει τόσο ριζικά τις κοινωνίες και τις αντιλήψεις, ώστε δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τόσο εύκολα για τις θετικές και τις αρνητικές χρήσεις της: για παράδειγμα, η μείωση της χειρωνακτικής εργασίας και κατ’ επέκταση της κόπωσης λόγω της ευρείας χρήσης μηχανών, η οποία θα εκλαμβανόταν ως ένα ευεργετικό φαινόμενο, πιθανόν να δρα εντέλει αρνητικά στο σώμα και στον ψυχισμό μας. Άλλο παράδειγμα: σημαντικό σε σχέση με το διαδίκτυο ως μέσο μετάδοσης πληροφοριών, δεν είναι τόσο ότι μπορεί να μεταδίδει «καλές» πληροφορίες (οπότε είναι «καλό») και «κακές» πληροφορίες (οπότε είναι «κακό»), όσο ότι αυτό καθαυτό ως τεχνικό μέσο αλλάζει τα νευρωνικά μας δίκτυα και τη μορφή πρόσληψης των πληροφοριών, ανεξάρτητα (όχι εντελώς, αλλά σε μεγάλο βαθμό) από το περιεχόμενό τους (το ίδιο ισχύει για την τηλεόραση). Περιττό να πούμε  πως μπορεί κάλλιστα να κριθεί ηθικό και δίκαιο να πέσουν ένα σωρό βόμβες προκειμένου να σταματήσει ένας «άδικος», π.χ. επεκτατικός, πόλεμος.
Συνάμα, πολλοί σύγχρονοι φυσιοκράτες στοχαστές και ένθερμοι θιασώτες του δαρβινισμού, με κορυφαίο τον Τζον Γκρέι, έχουν γράψει πειστικά για την ανάγκη να διαχωρίζουμε την τεχνοεπιστημονική πρόοδο (που είναι αναντίρρητη) από την ηθική πρόοδο (που είναι αμφισβητούμενη, και δικαίως – αρκεί να αναλογιστούμε την πολιτική ιστορία του 20ού αιώνα), συνεπώς θα πρέπει να είμαστε αρκετά σκεπτικιστές ως προς την εξαγωγή κανονιστικών επιταγών. Υποστηρίζουν πως, ως προς το έγκυρο δαρβινικό μάθημα για την έλλειψη σκοπού στο σύμπαν, δεν υπάρχουν «παραθυράκια» για την εύρεση σκοπών, συνεπώς κάθε απόπειρα να εξαχθεί ένα συνολικό ηθικό σχέδιο μέσα από την εξέλιξη δεν μπορεί να είναι βάσιμο. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το ανθρώπινο ζώο δεν θα καταφέρει ποτέ να πάρει «ολοκληρωτικά το πείραμα [ενν. της Ζωής] στα χέρια» του, όπως εικάζει στο τέλος του βιβλίου του ο Ζούρος: μάλιστα, μια τέτοια προοπτική αποτελεί ενδεχομένως μια νέα ανθρωποκεντρική ύβρη και όχι μια «ταπεινή» επιστημονική θεώρηση.
Εδώ η φυσιοκρατική πλάνη συγκρούεται με τη θέση πως «η φυσιοκρατική πλάνη είναι η ίδια μια πλάνη» την οποία υποστηρίζει ο συγγραφέας, πιστεύοντας πως είναι λάθος να θεωρούμε πως «δεν μπορούμε να αντλήσουμε μαθήματα καλής συμπεριφοράς από τη φύση». Ναι, μπορούμε. Μήπως όμως μπορούμε να αντλούμε από τη φύση και μαθήματα κακής συμπεριφοράς; Πόσο δεσμευτική στην ηθική μας συμπεριφορά, με άλλα λόγια, μπορεί να είναι η φύση, συνεπώς και η επιστήμη που τη μελετά; Ο συγγραφέας πιστεύει πως η ανθρωπότητα δεν θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση «χωρίς τα μεγάλα μυαλά που παρήγαγε», και έχει σίγουρα δίκιο. Δεν είναι όμως άραγε εντελώς περιοριστικό και ευκόλως ανθρωπιστικό, μεγάλα μυαλά να θεωρούνται μόνο οι «επιστήμονες», οι «καλλιτέχνες» και οι «φιλόσοφοι»; Το πόσο «μεγάλο μυαλό» είναι κάποιος εξαρτάται από το πόσο «καλό» έχει κάνει με τα επιτεύγματά του; Πώς θα κρίνουμε τότε τα όπλα του Αρχιμήδη ή την ολοκληρωτική πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα;
Αναπάντητα ερωτήματα
Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους όσοι έχουν απαυδήσει με τις γνωστές θεωρίες ηθικής (υπερβατικές και μη) και επιθυμούν να δουν με άλλο μάτι την εξέλιξη της ανθρώπινης κατάστασης.
Και δεν ήταν άραγε «μεγάλα μυαλά» οι καθοριστικότεροι πολιτικοί και στρατιωτικοί της ανθρώπινης ιστορίας, από τον Μέγα Αλέξανδρο και τον Ναπολέοντα μέχρι τους πιο πρόσφατους σφαγείς της ανθρωπότητας; Όλοι αυτοί, και πολλοί ακόμα, που με τη στρατηγική τους άλλαξαν τον ρου της ιστορίας, δεν εκμεταλλεύτηκαν τα επιτεύγματα των μεγάλων μυαλών για το συμφέρον τους; Εντέλει στο χέρι των πολιτικών δεν έγκειται, καλώς ή κακώς, κάθε απόφαση για τη «θετική» ή την «αρνητική» χρήση της τεχνολογίας; Προς αποφυγή της παρεξήγησης: αυτό το επιχείρημα προφανώς και δεν υποστηρίζει τους πολέμους και τη βία, απλώς επιδιώκει να δείξει πως η επιστήμη δεν μπορεί να είναι δεσμευτική της συμπεριφοράς, δεν μπορεί να με δεσμεύει να έχω, όπως σημειώνει ο συγγραφέας αναφερόμενος στην ανώτερη ηθική αξία του, «υπευθυνότητα για μένα και τον διπλανό μου». Αξίζει (όπως αναρωτιόταν εύλογα ο Φρόιντ) ο πλησίον μου την υπευθυνότητα; Μήπως εδώ ο ανθρωπ(οκεντρ)ισμός, που έχει βγει από την κεντρική πόρτα, ξαναμπαίνει από το παράθυρο;
Ωστόσο, τόσο περίπλοκα ζητήματα δεν μπορούν να κριθούν στο πλαίσιο μιας βιβλιοκριτικής: οι παραπάνω ενστάσεις δεν έχουν και τόση σημασία, άπαξ και ο συγγραφέας χτίζει την πιο στέρεη και κατάλληλη βάση για την έναρξη του στοχασμού και της συζήτησης. Το έργο «Σε αναζήτηση σκοπού σε έναν κόσμο χωρίς σκοπό» του Λευτέρη Ζούρου, γραμμένο χωρίς πολλούς τεχνικούς, επιστημονικούς όρους (μα και όπου εμφανίζονται αυτοί, εξηγούνται με τον πιο γλαφυρό τρόπο), απευθύνεται σε όλους όσοι έχουν απαυδήσει με τις γνωστές θεωρίες ηθικής (υπερβατικές και μη) και επιθυμούν να δουν με άλλο μάτι την εξέλιξη της ανθρώπινης κατάστασης. Πρόκειται για ένα χαρισματικό βιβλίο που πραγματικά θα ευχόμασταν να διδασκόταν στα σχολεία. Κι αν είναι δύσκολο (ακόμα) για τα παιδιά, δεν είναι δύσκολο για τους γονείς τους. Σε κάθε περίπτωση, το πιο δύσκολο είναι καταρχάς να αλλάξουμε κοσμοθέαση, ατομικά και συλλογικά, παραμερίζοντας την ετοιμοπαράδοτη αποκάλυψη και μπαίνοντας στον μαγικό κόσμο της ανακάλυψης.

