12 March 2009

Perjalanan 2

Δύο μέρες στη Σιγκαπούρη


(>>> συνέχεια)



Ανυπομονούσα να ανοίξη η πόρτα του jumbo να εισβάλλη μέσα ο γεμάτος υδρατμούς τροπικός αέρας. Αντί αυτού όμως, από την πόρτα του αεροπλάνου διοχετευτήκαμε, κατ' ευθείαν, στο εσωτερικό των κτιρίων του αεροδρομίου, μέσω μιας κλειστής κλιματιζόμενης γέφυρας, η οποία ήρθε και προσαρμόσθηκε αυτομάτως στην είσοδο του αεροπλάνου. Έτσι από τη μία κλιματιζόμενη ατμόσφαιρα βρέθηκα στην άλλη, έχοντας την εντύπωση ότι μεταφέρω ακόμη τον αέρα της Αθήνας μαζί μου.

Οι διατυπώσεις για τη διεκπεραίωση των επιβατών ήταν απλές, γρήγορες και πολιτισμένες. Μας ένευσαν να περάσουμε χωρίς κανένα έλεγχο. Αξιοσημείωτο είναι να πη κανείς ότι το έντυπο αφίξεως, που μας έδωσαν να συμπληρώσουμε, έγραφε με μεγάλα κόκκινα γράμματα:

ΠΡΟΣΟΧΗ!
Η ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ

ΤΙΜΩΡΕΙΤΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟ

Αυτό μας ανατρίχιασε κάπως, ίσως επειδή σκεφθήκαμε ότι θα ήταν εύκολο να μπλέξη κανείς, χωρίς να φταίη. Θα πρέπει να πούμε ότι γρήγορα αντιληφθήκαμε, πόσο αυστηρές είναι οι ποινές, για οποιαδήποτε αδικήματα στη Σιγκαπούρη και ότι κι' αυτό καταχωρήθηκε σαν εμπειρία από το ταξίδι.

Περνώντας τον έλεγχο βρεθήκαμε σ' ένα χώρο, όπου δεν ξέραμε τι να πρωτοθαυμάσουμε. Τέτοια πολυτέλεια συνδυασμένη με αντίστοιχη αισθητική δεν είχαμε ξαναδή. Παντού ήταν στολισμένη η αίθουσα με κάθε λογής εξωτικά λουλούδια κυρίως όμως ορχιδέες. Ήταν τόσο καλοδιατηρημένα, ώστε στην αρχή ν
ομίσαμε ότι ήταν πλαστικά. Ένα τροπικό ενυδρείο με ποικιλόχρωμα ψάρια και κοράλλια συμπλήρωνε το διάκοσμο.

Χαζεύαμε από δω κι' από κει και κοντέψαμε να ξεχάσουμε ότι ήταν κι' όλας μία ώρα πριν από τα μεσάνυχτα και δεν είχαμε κοιτάξει ακόμα ούτε για ξενοδοχείο. Πράγματι, μόλις προλάβαμε το κλείσιμο του γραφείου hotel accomodation. Εκεί, βρήκαμε ένα διπλό δωμάτιο με 6O US$. Πήραμε το χαρτάκι με τη διεύθυνση και προχωρήσαμε προς την έξοδο. Τώρα ήρθε πια η μεγάλη στιγμή, η πρώτη επαφή με την ατμόσφα
ιρα των τροπικών.

Ανοίγοντας οι αυτόματες πόρτες, μας φάνηκε σαν να μπήκαμε σε θερμοκήπιο. Πόσο προσφιλής και γνώριμη μου ήταν αυτή η εντύπωση! Στο Palmengarden της Φρα
νκφούρτης ως φοιτητής, και αργότερα, στο Tropenhaus του βοτανικού κήπου του Βερολίνου, είχα περάσει ατελείωτες ώρες. Νομίζω ότι με βλέπω ακόμα εκεί μέσα -με τα μάτια κάποιου ξένου- καθισμένο στο παγκάκι, με ένα βιβλίο στο χέρι για παραπλάνηση, μέσα στον κλειστό χώρο με τις τροπικές ορχιδέες, στην πραγματικότητα μόνο και μόνο για να νιώσουν οι αισθήσεις μου, έστω και με τεχνητό τρόπο, αυτό που τώρα μου δίνει η ίδια η φύση. Το ίδιο αίσθημα καυτής ατμόσφαιρας, που δεν σου ξέραινε όμως το λαιμό, η ίδια ελαφριά μυρωδιά από μούχλα, το ίδιο νότισμα της επιδερμίδας σου.

