17 March 2009

Perjalanan 4

Σιγκαπούρη, 22-7-1990


(>>> συνέχεια)



Σήμερα ξημερώματα της 22.7.90 ξεκινήσαμε για συλλογή νέων εντυπώσεων. Σε όλα τα διαφημιστικά για τη Σιγκαπούρη αναφέρεται ο λόφος Faber και το νησί Sentosa. Δεν ήταν όμως, το μόνο που μας έκανε να τα αναζητήσουμε. Την προηγουμένη ημέρα, μέσα στη σαλάτα φυλών που έβλεπες να κυκλοφορή στους δρόμους, νά και ένας Ελληνας. Μας αναγνώρισε από τη ζωηρή συζήτηση και κοντοστάθηκε.

-Ελληνες;
-Ναι. Με γκρουπ;
-Ναι, έχω έρθει από τη Γερμανία με ένα γκρουπ φοιτητών. Ξέρετε μένω μονίμως εκεί. Εσείς;
-Μόνοι μας… Μεθαύριο φεύγουμε για περιπέτεια στην Ινδονησία.
-Χαρά στο κουράγιο σας! Εγώ έχω 25 μέρες στην Άπω Ανατολή. Γυρίσαμε Ταϋλάνδη, Hong Kong... Τώρα τέλειωσε... Βαρέθηκα να βλέπω λοξομάτιδες... Έχετε δει το Sentosa;
-Όχι
.
-Μήν το χάσετε! Πάρτε το εναέριο τραινάκι και πηγαίνετε στο λόφο Faber. Από εκεί, γυρίζοντας πίσω, συνεχίστε μέχρι το νησί Sentosa, περνώντας πάνω από τη στενή λουρίδα της Θάλασσας. Θα σας αρέση πολύ!

Έτσι το πρωί της Κυριακής, στις 22 Ιουλίου, φθάσαμε με ταξί στο σταθμό του εναέριου τραίνου. Πήραμε εισιτήριο για όλη τη διαδρομή. Ο ανελκυστήρας, μας ανέβασε στην κορυφή ενός πύργου από μπετόν σε πολύ μεγάλο ύψος. Εκεί περίμεναν τετραθέσια βαγονέττα, τα οποία μόλις γέμιζαν ξεκινούσαν. Προς τη μία κατεύθυνση σε πήγαιναν στον λόφο, ενώ γυρίζοντας πίσω στον πύργο, συνέχιζες και μεταφερόσουνα στο ιστορικό νησί.

Το νησάκι αυτό έχει διαμορφωθή σαν ένα είδος Disney Land. Ξεκινώντας, το βαγονάκι κινείται για μερικά μέτρα στην ταράτσα του πύργου, και μετά, ξαφνικά, βρίσκεσαι στο κενό κρεμασμένος από δύο χοντρά συρματόσχοινα. Σε λίγο περνάς πάνω από το δάσος της Σιγκαπούρης, το οποίο το κοιτάζεις, σαν να είσαι σε αεροπλάνο. Στην πραγματικότητα βλέπεις, κάτι που μοιάζει με λιβάδι και μόνο περνώντας από κάποια σημεία αντιλαμβάνεσαι ότι το "λιβάδι" είναι το πάνω μέρος πανύψηλων δένδρων, τα οποία έχουν καλυφθή και έχουν μάλιστα συνδεθή και μεταξύ τους, από κάθε λογής αναρριχητικά φυτά.

Έτσι από ψηλά φαίνονται περισσότερο σαν λοφώδης έκταση με χλοοτάπητα παρά δάσος. Μόνο διερχόμενος πάνω από κάποια κενά, βλέπεις ότι το έδαφος βρίσκε
ται δεκάδες μέτρα πιο κάτω. Προσωπικώς ανέβηκα πρώτη φορά σε εναέριο τραινάκι και δεν μπορώ να πω ότι δεν ένοιωθα ανατριχίλα να βρίσκομαι εκεί πάνω. Όμως ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τροπικό δάσος έστω και από ψηλά και αυτό είχε απορροφήσει όλες μου τις αισθήσεις. Παρακολουθώντας προς τα πού πήγαινε το συρματόσχοινο και επομένως πού ήταν ο προορισμός μας, αντιλήφθηκα ότι πολύ γρήγορα, θα βρισκόμουν μέσα στο δάσος αυτό, μέσα στο "δάσος της βροχής" που από μικρό παιδί ποθούσα.