26 December 2014

850 πολυεκατομμυριούχοι

ΤΟ ΒΗΜΑ, 25/12/2014

Λαβράκια έβγαλαν οι έλεγχοι των οικονομικών εισαγγελέων στα 65 CD που τους έστειλαν όλες οι ελληνικές τράπεζες με τις καταθέσεις πάνω από 100.000 ευρώ. Το τέλος του χρόνου πλησιάζει και οι εισαγγελείς (Αθανασίου, Μπρης και Δραγάτσης), ενισχυμένοι με υπαλλήλους πληροφορικής, έβαλαν τα στοιχεία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ανακάλυψαν πρώτα απ' όλα τους... πολυεκατομμυριούχους. 

Συνολικά βρήκαν 850 άτομα που έχουν καταθέσεις πάνω από 100 εκατ. ευρώ. Αριθμός εντυπωσιακός αν λάβει κανείς υπόψη ότι η πλειονότητα των καταθέσεων έγινε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Από τους πρώτους ελέγχους βρέθηκε ένας ιδιωτικός υπάλληλος που δήλωσε 600.000 ευρώ και του βρήκαν καταθέσεις 15 εκατ. ευρώ. 

Ένας άλλος (κάτοικος Φιλοθέης), επίσης ιδιωτικός υπάλληλος, είχε δηλώσει εισόδημα 150.000 ευρώ και του βρήκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς 77 εκατ. ευρώ, που πρέπει βεβαίως να δικαιολογήσει. 

Αλλά «όλα τα λεφτά»ήταν μια κυρία ανεπάγγελτη από το 2001. Δήλωσε 700.000 ευρώ εισόδημα. Μόλις χθες βρήκαν σε τραπεζικό λογαριασμό της 17,5 εκατ. ευρώ.

12 December 2014

Δεκεμβριανά XIII

Αιμίλιος Χάρμπης, Καθημερινή, 7/12/2014

Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» το βιβλίο τού Μενέλαου Χαραλαμπίδη, «Δεκεμβριανά 1944: Η μάχη της Αθήνας», η δεύτερη ιστορική του μελέτη πάνω στην κρίσιμη δεκαετία του 1940, μετά το πρώτο του έργο το οποίο αφορά την περίοδο της Κατοχής. 

«Εβδομήντα χρόνια μετά τα γεγονότα, δεν έχουμε στην ουσία επιστημονική έρευνα επικεντρωμένη πάνω σε αυτά. Προφανώς πρόκειται για έντονα φορτισμένο ζήτημα ακόμη και σήμερα, θέμα ταμπού τόσο για την κοινωνία όσο και για την ιστοριογραφία, η σημασία του, ωστόσο, είναι τεράστια», μου λέει ο κ. Χαραλαμπίδης όταν τον ρωτώ για τα κίνητρα της έρευνάς του και συνεχίζει με μια διαπίστωση: «Τα Δεκεμβριανά είναι η τελευταία χαμένη ευκαιρία για την πολιτική επίλυση των θεμάτων που είχαν σωρευθεί στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι η αποτυχία όλων των πολιτικών δυνάμεων, συνοδευμένη βέβαια από την ισχυρή παρέμβαση των Βρετανών, οι οποίοι, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου δεν προκαλούν από μόνοι τους τα γεγονότα. Τις αιτίες πρέπει να τις αναζητήσουμε κυρίως στην ελληνική πολιτική σκηνή».


Οι μάχες, μέρα προς μέρα


Μου λέει πως το βιβλίο ξεκινάει με μια παρουσίαση της κατάστασης στην Αθήνα όπως είχε διαμορφωθεί από τα μέσα του 1943, απαραίτητη για την κατανόηση των δραματικών γεγονότων του Δεκέμβρη του '44. Σε αυτό το πλαίσιο, φωτίζονται επίσης γεγονότα λιγότερο γνωστά, όπως η φονική επίθεση εναντίον διαδηλωτών του ΕΑΜ από ταγματασφαλίτες τον Οκτώβριο του '44, λίγες μόνο μέρες μετά την Απελευθέρωση. «Από εκεί και πέρα, υπάρχει, εκτός από τα γνωστά της 3ης Δεκεμβρίου στην πλατεία Συντάγματος, η παρουσίαση των γεγονότων από τις μάχες της Αθήνας, μέρα προς μέρα όπως έλαβαν χώρα στις γειτονιές της πόλης. Το μεγαλύτερο κομμάτι των στοιχείων προέρχεται από τις στρατιωτικές εκθέσεις των Βρετανών (τα αρχεία κάθε μονάδας που έδρασε τότε) τα οποία προέρχονται από το War Office και είναι λεπτομερέστατα. «Οι υπάλληλοι της βρετανικής υπηρεσίας με πληροφόρησαν ότι ήμουν ο πρώτος που πήγε να κοιτάξει αυτούς τους φακέλους».