Στο δρόμο για το ξενοδοχείο αντιληφθήκαμε, κάτι που επιβεβαιώθηκε αργότερα. Η Σιγκαπούρη δεν είναι απλώς μία εμπορική μεγαλούπολη αλλά μία απίθανα καθαρή, πολυτελής και ενδιαφέρουσα πόλη με άφθονη τροπική βλάστηση. Τεράστια -σε μας εντελώς άγνωστα- δέντρα στολίζουν το δρόμο και από τις δύο πλευρές σε όλο το μήκος της διαδρομής. Τόσο τα σπίτια όσο και οι δρόμοι μοιάζουν, σαν να είχαν παραδοθή χθες από τον κατασκευαστή τους. Το ταξί διαθέτει κλιματισμό, και ο οδηγός ξέρει πολύ καλά αγγλικά. Αυτό ισχύει για κάθε κάτοικο της Σιγκαπούρης, γιατί τα αγγλικά είναι μάλλον η επίσημη γλώσσα εδώ.

Οι ταξιτζήδες φαίνεται, όπως διαπιστώσαμε και αργότερα, εκπροσωπούν εδώ στην Απω Ανατολή διάφορα ξενοδοχειακά και άλλα συμφέροντα και ο δικός μας προσπάθησε να μας πείση ότι το ξενοδοχείο που πηγαίναμε δεν είναι καλό, ότι είναι σε σκοτεινό περιβάλλον και ίσως ότι είναι και.. ύποπτο. Η αλήθεια είναι, ότι μας προκάλεσε κάποιο αίσθημα ανασφάλειας πρός στιγμήν, γιατί τόσα έχουμε ακούσει για τις πολυσύχναστες μεγαλουπόλεις, όπου η ανωνυμία είναι εύκολο να διατηρηθή, ενώ η δυνατότητα της “μεγάλης ζωής” προσελκύει ένα σωρό τυχοδιώκτες.

Παρ’ όλα αυτά συνεχίσαμε, μια και ήμασταν δύο και ήταν κάπως δύσκολο να πέσουμε θύματα. Πέρα από αυτό, σκεφθήκαμε ότι δεν είχαμε κανένα λόγο να εμπιστευθούμε αυτόν περισσότερο από την υπηρεσία του αεροδρομίου, απ' όπου, στο κάτω-κάτω, μπορούσαμε να ζητήσουμε εκ των υστέρων και ευθύνες. Φθάνοντας στο ξενοδοχείο, διαλύθηκαν γρήγορα οι αμφιβολίες μας. Είναι αλήθεια, ότι δεν ήταν κανένα μεγάλο, πολυφωτισμένο κτίριο στο κέντρο της πόλης. Επρεπε με το ταξί, να μπούμε μέσα σ' ένα μεγάλο περίβολο με κήπο. Κατά τα άλλα ήταν ένα μικρό αλλά συμπαθητικό κτίσμα πνιγμένο στο πράσινο, χωρίς να είναι πολύ απόμερο.