Όπως περίμενα ο λόφος ήταν καλυμμένος με πυκνή τροπική βλάστηση και μόνο η κορυφή του ήταν ελεύθερη από δένδρα. Εκεί υπήρχε ένα είδος εξέδρας, για να θαυμάζη κανείς τη θέα προς το δάσος και τη Σιγκαπούρη στο βάθος. Φαίνεται, οι κάτοικοι της πόλεως, χρησιμοποιούν το μέρος αυτό για τις γιορτινές εξόδους τους, γιατί είδαμε μερικούς, που είχαν στρωθή κάτω και έτρωγαν. Κάποιος άλλος είχε ανεβεί σ' ένα παράξενο δένδρο και μάζευε κάτι φρούτα, που έμοιαζαν με αχινούς αλλά ήταν κατακόκκινα. Ρώτησα και μου είπαν, ότι το τοπικό τους όνομα είναι rambutan, ενώ στην αγγλική ονομάζονταν rabostin. Αργότερα, μας δόθηκε η ευκαιρία να δοκιμάσουμε και εμείς από αυτά και άλλα πολύ περισσότερα άγνωστα φρούτα.

Εγώ δεν έβλεπα την ώρα να μπούμε μέσα στο δάσος, αλλά ο Γιάννης μου υπενθύμισε τους κανόνες ασφαλείας, που είχαμε θέσει, δεδομένου ότι δεν είχαμε κανένα κατάλληλο εξοπλισμό μαζί μας. Έτσι συμμορφώθηκα προς τους κανονισμούς, που είχαμε βάλει, ενθυμούμενος πόσο αυστηρές συστάσεις είχα γράψει στο φυλλάδιο προδιαγραφών του ταξιδιού. Συμφωνήσαμε να εισχωρήσουμε, με μεγάλη προσοχή, μόνο μερικά μέτρα μέσα, για μερικές βιντεοσκοπήσεις και φωτογραφίες. Ωστόσο, κυριολεκτικά μαγεύτηκα από το πόσο ωραίο είναι ένα τροπικό δάσος. Παρ’ ότι ήξερα ότι αυτό είναι κοντά σε κατοικημένο τόπο, μου έδινε μια γεύση από τροπική ζού
γκλα και φοβόμουνα ότι δεν θα υστερούσε πολύ σε κινδύνους από αυτήν, όσον αφορά τουλάχιστον τα δηλητηριώδη φίδια, φυτά και έντομα.

Κατόπιν πήραμε πάλι το τραινάκι και περνώντας πάνω από τα πανύψηλα δένδρα και μετά πάνω από το λιμάνι, "προσγειωθήκαμε" στο νησάκι Sentosa. Στο μεταξύ εγώ είχα πεινάσει. Οσο μάλιστα θυμόμουνα τις γευστικές εμπειρίες της προηγουμένης ημέρας η γεύση μου αναζητούσε πάλι κάτι το καινούργιο και ερεθιστικό. Η προηγούμενη βραδιά είχε τελειώσει με ένα γεύμα ψητού κροκοδείλου, στο οποίο κυριαρχούσε η γεύση από πιπερόριζα, σερβιρισμένου σε καφετί μαντεμένια πιατέλα, που έβραζε ακόμη αρκετό χρόνο μετά το σερβίρισμα και πιτσίλιζε με καυτά σταγονίδια λαδιού το τραπέζι.

Το γεύμα αυτό είχε ακολουθήσει, μετά την παράσταση με τους ανατολίτικους χορούς, στους ακόμη και αργά το βράδυ πολυσύχναστους δρόμους της νυχτερινής Σιγκαπούρης. Τώρα όμως πού να βρούμε να
φάμε; Aποφασίσαμε να πάρουμε ένα μίνι τραινάκι, που σε γυρνάει όλο το νησί, για να αποκτήσουμε εποπτεία του χώρου και να δούμε, πού μπορεί να καθήση κανείς. Ήτανε μία θαυμάσια διαδρομή, η οποία σου επιφύλασσε διάφορες εκπλήξεις, όπως αναπαραστάσεις οχυρών από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με ομοιώματα στρατιωτών στις πολεμίστρες, ηχητικά εφέ με ήχους από κροτάλισμα πολυβόλων, σφύριγμα οβίδων κλπ. Μπορούσες να σταματήσης στους διάφορους σταθμούς, όπου σου προσφερόταν κάθε φορά διαφορετικό θέαμα.