Ζητώ να μάθω ποιο κομμάτι της (διετούς) εντατικής έρευνάς του τού χάρισε τις περισσότερες εκπλήξεις και του προξένησε πιο πολύ το ενδιαφέρον. «Περισσότερο με απασχόλησε η δράση της Εθνικής Πολιτοφυλακής [Ο.Π.Λ.Α.], ένα θέμα πολύ δύσκολο και σκιώδες λόγω κυρίως της έλλειψης του αρχείου της, το οποίο μετά τα γεγονότα έπεσε στα χέρια της Ασφάλειας και προφανώς εξαφανίστηκε. Αυτό θα μας έδινε τον ακριβή αριθμό όσων εκτελέστηκαν από την Εθνική Πολιτοφυλακή για παράδειγμα, όμως πρωτίστως την ταυτότητά τους και τον λόγο της εκτέλεσης. Ενα άλλο στοιχείο που επίσης δεν έχει αναδειχθεί είναι οι άμαχοι νεκροί των βρετανικών βομβαρδισμών σε συνοικίες της Αθήνας, όπως η Καισαριανή, ο Βύρωνας και η Καλλιθέα, οι οποίες αποτελούσαν προπύργια του ΕΛΑΣ». Οταν του επισημαίνω ότι η «αμφισβήτηση» των νεκρών τείνει να γίνει πικρή μόδα στις μέρες μας (βλ. κουβέντα γύρω από το Πολυτεχνείο) ο κ. Χαραλαμπίδης δεν δείχνει να ανησυχεί: «To 80% του βιβλίου είναι γραμμένο με βάση βρετανικά και ελληνικά στρατιωτικά αρχεία, ιατροδικαστικές αναφορές και φακέλους ληξιαρχείων. Αυτά δεν αμφισβητούνται».

Οι συγκρούσεις, το ΚΚΕ και οι Βρετανοί

Η κουβέντα αναπόφευκτα κινείται γύρω από τα γεγονότα και τις αποφάσεις της εποχής και τα ερωτήματα που αυτά γεννούν. Ο ιστορικός εξηγεί παραστατικά και με σαφήνεια. Περιγράφει εικόνες σφοδρών συγκρούσεων με άρματα μάχης, όλμους και οπλοπολυβόλα σε περιοχές όπως οι Αμπελόκηποι, το Κολωνάκι και το Μεταξουργείο.

Μου μιλάει για τους πρωταγωνιστές, τις ενδογενείς συνθήκες και τους διεθνείς παράγοντες που διαμόρφωσαν την εικόνα εκείνων των δραματικών ημερών, αλλά και της ακόμα πιο δραματικής συνέχειας.

Όσον αφορά, για παράδειγμα, το αμφιλεγόμενο ζήτημα της στάσης της Αριστεράς (σχετικά παθητική μέχρις ενός σημείου), ο κ. Χαραλαμπίδης αναλύει με ψυχραιμία: «Το βασικό πρόβλημα της Αριστεράς την περίοδο της Απελευθέρωσης είναι αυτό που ονομάζω «εκκωφαντική σιωπή της Μόσχας», το γεγονός, δηλαδή, ότι δεν έχει ουσιαστική πολιτική στήριξη σε διεθνές επίπεδο.


Παράλληλα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν η απόφαση του ΚΚΕ να ακολουθήσει τη νόμιμη οδό, προσπαθώντας να επιβληθεί κοινοβουλευτικά έπειτα από διαδικασία ελεύθερων εκλογών» και συμπληρώνει: «Χαρακτηριστική είναι, άλλωστε, η αγωνιώδης προσπάθεια της υπερδύναμης [Βρετανία] –πόσο μάλλον του ΕΑΜ– να εξασφαλίσει διεθνή πολιτική στήριξη καθ’ όλη τη διάρκεια των Δεκεμβριανών».

Υπ’ αυτό το πρίσμα εξηγεί ο μελετητής τις αμφιταλαντεύσεις του Γ. Σιάντου και του δισταγμού του να διατάξει γενική επίθεση εναντίον των Βρετανών την πρώτη εβδομάδα της μάχης, οπότε εκείνοι ήταν ακόμα πολύ εκτεθειμένοι και ευάλωτοι.

Τονίζει πάντως πως, ανεξάρτητα από αποδόσεις ευθυνών και διάφορους «εύκολους» χαρακτηρισμούς που γίνονται κατά καιρούς, δικός του στόχος του είναι να κοιτάξει πίσω από στερεότυπα, γενικεύσεις και αφηγήματα, όχι απαραίτητα για να τα ανατρέψει, αλλά προκειμένου να δει κατά το δυνατόν καθαρά τα γεγονότα και να τα ερμηνεύσει.

Συμμάχους και συμβούλους στην προσπάθειά του θεωρεί τις έννοιες της επιστημονικής δεοντολογίας, της τιμιότητας και της ηθικής, αφού, όπως λέει, «πλήρης αντικειμενικότητα στην Ιστορία απλά δεν υπάρχει...».

Η διδασκαλία στα σχολεία...

Συζητάμε για τη σημασία που δίνεται στην ιστορία των Δεκεμβριανών κατά τη σχολική εκπαίδευση των παιδιών. «Για μένα η διδασκαλία όλης αυτής της περιόδου είναι απαραίτητη για να απεγκλωβιστούμε και λίγο από την οπτική πως Ιστορία είναι μόνο η αρχαιότητα, το Βυζάντιο και η Επανάσταση του '21. Δυστυχώς, η ιστορική εκπαίδευση είναι ελλιπής, όχι μόνο για τα Δεκεμβριανά, αλλά και για ολόκληρη τη δεκαετία του '40, η οποία εν τέλει διαμόρφωσε όσο λίγες άλλες περίοδοι τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Επιπλέον, κάποια πράγματα διδάσκονται είτε στρεβλά είτε εσκεμμένως λανθασμένα, με αποτέλεσμα να έχουμε μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό ανιστόρητη, χωρίς “όπλα” προκειμένου να κατανοήσει τι συμβαίνει σήμερα».

Η Αριστερά σήμερα

Ζητώ από τον κ. Χαραλαμπίδη ένα σχόλιο για τη σύγχρονη άνοδο της Αριστεράς και την προοπτική της να κυβερνήσει — πολλοί λένε σε μια δεύτερη ευκαιρία έπειτα από εκείνη που πνίγηκε στο αίμα του Εμφυλίου. Εκείνος είναι προσεκτικός, αλλά και ξεκάθαρος στην τοποθέτησή του: «Αφού εννοήσουμε τη διαφορά των συνθηκών ανάμεσα στις δύο εποχές, πρέπει, νομίζω, να γίνει μια βασική επισήμανση: ο κόσμος που τότε ακολούθησε το ΕΑΜ –και ενδεχομένως θα το στήριζε σε μια δημοκρατική εκλογική αναμέτρηση– είχε κινητοποιηθεί συνειδητά, διαμορφώνοντας μια νέα πολιτική ταυτότητα, μέσα από τις πολύ δύσκολες εμπειρίες της ζωής του. Μιλάμε για ανθρώπους όπως οι πρόσφυγες, για παράδειγμα, για τους οποίους η Κατοχή ήταν μια (δεύτερη) ολοκληρωτική καταστροφή και αυτό δεν μπορούσαν πια να το αντέξουν. Οι σημερινοί άνθρωποι έχουν μπει σε μια λογική ανάθεσης, είναι μάλλον καταναλωτές και λιγότερο πολίτες, επομένως είναι πιο δύσκολο (αλλά όχι αδύνατο) να προχωρήσουν σε μια καινούργια φάση πολιτικής συνειδητοποίησης».