Μόλις κατεβήκαμε από το ταξί, έτρεξαν και μας καλωσόρισαν δύο υπάλληλοι του ξενοδοχείου. Αυτοί πήραν και τα εφόδια μας, ενώ ένας τρίτος κρατούσε την πόρτα, κάνοντας βαθειά υπόκλιση, για να περάσουμε. Αυτή η πληθωρική ευγένεια μας ενώχλησε σχεδόν, γιατί η στάση τους μας φάνηκε υπερβολικά υποτακτική. Ηταν κι’αυτό από τα πράγματα, που έπρεπε να συνηθίσουμε εδώ κάτω, γιατί γρήγορα καταλάβαμε ότι η περιποίηση και γενικώτερα η προσ
φορά, ήταν ένα κομμάτι από τη ζωή τους.
Τ
α δωμάτια μέσα, πολύ περιποιημένα, με κλιματισμό, έγχρωμη τηλεόραση, πέντε προγράμματα μουσικής, ψυγείο με μπαράκι, θερμός με παγάκια στο τραπέζι και άλλες πολυτέλειες. Μιά ευρύχωρη βεράντα έδινε τη δυνατότητα, από τον πρώτο όροφο που ήμαστε να βλέπης στον υπέροχο κήπο.

Ήταν ένα απίθανο συναίσθημα να βγαίνης από τη σχεδόν ψυχρή κλιματιζόμενη ατμόσφαιρα του δωματίου στη βεράντα στις δώδεκα τη νύχτα και να νομίζης ότι μπαίνεις σε χαμάμ. Ήταν τόσο έντονες οι εντυπώσεις, που δεν χωρούσε σκέψη για ύπνο. Κάποια στιγμή, διαπιστώσαμε κοινή επιθυμία -παρά την προχωρημένη ώρα- να ξανακατεβούμε κάτω και να περπατήσουμε στους δρόμους της πόλης. Τα ίδια χαμόγελα, οι ίδιες υποκλίσεις στη reception και... δρασκελίζοντας την πόρτα βρεθήκαμε στον κήπο με την χαρακτηριστικά τροπική βλάστηση, η οποία μέσα στο σύθαμπο τής νύχτας φάνταζε ακόμα πιο μυστηριώδης, ακόμα πιο απόκοσμη...

Τα τριάντα περίπου μέτρα μέχρι το δρόμο μας φάνηκαν ατέλειωτα. Κάθε τόσο νόμιζα ότι θα παραμέριζαν τα τεραστίων διαστάσεων φύλλα και θα πεταγόταν κάποιο θηρίο κατεπάνω μας. Το πρωί γελάσαμε με αυτή την πρώτη εντύπωση, όταν είδαμε στο φως του ήλιου το θαυμάσιο και περιποιημένο αυτό κήπο. Αργότερα, γελάσαμε ακόμη περισσότερο για την πρώτη αυτή εντύπωση, όταν είδαμε πραγματική ζούγκλα...

Στο δρόμο δεν κυκλοφορούσε ψυχή εκείνη την ώρα. Προχωρήσαμε αργά καμιά τριακοσαριά μέτρα περιεργαζόμενοι το καινούργιο μας περιβάλλον, ιδίως μη χορταίνοντας να βλέπουμε την ασυνήθιστη για μας βλάστηση. Κάθε είδους φυτά και ιδίως φυτά γνωστά σ' εμάς ως φυτά εσωτερικού χώρου, ήταν ελεύθερα όπως το χαμομήλι στις άκρες των πεζοδρομίων στις αθηναϊκές γειτονιές. Τεράστια δενδρόφυλλα, που το ύψος τους ξεπερνούσε τα δυόμισυ μέτρα, με απλωμένα τα καρδιόσχημα φύλλα τους σαν γιγάντιες κεραίες radar, έχοντας μέγεθος πάνω από ένα τετραγωνικό μέτρο, λαμπύριζαν με τη στιλπνή επιφάνειά τους κάτω από το φως των φαναριών του δρόμου.

Βλέποντας το Γιάννη κάτω από τα γνωστά αλλά ασυνήθιστα μεγάλα αυτά φυτά, νόμισα προς στιγμήν ότι είχα παραισθήσεις και ότι βρισκόμασταν στη χώρα των Λιλιπουτείων. Ήταν ένα συναίσθημα, που μας συνέβη πολύ συχνά στις επόμενες μέρες του ταξιδιού. Λίγο παρακάτω, το μικρό ήσυχο δρομάκι που πήραμε, βγαίνοντας από τον περίβολο του ξενοδοχείου, συναντιέται με ένα μεγαλύτερο δρόμο. Είναι και αυτός γεμάτος τροπική βλάστηση και από τις δύο πλευρές του.