Ο πρώτος μας σταθμός ήταν το "coralarium". To coralarium είναι ένα ενυδρείο της πανίδας και της χλωρίδας των νοτίων θαλασσών. Είναι εγκατεστημένο μέσα σε μία στοά με ημίφως, στην οποία υπάρχουν, η μία δίπλα στην άλλη, βιτρίνες με κλειστά οικοσυστήματα. Σε κάθε βιτρίνα υπάρχει ένας πυθμένας με κοραλλιογενείς σχηματισμούς και εκεί συνυπάρχουν ολόκληροι πληθυσμοί από ζωντανά είδη όπως ζωοπλαγκτόν και φυτοπλαγκτόν, πολύχρωμες γαρίδες με λεπτές μακριές κεραίες και τεράστια πόδια σαν αράχνες, τροπικά χταπόδια και όστρακα και ένα σωρό περίεργα ψάρια του κοραλλιογενούς βυθού. Το επόμενο θέαμα ήταν ένα τεράστιο κλουβί, τυλιγμένο από έξω με λεπτό δίχτυ, όπου ζουν εξωτικές πεταλούδες. Δυστυχώς εκεί δεν μπήκαμε λόγω ελλείψεως χρόνου.

Το επόμενο αξιοθέατο ήταν στη στάση «nature walk». Αυτό είναι ένα κομμάτι τροπικού δάσους, ειδικά εξωραϊσμένο για περίπατο "κοινών θνητών" (όπως το ονομάσαμε). Στον περίπατο αυτό ήρθαμε για πρώτη φορά αντιμέτωποι με "επικίνδυνους" αντιπροσώπους του ζωικού βασιλείου αυτών των χωρών. Καθώς παρατηρούσα ένα μικρό λόφο από πηλό, που φαινόταν να είναι έργο κάποιας μορφής ζωής, αντιλήφθηκα ότι πατούσα επάνω σ' ένα χαλί από τερμίτες, οι οποίοι είχαν αρχίσει εξαγριωμένοι να ανεβαίνουν επάνω στο - ευτυχώς χοντρό και χωμένο μέσα στα sport παπούτσια μου - jean. Το ίδιο έπαθε και ο Γιάννης, ο οποίος είχε έρθει κοντά να δη.

Με μεγάλη δυσκολία απαλλάχθηκα από αυτά τα έντομα, τα οποία έμοιαζαν με μυρμήγκια, αλλά το κεφάλι τους ήταν περίπου δύο φορές σε όγκο όσο το υπόλοιπο σώμα τους και είχαν δύο τρομερές δαγκάνες, για τις οποίες δεν είχα καμία πληροφορία, τι θα συνέβαινε, αν με δάγκωναν. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι ένα από αυτά, είχε δαγκώσει με τέτοιο πείσμα το jean, ώστε αναγκάστηκα να του κόψω, με λύπη μου, το κεφάλι, για να απελευθερωθώ. Τι να σας πω, μου θύμισε την ιστορία του Κυνέγειρου στη μάχη του Μαραθώνος ! Ήταν και αυτό ένα παράδειγμα, που δείχνει, πόσο προσεκτικός πρέπει να είναι κανείς, ακόμη και όταν ευρίσκεται μέσα σ’ ένα πάρκο.

Στο σταθμό που επιγραφόταν "swimming lagoon", κατεβήκαμε με την ελπίδα να βρούμε κάτι να φάμε. Εκει είναι μία ειδυλλιακή παραλία γεμάτη κοκκοφοίνικες, η οποία όμως δεν μας φάνηκε κατάλληλη για μπάνιο. Μπορούσες να νοικιάσης κανό να κάνης σκί θαλάσσης και άλλα διάφορα τέτοια, που μερικοί δυτικοί δεν λένε να τα αποχωρισθούν, ακόμη και αν έρχονται τόσα μίλια μακριά, για να ξεφύγουν υποτίθεται, έστω και προσωρινά, από τον πολιτισμό. Εμείς πάντως το μόνο που δεν θέλαμε να αποφύγουμε, ήταν μια νέα πανδαισία γεύσεων, έστω και αν υπήρχε μειωμένη επιλογή, γιατί αντί για εστιατόριο υπήρχε μόνο μια καντίνα.