(βλέπε επίσης >>>)


Συζήτηση του δημοσιογράφου Δημήτρη Φύσσα
με το συγγραφέα του εξαιρετικού βιβλίου

Athens Voice, 26/12/2014
Χρειάστηκε να περάσουν 70 χρόνια από τα Δεκεμβριανά του 1944 -τη μια από τις δυο φορές που η Αθήνα, ως πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, έχει γίνει πεδίο μάχης με συμμετοχή και μη ελληνικών στρατευμάτων (η άλλη ήταν τα Νοεμβριανά του 1916, αλλά σε πολύ μικρότερη έκταση)- μέχρι, πρώτο, να γίνουν σχεδόν ταυτόχρονα δυο επιστημονικά συνέδρια μ΄ αυτό το αντικείμενο και, δεύτερο, να βγει η πρώτη σχετική επιστημονική ιστορική μελέτη.Άργησε λοιπόν, μα η μελέτη αυτή είναι λαμπρή, γιατί αξιοποιεί πολύ καινούργιο υλικό και στηρίζει γερά τα συμπεράσματά της. Και την έγραψε ο Δρ Ιστορίας Μενέλαος Χαραλαμπίδης (γεν. 1970), που μας είχε δώσει δυο χρόνια πριν το «Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα»- εύλογο είναι ότι το παρόν βιβλίο αποτελεί εν μέρει συνέχεια εκείνου.Συναντηθήκαμε με το Μενέλαο και τα είπαμε για πολλή ώρα, άλλοτε συμφωνώντας κι άλλοτε διαφωνώντας,  σ΄ ένα καφενείο του Κεραμεικού. Μέρος της συζήτησής μας είναι η συνέντευξη που ακολουθεί.
Πως θα συνόψιζες τι ήταν τα Δεκεμβριανά του 1944 σ' ένα σύγχρονο άνθρωπο, για παράδειγμα σ' ένα νεαρό πρόσωπο που δεν ξέρει το θέμα; 
Στο κρίσιμο χρονικό διάστημα των τελευταίων μηνών του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η Ευρώπη είχε εισέλθει στη διαδικασία ανεύρεσης μιας νέας ισορροπίας διεθνών σχέσεων σε όρους πολιτικής και οικονομικής ισχύος. Στο κρίσιμο μεταβατικό στάδιο από την κατεχόμενη στην απελευθερωμένη Ευρώπη, το κύριο πρόβλημα για τους μεγάλους συμμάχους (κυρίως Βρετανούς και Σοβιετικούς στην περίπτωση της Ευρώπης) δεν ήταν οι φασιστικές και ναζιστικές δυνάμεις που εξαφανίζονταν, αλλά αυτές της Αντίστασης, οι νέες δηλαδή πολιτικές δυνάμεις που αναδύθηκαν στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής μέσα από τον αντιστασιακό αγώνα διεκδικώντας την εξουσία.
Συγκεκριμένα, επιδίωξη των Βρετανών ήταν να επαναφέρουν το προπολεμικό πολιτικό σύστημα, τις κυβερνήσεις δηλαδή που αυτοεξορίστηκαν στην αρχή του πολέμου, στην εξουσία. Στόχος τους ήταν να διατηρήσουν, μετά τον πόλεμο, τον έλεγχο των ναυτικών οδών της νοτιοανατολικής Μεσογείου που τους εξασφάλιζαν ελεύθερη επικοινωνία με τις αποικιακές τους κτήσεις στη Μέση Ανατολή και την Ινδία.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι στόχοι των Βρετανών ταυτίστηκαν με αυτούς του προπολεμικού ελληνικού πολιτικού συστήματος. Ο αυτοεξόριστος Έλληνας βασιλιάς και η κυβέρνησή του, απόντες από τις εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διάρκεια της Κατοχής και γι΄ αυτό το λόγο απαξιωμένοι στις συνειδήσεις μεγάλου τμήματος του ελληνικού λαού, γνώριζαν ότι μόνο μέσω της βρετανικής στήριξης μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Παράλληλα οι Βρετανοί επιδίωκαν να επαναφέρουν το βασιλιά στην εξουσία, καθώς αυτός αποτελούσε τον κύριο εγγυητή των συμφερόντων τους στην Ελλάδα. Κύριο εμπόδιο υπήρξε η πολιτική επιρροή του ΕΑΜ και η στρατιωτική κυριαρχία του ΕΛΑΣ σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα.
Μέσα από την τακτική της δημιουργίας κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή και των Αριστερών του ΕΑΜ, τακτική που εφάρμοσαν οι Βρετανοί και σε άλλες χώρες, κατάφεραν, εκμεταλλευόμενοι και τις εαμικές υποχωρήσεις με τις Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, να επαναφέρουν στην Ελλάδα την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση.
Στο εξαιρετικά τεταμένο κοινωνικά και πολιτικά κλίμα της περιόδου, λόγω του βαθύτατου χάσματος που είχε δημιουργηθεί στη βάση της ελληνικής κοινωνίας μεταξύ αυτών που αντιστάθηκαν στον κατακτητή και αυτών που συνεργάστηκαν μαζί του, η προσπάθεια συμβιβασμού των κομμουνιστών, που κυριαρχούσαν στο ΕΑΜ, και των αστών πολιτικών, ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Η αιτία που οδήγησε στην αποτυχία του όλου εγχειρήματος ήταν η πεισματική προσπάθεια των Βρετανών να θέσουν υπό τον έλεγχό τους το βασικό ζήτημα του αφοπλισμού των ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων και της δημιουργίας του νέου εθνικού στρατού. Η ωμή τους επέμβαση στα ελληνικά πολιτικά ζητήματα, κατέστησε αδύνατη μια διαπραγμάτευση, που ήταν ήδη δύσκολη από μόνη της. Όπως καταγράφεται σε βρετανικές πολιτικές αναφορές της περιόδου, οι Βρετανοί ήθελαν να αποφύγουν ένα παράδειγμα επιτυχημένης πολιτικής εξέγερσης που πιθανότατα θα οδηγούσε σε ντόμινο εξεγέρσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη, ανατρέποντας, προς όφελος της Σοβιετικής Ένωσης, τον εύθραυστο συσχετισμό δυνάμεων Η Ελλάδα ήταν η πιο επικίνδυνη περίπτωση. 