Κυρίως κάνουν εντύπωση οι κρότωνες, οι οποίοι φθάνουν εδώ το ύψος ενός μικρού δένδρου, καθώς και κάτι δένδρα που μοιάζουν με μπανανιές, αλλά έχουν το σχήμα γιγάντιας βεντάλιας. Αν και είναι νύχτα, δεν μας διαφεύγει την παρατήρηση ότι υπάρχει εκπληκτική τάξη και καθαριότητα παντού. Πράγματι, σου θυμίζει περισσότερο ευρωπαϊκή πόλη παρά Άπω Ανατολή, όπως τουλάχιστον εγώ τη φανταζόμουν.


Κάποια στιγμή, παρ' ότι δεν νυστάζαμε καθόλου, σκεφθήκαμε ότι έπρεπε να γυρίσουμε για ύπνο. Δεν έπρεπε να ξεχνάμε ότι είχαμε ολόκληρο ταξίδι -και μάλιστα περιπετειώδες- μπροστά μας και ότι είχαμε υποσχεθή πίστη στη ... "βίβλο ασφαλείας" σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Ένας από τους πρώτους κανόνες έλεγε ότι όχι μόνο δεν θα έπρεπε να εξαντλήσουμε, αλλά ούτε να πλησιάσουμε ποτέ τα όρια αντοχής μας και μάλιστα τώρα στην αρχή. Στο αεροπλάνο δεν είχαμε κοιμηθή καθόλου. Όσο για το σπίτι την παραμονή του ταξιδιού, ποιός μπορούσε να κοιμηθή;

Πολλές μέρες πριν την αναχώρη
ση υπήρχε μία ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Υπήρχε αρκετή νευρικότητα, και πολλά στραβά και ανάποδα ανάγονταν από το περιβάλλον μου στην αναχώρηση μου. Την τελευταία μέρα το κλίμα ήταν πολύ βαρύ. Έτσι, αυτό μου είχε κλέψει τον ενθουσιασμό, για τη στιγμή που πλησίαζε να πραγματοποιηθή ένα όνειρο δεκαετιών. Η βουβαμάρα όλων μας εκείνο το απόγευμα έκρυβε αποτρόπαιες σκέψεις. Εγώ ο ίδιος φοβόμουνα τις τόσες αεροπορικές πτήσεις, ιδίως σε μέρη όπου οι μέθοδοι ελέγχου πιθανώς δεν είναι άρτιες, και οι κλιματικές συνθήκες είναι απρόσμενες και άστατες. Δεν ήταν όμως μόνο οι πτήσεις. Ο δρόμος μας περνούσε από μέρη εξαιρετικά πρωτόγονα, όπου σε κάθε βήμα κρύβονταν χίλιοι κίνδυνοι. Ήξερα ότι οι αμέτρητες προφυλάξεις, που είχαμε πάρει, δεν απέκλειαν την "αφύλακτη στιγμή"...

Για όλες τις περιπτώσεις κινδύνου - τουλάχιστον όσες μπορούσαμε να προβλέψουμε - είχαμε κάποια λύση. Εκεί που ήμασταν ανήμποροι, ήταν τα δηλητηριώδη φίδια. Είχαμε μαζί μας μια βεντούζα για εξαγωγή του δηλητηρίου, ξυραφάκι για το άνοιγμα της πληγής, αντισηπτικό για την απολύμανση καθώς και αντιισταμινικό και κορτιζόνη για την καταπολέμηση αλλεργικών φαινομένων, που μπορούν να συμβούν μετά από ένα τσίμπημα. Όλα αυτά όμως είναι μια πρόχειρη λύση, για να κερδίσης χρόνο. Στο δάγκωμα σχεδόν όλων των τροπικών φιδιών, δεν βοηθάει παρά μόνον ο ειδικός ορός, τον οποίο προμηθεύεσαι στα κατά τόπους υγειονομικά κέντρα και πρέπει μέχρι τη χρήση του να διατηρείται σε ψυγείο. Πώς όμως να μεταφέρης κάτι τέτοιο για ώρες ή και για μέρες μέσα στη ζούγκλα;