Πήραμε κάτι κροκέτες ψαριού σουβλάκι γαρνιρισμένες με κάποια πολύ ωραία σαλάτα και μια καυτερή σάλτσα. Επίσης από διάφορα ποτά που υπήρχαν, διαλέξαμε ένα τελείως άγνωστο, για να δοκιμάσουμε τη γεύση του. Για πολύ, προσπαθούσαμε με το Γιάννη να εντοπίσουμε, τι μας θύμιζε αυτή η γεύση, χωρίς να το κατορθώσουμε. Θα έλεγα ότι είναι κάτι μεταξύ καμφοράς και ευκαλύπτου αλλά πολύ ευχάριστο. Λέγεται sarsi και αργότερα μάθαμε ότι λέγεται και root beer, γιατί ως πρώτη ύλη χρησιμοποιείται η ρίζα κάποιου φυτού.

Αφού απολαύσαμε το φαΐ σ’ ένα υπαίθριο πάγκο με κάθισμα ένα παγκάκι κάτω από τη σκιά των κοκκοφοινίκων και χαρήκαμε τη μεσημεριανή νωχέλεια κάμποση ώρα αγναντεύοντας τη θάλασσα και μη μιλώντας για τίποτα, ξεκινήσαμε με τα πόδια για το λεγόμενο «musical fountain». Πρόκειται για ένα υπερθέαμα χολυγουντιανού τύπου. Σ' ένα τεράστιο ανοικτό χώρο, με περιποιημένους κήπους σε πολλά επίπεδα, χιλιοστόλιστους με κάθε λογής λουλούδια, μπορεί να παρακολουθήση κανείς δεκάδες σιντριβάνια, που φωτίζονται με έγχρωμους προβολείς. Η ένταση του φωτισμού και του νερού καθώς και ο χρωματισμός ακολουθούν το ρυθμό και το "χρώμα" της μουσικής.

Τέτοιο θέαμα δεν μου ήταν άγνωστο, γιατί το είχα παρακολουθήσει δεκάδες φορές με την παρέα μου στο Βερολίνο στο κέντρο Resi. Εδώ όμως το περιβάλλον ήταν πολύ πιο υποβλητικό. Προς απογοήτευση μας διαπιστώσαμε, όταν φθάσαμε, ότι παράσταση είχε μόνο το βράδυ. Έτσι αυτό το θέαμα δεν το απολαύσαμε, γιατί ήμασταν υποχρεωμένοι να γυρίσουμε νωρίς, επειδή την άλλη μέρα έπρεπε να είμαστε πρωί-πρωί στο αεροδρόμιο. Η μεγάλη περιπέτεια θα άρχιζε!

Από το Sentosa γυρίσαμε στη Σιγκαπούρη με το πλοιάριο, το οποίο περνούσε το στενό κανάλι εγκαρσίως, για να γνωρίσουμε και αυτή τη διαδρομή. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο με το αστικό λεωφορείο, περάσαμε και από την κινέζικη συνοικία. Όλος ο δρόμος ήταν γεμάτος καταστήματα με τις χαρακτηριστικές κατακόρυφες ταμπέλες, στις οποίες ήδη είχαν ανάψει τα γραφικά κινέζικα ιδεογράμματα με τον ερχομό του δειλινού. Ό,τι μπόρεσε να κλέψη το μάτι μου κατά τη διαδρομή, ήταν δεκάδες μαγαζιά με διάφορα κομψοτεχνήματα, τεράστια πορσελάνινα βάζα μέ καλοδουλεμένες παραστάσεις στήν επιφάνεια, πολλά μεταξωτά και πάρα πολλά καταστήματα με βοτάνια που υπόσχονταν λύτρωση από «πάσαν νόσον...»

Φθάσαμε στο ξενοδοχείο στις 8μμ. Συνολικώς είχαμε κάνει δέκα ώρες πορεία, χωρίς να νοιώθουμε την παραμικρή κούραση αλλά γεμάτοι εντυπώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποια στιγμή διερωτηθήκαμε, πόσες μέρες λείπουμε, και απορήσαμε, όταν διαπιστώσαμε, ότι ήταν μόνο δύο !

Περνώντας από τη μια άκρη στην άλλη την πόλη με το λεωφορείο, ξέραμε ότι αυτό ήταν ένας αποχαιρετισμός στην Σιγκαπούρη. Ξέραμε επίσης ότι αυτό που είδαμε, δεν ήταν ούτε μία περίληψη. Η ιδέα ότι η πόλη αυτή δεν είναι και τόσο ασυνήθιστος ταξιδιωτικός στόχος, μας παρηγορούσε, και είχαμε την ελπίδα ότι ίσως ξανάρθουμε σ’ αυτό το όμορφο και ενδιαφέρον μέρος.