Πώς εργάστηκες; Ποιες ήταν οι πηγές σου; Ποιες νέες πηγές αξιοποίησες, που δεν έχουν ερευνηθεί από άλλους ιστορικούς;
Μελέτησα εντατικά χιλιάδες σελίδες βρετανικών στρατιωτικών και πολιτικών αναφορών, που βρίσκονται στα Δημόσια Βρετανικά Αρχεία στο Λονδίνο, στρατιωτικές αναφορές των ελληνικών Σωμάτων Ασφαλείας και του στρατού, που βρίσκονται στο αρχείο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού και το κομμάτι του αρχείου του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που είναι διαθέσιμο στην έρευνα και βρίσκεται στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ). Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το αρχείο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών και του Ληξιαρχείου Αθηνών, σε συνδυασμό με τα αρχεία διάφορων νεκροταφείων της Αθήνας, στην προσπάθεια να φωτίσουμε ίσως την πιο δύσκολη πλευρά των Δεκεμβριανών, δηλαδή τον αριθμό και την ταυτότητα των θυμάτων από τις συγκρούσεις και τις εκτελέσεις. Οι 169 μεταπολεμικές δίκες μελών της Εθνικής Πολιτοφυλακής και του ΕΛΑΣ (που τις μελέτησα στο αρχείο των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων, το οποίο βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους), μου αποκάλυψαν πολλές από τις δύσκολα αφηγήσιμες πτυχές των Δεκεμβριανών και μου έδωσαν το κοινωνικό προφίλ (ηλικία, καταγωγή, κοινωνική θέση) των πολιτοφυλάκων. Επίσης συμβουλεύτηκα τη διαθέσιμη βιβλιογραφία (κυρίως απομνημονεύματα στρατιωτικών και πολιτικών), τον Τύπο της εποχής και πραγματοποίησα συνεντεύξεις με ανθρώπους που πολέμησαν στα Δεκεμβριανά.
Καθώς το βιβλίο μου αυτό αποτελεί την πρώτη επιστημονική έρευνα εστιασμένη στα Δεκεμβριανά, σχεδόν το σύνολο των στοιχείων από τα παραπάνω αρχεία δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Μιλάς για έρευνα στα ΑΣΚΙ και  άλλα αρχεία. Στο ΚΚΕ απευθύνθηκες;
Δεν ζήτησα πρόσβαση στα αρχεία του ΚΚΕ, διότι κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου για το προηγούμενο βιβλίο μου, μου είχαν πει ότι τα αρχεία δεν ήταν διαθέσιμα, καθώς βρίσκονταν σε διαδικασία συντήρησης μετά την καταστροφή μέρους του αρχείου από πλημμύρα αρκετά χρόνια πριν.     
Ποιος είναι ο ρόλος του τοπιογραφικού στοιχείου και του χάρτη στην εργασία σου; 
Η δημιουργία χαρτών ειδικά για αυτό το βιβλίο υπήρξε μια πρωτόγνωρη και εξαιρετικά γοητευτική και εξίσου κουραστική εμπειρία. Χωρίς τη συμβολή του φίλου μου Ιωσήφ Μπάτσου, του ανθρώπου που μετέτρεψε το κείμενό μου σε χάρτες, δεν θα ήταν δυνατό να αποτυπωθούν οι μάχες στο χώρο. Ο ρόλος των χαρτών είναι κομβικής σημασίας. Χωρίς αυτούς δεν είναι δυνατό να κατανοηθεί η διάσταση της σύγκρουσης, οι κινήσεις και η τακτική των αντιμαχόμενων δυνάμεων, η κοινωνική και ταξική διάσταση της μάχης (με τον ΕΛΑΣ να ελέγχει όλες τις λαϊκές συνοικίες που περικύκλωναν τις μεσοαστικές και μεγαλοαστικές του κέντρου). Οι χάρτες μάς βοηθούν να φανταστούμε το αδιανόητο: άρματα μάχης να γκρεμίζουν με τα πυρά τους κτίρια στα Εξάρχεια και την Ομόνοια, αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τον Αρδηττό και τον Στρέφη, βλήματα πυροβολικού να πέφτουν στη Σταδίου και την Πανεπιστημίου, πολυβόλα και όλμοι να χτυπούν το Κολωνάκι και την Πλάκα. Ο χάρτης λοιπόν είναι ένα από τα κύρια μέσα που μπορεί να μας δείξει το υπόστρωμα της μνήμης της πόλης: δηλαδή ότι οι χώροι στους οποίους σήμερα εργαζόμαστε και διασκεδάζουμε, οι δρόμοι στους οποίους περπατάμε ή οι λόφοι στους οποίους ρεμβάζουμε, έχουν τη δική τους ιστορία παράλληλα, ανεξάρτητα και μερικές φορές μαζί με τη δική μας. Η πόλη υπήρχε πριν από μας και θα υπάρχει και μετά από μας. Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να διαβαστεί χωρίς τη χρήση φωτογραφιών, σε καμία όμως περίπτωση χωρίς τη συμβολή των χαρτών. 
Ποιες σκέψεις έκανες για την Αθήνα ως πεδίο μάχης; 
Ακόμη και μετά την ανάγνωση όλων αυτών των εξαιρετικά λεπτομερών στρατιωτικών αναφορών, όπου περιγράφονται οι μάχες στενό – στενό, μου είναι δύσκολο να φανταστώ την Αθήνα ως πεδίο μάχης. Αυτό που σκέφτομαι είναι ότι η πόλη βρέθηκε με τον πλέον τραγικό και σκληρό τρόπο στο επίκεντρο της Ιστορίας, τόσο στα Δεκεμβριανά, όσο και στην Κατοχή. Η απογραφή του Υφυπουργείου Ανοικοδομήσεως έδινε 628 πλήρως και 2.916 μερικώς κατεστραμμένα κτίρια μόνο στο Δήμο Αθηναίων. Αυτό το στοιχείο και οι περίπου 2.500 νεκροί των συγκρούσεων (άμαχοι και ένοπλοι), καταδεικνύουν τη σφοδρότητα της μάχης.    