Στο αγωνιώδες και συχνό ερώτημα του Γι
άννη: "Τι θα κάνουμε αν μας τσιμπήση φίδι", είχα μόνο την απάντηση ότι δεν έπρεπε σε καμμία περίπτωση να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να εκτεθή σ' αυτόν τον κίνδυνο. Όμως τα φίδια σ' αυτά τα μέρη είναι πάντοτε ένας αόρατος εχθρός που μπορεί να βρίσκεται παντού (κάπου είχα διαβάσει ότι στις Ινδίες πεθαίνουν περισσότεροι άνθρωποι από φίδια παρά από αυτοκινητιστικά δυστυχήματα) και ο σκοπός του ταξιδιού, κάθε άλλο παρά ήταν η παραμονή στην αποστειρωμένη ατμόσφαιρα πολυτελών ξενοδοχείων. Η ιδέα ότι ένα τέτοιο ατύχημα δεν ήταν καθόλου απίθανο, μου είχε γίνει εφιάλτης, γιατί αισθανόμουν υπεύθυνος για την ασφάλεια του εγχειρήματος.

Ιδίως όμως αισθανόμουν μεγάλη ευθύνη για την ασφάλεια του Γιάννη έναντι των δικών του. Πως θα γύριζα πίσω λέγοντας πως έκανα ότι μπορούσα αλλά δυστυχώς... Με αποτροπίαζε επίσης και η σκέψη ότι σε περίπτωση δικής μου απώλειας, θα έπρεπε να πη κάποιος στον οκτάχρονο γιό μου τον Ηλία: "Ξέρεις ο μπαμπάς δεν θα ξαναγυρίση γιατί τον πήρε μαζί του ο Θεούλης..."


Τα παιδιά, φαίνεται, έχουν ένα δικό τους τρόπο να επικοινωνούν με τους μεγάλους, ένα τρόπο χωρίς λόγια, σχεδόν μεταφυσικό. Πολλές φορές αντιλήφθηκα ότι ο μικρός ήξερε πράγματα, που εγώ απλώς είχα σκεφθή και ποτέ δεν είχα ανακοινώσει. Έτσι και το βράδυ της παραμονής του ταξιδιού, φαίνεται ότι είχε πλήρη επίγνωση γιά τις σκέψεις που με βασάνιζαν, αλλά δεν μου μίλησε ποτέ γι’ αυτό, ούτε και εγώ είχα το θάρρος να τον ρωτήσω. Όταν κατά τις οκτώ πήγε να κοιμηθή, με παρακάλεσε, όπως συνήθιζε, να πέσω μαζί του. Του είπα ότι δεν θα μπορούσα, γιατί έπρεπε να κοιμηθώ νωρίς και το δέχθηκε για πρώτη φορά αδιαμαρτήρητα. "Λυπάμαι που φεύγεις", ψέλλισε, "αλλά ξέρω ότι το θέλης πολύ, και γι’αυτό κοίταξε να περάσης καλά και να γυρίσης πίσω να είμαστε και οι τρείς ευτυχισμένοι."

Τη βρήκα πολύ θαρραλέα αντιμετώπιση για ένα παιδί της ηλικίας του και συγκινήθηκα. Αφού έγινε ένας τελευταίος έλεγχος στα εφόδια, διαβατήρια, εισιτήρια κλπ, η Κέλλη πήρε τηλέφωνο ένα ραδιοταξί για τις τρισήμιση το πρωί. Κατόπιν ειδοποίησα το Γιάννη ότι θα περνούσα να τον πάρω για το αεροδρόμιο. Παρ' ότι προσπάθησα να κοιμηθώ, οι λιγoστές ώρες που απέμεναν, δεν περνούσαν με τίποτα...