Ήταν αναπόφευκτη η Δεκεμβριανή σύγκρουση; Καταμερίζονται ευθύνες και σε ποιους; Υπήρξαν πλευρές που κινήθηκαν μήπως και την αποτρέψουν;
Ήταν εξαιρετικά δύσκολο να επιλυθεί το ελληνικό πολιτικό πρόβλημα, το οποίο είχε τις ρίζες του στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου και οξύνθηκε στη δίνη της Κατοχής, από τη στιγμή που κατέστη διεθνές. Από αυτό το σημείο και μετά η επίλυσή του συνεπάγονταν ουσιαστικά την εξουδετέρωση ενός από τους δύο αντιμαχόμενους. Η πλευρά που τελικά υποχώρησε ήταν το ΕΑΜ. Μιλάω για τις πολιτικές υποχωρήσεις πριν τη στρατιωτική ήττα. Οι Βρετανοί και ο αστικός πολιτικός κόσμος είχαν ένα στόχο: την πολιτική και στρατιωτική ήττα του ΕΑΜ, πάνω στην οποία θα στήριζαν την εξουσία τους. Το ΕΑΜ είχε ως στόχο την ανατροπή του προπολεμικού πολιτικού συστήματος που οδήγησε στον Εθνικό Διχασμό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στη Μικρασιατική Καταστροφή, στα αλλεπάλληλα στρατιωτικά κινήματα του Μεσοπολέμου, στη δικτατορία του Μεταξά και τελικά στην κατάρρευση της Κατοχής.
Οι ευθύνες των Βρετανών είναι μεγάλες. Δεν θα μπορούσαν όμως να έχουν τόσο καθοριστική σημασία αν δεν εύρισκαν ευνοϊκό έδαφος στην οξυμένη ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Ουσιαστικά ο αστικός πολιτικός κόσμος, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει μόνος του το ΕΑΜ, ανέθεσε στους Βρετανούς την εξουδετέρωσή του, ανοίγοντας το δρόμο για την εμπλοκή τους στην ελληνική πολιτική ζωή.
Οι μοναρχικοί, το κομμάτι αυτό της Δεξιάς, υπήρξαν από την αρχή οι υπονομευτές κάθε προσπάθειας πολιτικής διαπραγμάτευσης του κεντρώου Γεωργίου Παπανδρέου με το ΕΑΜ. Την περίοδο της απελευθέρωσης η πολιτική τους επιρροή είχε δεχθεί ισχυρό πλήγμα λόγω της αρνητικής εικόνας του βασιλιά (τον βάρυνε η ευθύνη για την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά και η αποκλειστική ενασχόλησή του με το ζήτημα της διατήρησης του θρόνου στη μεταπολεμική Ελλάδα την ώρα που η χώρα βρίσκονταν κάτω από ξένη στρατιωτική κατοχή). Ήταν αυτά τα πρόσωπα που ασκούσαν μεγαλύτερο έλεγχο στα Σώματα Ασφαλείας και το τμήμα του ελληνικού στρατού που βρίσκονταν στην Αθήνα (Ορεινή Ταξιαρχία), απ’ ό,τι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, και κατά τη γνώμη μου έφεραν την κύρια ευθύνη για τη σφαγή της πλατείας Συντάγματος κατά τη διάρκεια του συλλαλητηρίου που οργάνωσε το ΕΑΜ στις 3 Δεκεμβρίου.
Ήταν αυτά τα πρόσωπα που πρόσφεραν ένα εξοργιστικό καθεστώς ασυλίας σε άνδρες δωσιλογικών οργανώσεων, οι οποίοι τέθηκαν υπό περιορισμό για να δικαστούν, όχι σε κάποια φυλακή ή χώρο κράτησης εκτός πόλης, αλλά ακόμα και στο Κέντρο της (σε ξενοδοχεία στην περιοχή της Ομόνοιας), διατηρώντας μάλιστα τον οπλισμό τους. Ήταν αυτοί οι άνθρωποι που προσπάθησαν με πείσμα να παρασύρουν το ΕΑΜ σε ένοπλη σύγκρουση. Πρώτα με το χτύπημα της εαμικής διαδήλωσης στις 15 Οκτωβρίου 1944 (όπου σκοτώθηκαν τουλάχιστον 9 και τραυματίστηκαν 82 διαδηλωτές), στη συνέχεια με την οργάνωση και υλοποίηση της μαζικής απόδρασης περίπου 700 κρατουμένων των φυλακών Συγγρού, τον Νοέμβριο του 1944 (οι περισσότεροι ήταν άνδρες των Σωμάτων Ασφαλείας που κατηγορούνταν για συνεργασία με τους Γερμανούς, οι οποίοι αφού δραπέτευσαν εντάχθηκαν στο Σύνταγμα Μετεκπαιδεύσεως της Χωροφυλακής, που τότε συγκροτούνταν, και πολέμησαν τον ΕΛΑΣ κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών) και τέλος με τη σφαγή της πλατείας Συντάγματος στις 3 Δεκεμβρίου, όπου σκοτώθηκαν τουλάχιστον 11 και τραυματίστηκαν περισσότεροι από 70 διαδηλωτές του ΕΑΜ. Νομίζω ότι τη μεγαλύτερη ευθύνη, τουλάχιστον για τη διαρκή αποσταθεροποίηση των εύθραυστων ισορροπιών τις ημέρες των πιο κρίσιμων πολιτικών διαπραγματεύσεων για το μέλλον της χώρας, τη φέρει η φιλομοναρχική Δεξιά.
Ευθύνες επίσης βαρύνουν και τους διάφορους ηγέτες του άλλοτε ισχυρού Κόμματος Φιλελευθέρων που είχε πλέον σπάσει σε πολλά κομμάτια. Κυρίως ο Σοφούλης, αλλά και ο Καφαντάρης αντιπολιτευόντουσαν τον Γεώργιο Παπανδρέου, στην προσπάθειά τους να ηγηθούν του κεντρώου χώρου. Με άλλα λόγια η πολυδιάσπαση του αστικού πολιτικού χώρου, οι προσωπικές τακτικές, τα μικροκομματικά οφέλη, ήταν ένας από τους κύριους λόγους που οδήγησαν τις διαπραγματεύσεις Παπανδρέου-ΕΑΜ σε αδιέξοδο. Η δραματική εικόνα που παρουσίασαν οι Έλληνες πολιτικοί επανέρχεται διαρκώς στις βρετανικές εκθέσεις και αποτελεί το κύριο πρόβλημα των Βρετανών: δεν μπορούσαν να βρουν ένα πρόσωπο ή ένα τμήμα του αστικού πολιτικού χώρου που θα μπορούσε με αξιώσεις να αντιμετωπίσει πολιτικά το ΕΑΜ.
Τέλος η ευθύνη του ΕΑΜ ήταν ότι δεν υποχώρησε κι άλλο. Αυτό είναι εύκολο να το λέμε με την απόσταση των 70 χρόνων. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο μετά τον τεράστιο αντιστασιακό αγώνα της Κατοχής, τις μεγάλες υποχωρήσεις στο Λίβανο και τη Καζέρτα, τις συνεχείς προκλήσεις των αντιπάλων -την αδιανόητη δηλαδή εικόνα άνδρες που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς να συνεχίζουν να σκοτώνουν αντιστασιακούς μετά την απελευθέρωση της Αθήνας- το ΕΑΜ να μην απαντήσει. Όμως ακόμη και μετά τη σφαγή στην πλατεία Συντάγματος, ο Γιώργος Σιάντος (γενικός γραμματέας του ΚΚΕ) αναζητούσε πολιτική λύση. Το ΕΑΜ αποτελούσε την κύρια πολιτική δύναμη που μπορούσε να υλοποιήσει το μαζικό και παράλληλα αδιευκρίνιστο αίτημα για αλλαγή, για τη δημιουργία μιας δίκαιης και δημοκρατικής Ελλάδας. Το ΕΑΜ λοιπόν στηρίζονταν στο θετικό πρόσημο της ελπίδας, του νέου, σε αντίθεση με τον παλαιοκομματικό κόσμο, τη «γεροντοκρατία» όπως έλεγε ο οξυδερκής Θεοτοκάς, που απλά επιδίωκε να ξαναπάρει την εξουσία στα χέρια της. Συνεπώς το ΕΑΜ ήταν «καταδικασμένο» να υποχωρεί, από τη στιγμή που εγκατέλειψε την επαναστατική λύση και κινήθηκε στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής νομιμότητας.     
Ναι, αλλά θεωρείς ότι το εαμικό κίνημα στον ελληνικό στρατό της Μέσης Ανατολής ή οι βιαιότητες του ΕΑΜ/ΚΚΕ στον ελληνικό χώρο (διάλυση του 5/42 και φόνος Ψαρρού, φόνος Μαλτέζου, γεγονότα στην Αργολίδα, Μελιγαλάς, Κιλκίς και γενικά η περίοδος της ΕΑΜοκρατίας) δεν παίξανε ρόλο στην εξέλιξη των πραγμάτων και ειδικά στη βρετανική στάση;
Για το κίνημα στη Μέση Ανατολή γνωρίζω τα βασικά, δεν έχω κάνει έρευνα και συνεπώς δεν μπαίνω σε λεπτομέρειες, αν και σαφώς διαμόρφωσε μια συγκρουσιακή εικόνα σε σχέση με το ΕΑΜ. Σε παραπέμπω στα κείμενα του Τάσου Σακελλαρόπουλου που έχει μελετήσει σε βάθος το ζήτημα του ελληνικού στρατού.
Όσα άλλα ανέφερες πριν, αποτελούν κατά τη γνώμη μου μικρής σημασίας παράγοντες στη διαμόρφωση της βρετανικής πολιτικής απέναντι στο ελληνικό ζήτημα. Η κεντρική πολιτική γραμμή της βρετανικής κυβέρνησης δεν υπήρξε περίπτωση να αλλάξει, είτε το ΕΑΜ είχε προχωρήσει σε ακόμη μεγαλύτερες βιαιότητες, είτε δεν είχε διαπράξει καμία απολύτως. Το ζήτημα εντοπίζεται σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο: Οι πολιτικές επιδιώξεις του ΕΑΜ έρχονταν σε σύγκρουση με τις βρετανικές.
Αποκλείεις ωστόσο ότι υπήρχαν άνθρωποι –ενδεικτικά ο Καφαντάρης, ο Σεφέρης, ο Θεοτοκάς και βέβαια και πολλοί ανώνυμοι- που χωρίς να είναι φιλογερμανοί, ήταν αντικομουνιστές, απλά γιατί δεν ήθελαν μια σοβιετική Ελλάδα;
Και βέβαια υπήρχαν πολιτικοί και άλλες προσωπικότητες, όπως και απλοί πολίτες, που έβλεπαν με τρόμο τόσο το φασισμό όσο και τον κομμουνισμό. Όμως αυτοί «χάνονται» στις πολιτικές αντιδικίες στο εσωτερικό του πολυδιασπασμένου αστικού χώρου. Ο Καφαντάρης είναι που στις κρίσιμες διαπραγματεύσεις του αστικού χώρου με το ΕΑΜ στις 25 και 26 Δεκεμβρίου κατηγορεί τον Παπανδρέου για υπαίτιο του εμφυλίου πολέμου γιατί αρνήθηκε πεισματικά να διαλύσει την Ορεινή Ταξιαρχία, την οποία χαρακτηρίζει ως μοναρχική. Ο Θεοτοκάς είναι αυτός που επισημαίνει στον Παπανδρέου στις 18 Νοεμβρίου ότι η Δεξιά έχει στραφεί προς αμιγώς φασιστική συνθηματολογία και χαρακτηρίζει τους πολιτικούς του Κέντρου ως «γεροντοκρατία». Επίσης ο Θεοτοκάς γράφει στο ημερολόγιό του στο τέλος Νοεμβρίου ότι ο κίνδυνος του εμφυλίου δεν προέρχεται τόσο από την Αριστερά όσο από τη Δεξιά.
Ποια είναι η γνώμη σου για το θέμα των ομήρων που συνέλαβε το ΕΑΜ κατά την υποχώρησή του από την Αθήνα;
Όπως αναφέρω και στο βιβλίο μου το μέτρο της ομηρίας αποτέλεσε κόλαφο για το εαμικό κίνημα γιατί αμαύρωσε το ηθικό πλεονέκτημα που είχε απέναντι στους πολιτικούς του αντιπάλους, προκαλώντας ανεπανόρθωτο πλήγμα στο κύρος της Αριστεράς. Όμως το μέτρο αυτό, που αποφασίστηκε από την ηγεσία του κινήματος, όπως και κάθε άλλη πολιτική απόφαση, πρέπει να εξετάζεται στο ιστορικό της πλαίσιο και όχι με τις εκάστοτε πολιτικές και ηθικές αντιλήψεις. Το μέτρο της ομηρίας ήταν μια απάντηση του ΕΑΜ στις μαζικές συλλήψεις των βρετανικών και κυβερνητικών δυνάμεων, που ξεκίνησαν από την πρώτη ημέρα των Δεκεμβριανών και έφτασαν τα 14.000 άτομα (αιχμάλωτοι-όμηροι) πολλοί από τους οποίους οδηγήθηκαν στην Ελ Ντάμπα της Βορείου Αφρικής. Η χρήση των αιχμαλώτων – ομήρων από τη βρετανική πλευρά καταγράφεται σε βρετανική έκθεση, τα στοιχεία της οποίας αναφέρω στο βιβλίο μου, στην οποία οι Βρετανοί υποστηρίζουν ότι βρίσκονται σε καλύτερη διαπραγματευτική θέση από το ΕΑΜ καθώς έχουν συλλάβει περίπου 8.000 περισσότερα άτομα από αυτό.
Πόσο δύσκολο ήταν να τηρείς τη δέσμευσή σου όχι της ουδετερότητας, μα της μεγαλύτερης δυνατής επιστημονικής αντικειμενικότητας;
Πίστεψέ με δεν είναι δύσκολο. Η επιστημονική μέθοδος και δεοντολογία προστατεύει τον ερευνητή, αλλά και τον αναγνώστη, από ιδεολογικά φορτισμένες και πολιτικά στρατευμένες ερμηνείες των γεγονότων. Αυτό που προσπαθώ, όπως και οι περισσότεροι ιστορικοί και γενικότερα κοινωνικοί επιστήμονες, είναι να θέσω επιστημονικά ερωτήματα προς ερμηνεία των γεγονότων, παραμερίζοντας τα επίσημα ή μη πολιτικά αφηγήματα για την υπό εξέταση περίοδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιστημονική μέθοδος αποπολιτικοποιεί το ιστορικό αφήγημα. Δεν μπορείς να εξετάσεις «αντικειμενικά» τα Δεκεμβριανά ή την Κατοχή. Δεν υπάρχει αντικειμενική Ιστορία, αυτό είναι ένας μύθος. Όμως το επιστημονικό σύγγραμμα εξασφαλίζει μια ψύχραιμη προσέγγιση των γεγονότων και κυρίως την ερμηνεία τους. Δεν υπάρχει π.χ. καμία αμφισβήτηση του γεγονότος ότι αστυνομικοί πυροβόλησαν κατά άοπλων διαδηλωτών στις 3 Δεκεμβρίου στην πλατεία Συντάγματος. Αυτό που αναζητούμε είναι η ερμηνεία του γεγονότος αυτού, γιατί έγινε, τι προκάλεσε και ποιο ήταν το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε.    
Πως θα σχολίαζες τη σοβιετική στάση απόλυτης σιγής κατά τα Δεκεμβριανά- και ειδικά τη συμφωνία των ποσοστών που είχε γίνει λίγους μήνες νωρίτερα και τοποθετούσε την Ελλάδα στη βρετανική σφαίρα επιρροής;
Οι Σοβιετικοί επιδιώκουν να δημιουργήσουν μια ζώνη ασφαλείας (κράτη της ανατολικής Ευρώπης) μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και των ευρωπαϊκών κρατών που εκ των πραγμάτων τέθηκαν υπό δυτική επιρροή. Τους τελευταίους μήνες του 1944 το σενάριο της εκ νέου ανάφλεξης, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου εναντίον των Γερμανών, αυτή τη φορά μεταξύ των Βρετανών και Σοβιετικών συμμάχων στην περιοχή των Βαλκανίων, συγκέντρωνε πολλές πιθανότητες. Η ανεπίσημη «συμφωνία των ποσοστών» παρείχε στους Σοβιετικούς το «μαξιλάρι» ασφαλείας που επιζητούσαν. Παράλληλα ο Στάλιν όχι μόνο ήξερε τη σημασία που είχε η Ελλάδα για τα βρετανικά συμφέροντα στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, αλλά αναγνώριζε την βρετανική προτεραιότητα σε αυτή την περιοχή. Οι Σοβιετικοί τήρησαν απόλυτα το λόγο τους περί μη ανάμιξης στο ζήτημα της Ελλάδας, γεγονός που αναγνώρισαν οι Βρετανοί. Συνεπώς η «σιγή» της Μόσχας είχε να κάνει με την αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων πολιτικής και οικονομικής ισχύος, λόγω των αναταραχών που προκάλεσε ο πόλεμος. Οι Σοβιετικοί δεν θα έθεταν σε κίνδυνο τις λεπτές και εύθραυστες ισορροπίες με τους δυτικούς συμμάχους, λίγους μήνες πριν τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Ποια είναι τα βασικά σου συμπεράσματα από τη συγκεκριμένη έρευνα;  
Η Ιστορία είναι σαν ένα τεράστιο παζλ όπου το κάθε κομμάτι (ιστορικό γεγονός) βρίσκεται σε άμεση σχέση με τα υπόλοιπα. Όταν φτιάχνουμε ένα παζλ, κάποια στιγμή τοποθετούμε ένα κομμάτι που μας «φωτίζει» την όλη εικόνα. Τα Δεκεμβριανά είναι αυτό το κομβικής σημασίας κομμάτι, που μας εξηγεί αυτά που προηγήθηκαν και μας φωτίζει αυτά που ακολούθησαν. Με άλλα λόγια τα Δεκεμβριανά είναι το σημείο όπου σκάει το κύμα των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων που χαρακτήρισαν την περίοδο του Μεσοπολέμου και κλιμακώθηκαν στα σκληρά χρόνια της Κατοχής. Όλες αυτές οι πολιτικές, κοινωνικές και ταξικές διεργασίες συμπιέστηκαν στον πυκνό χρόνο των Δεκεμβριανών αναζητώντας απάντηση στο κύριο ερώτημα: ποιος θα ήταν ο χαρακτήρας της πολιτικής εξουσίας μετά τον πόλεμο.
Όπως κατά τη διάρκεια κάθε μεγάλης κρίσης οι πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες αναδιατάσσονται μέχρι να «κατασταλάξουν» σ’ ένα νέο συσχετισμό δυνάμεων, έτσι και στη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ενός πολέμου που σάρωσε κάθε προπολεμική βεβαιότητα, οι σχέσεις πολιτικής και οικονομικής ισχύος έπρεπε να ανασυνταχθούν σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Συνεπώς τα Δεκεμβριανά αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα άμεσης αλληλεξάρτησης των διεθνών με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Είναι νομίζω διαφωτιστικό το συμπέρασμα στο οποίο κατέληγε μετά από συνεδρίασή του στο Λονδίνο το βρετανικό Συμβούλιο Πολέμου στις 29 Δεκεμβρίου 1944, αναφερόμενο στις συγκρούσεις των Δεκεμβριανών στην Αθήνα: «Αν η υπόθεση στην Ελλάδα εξελιχθεί όπως ελπίζουμε, το αποτέλεσμα ίσως είναι να σταματήσουμε μια τεράστια ποσότητα αναρχίας στην Ευρώπη και να αποθαρρύνουμε παρόμοιες εξεγέρσεις σε άλλες χώρες»