Showing posts sorted by relevance for query perjalanan. Sort by date Show all posts
Showing posts sorted by relevance for query perjalanan. Sort by date Show all posts

04 March 2009

Perjalanan

Ο κόσμος είναι ένα βιβλίο! Όποιος δεν ταξιδεύει, έχει διαβάσει μόνο μία σελίδα από αυτό!

Το έτος 1990 ξεκίνησαν δύο φίλοι και συνάδελφοι στον εργασιακό χώρο τους, ο Γιάννης Βουλιουρής και ο Θύμιος Γάτος, μηχανικοί αμφότεροι, για ένα εξερευνητικό ταξίδι διαφορετικό από αυτά που συνηθίζουμε. Όχι στο Λουτράκι ή στη Λαμία, όχι στο Πήλιο ή στον Παρνασσό, όχι στην Πράγα, στο Μόναχο ή στο Παρίσι, αλλά κατ’ ευθείαν στη ζούγκλα της Ινδονησίας.

Για το σκοπό αυτό πήραν οι δύο
ατρόμητοι εξερευνητές από τον εργοδότη τους την ετήσια άδεια 2 ετών και είχαν έτσι στη διάθεσή τους 2 μήνες για εξερεύνηση της άγνωστης για τους Ευρωπαίους χώρας, την οποία μπορεί να γνωρίσουμε μεν καμιά φορά κι εμείς, αλλά μόνο με οργανωμένη ομαδική επίσκεψη. Αυτό σημαίνει, φυσικά, περιορισμό στα συνηθισμένα σημεία επίσκεψης τουριστών.

Ο χάρτης δεξιά (click) δείχνει τη διαδρομή που ακολούθησαν οι δύο εξερευνητές. Ερχόμενοι από την Αθήνα με αεροπορική πτήση επισκέφτηκαν αεροπορικά (ευθείες γραμμές στο χάρτη) διάφορες κεντρικές πόλεις κι από εκεί έκαναν εξορμήσεις με αυτοκίνητο σε πόλεις και χωριά, σε μέρη που ποτέ δεν σε οδηγούν οι ξεναγοί οργανωμένων ταξιδιών.

Παρ' ότι υπήρξε πρόθεση από τον ένα εκ των δύο ταξιδιωτών, τον Θύμιο Γάτο, να γραφεί βιβλίο με τις εντυπώσεις αμέσως μετά την επιστροφή από αυτό το ταξίδι, πέρασαν δύο χρόνια ώσπου να το αποφασίσει λόγω πολλών ειλημμένων υποχρεώσεών του. Έτσι, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι βρέθηκε το έτος 1992 με μετάθεση σε ένα ήσυχο μέρος της Ελλάδας, την Καστοριά, και αξιοποιώντας πολλές φωτογραφίες και βιντεοταινίες που είχαν τραβήξει, καθώς και σημειώσεις στα ημερολογιά τους, κατέγραψε ο Θύμιος τις δύο πρώτες εβδομάδες της ταξιδιωτικής περιπέτειας και τις έδεσε σε αυτοσχέδιο βιβλίο, το οποίο όμως ποτέ δεν έφτασε να τυπωθεί και να κυκλοφορήσει στο εμπόριο. Έτσι έμεινε η ολοκλήρωση των εντυπώσεων από αυτό το ταξίδι σε εκκρεμότητα και έκτοτε δεν κατέστη δυνατόν να συνεχιστεί, παρ' ότι και οι δύο ταξιδιώτες του 1990 είναι πλέον συνταξιούχοι.


Στο εξής θα αρχίσω λοιπόν να δημοσιεύω συνεχόμενα αποσπάσματα από αυτή την περιγραφή στο παρόν blog και μπορεί να τα παρακολουθήσει κάθε ενδιαφερόμενος/νη. Αν προκύψει σημαντικό ενδιαφέρον από τους αναγνώστες, ίσως αποφασίσει ο συγγραφέας και/ή ο έτερος εξερευνητής να συνεχίσουν αυτή τη συγγραφή. Μόνο που αυτό μου φαίνεται πολύ απίθανο, για τους λόγους που εξηγώ αμέσως μετά.

Οι δύο αυτοί φίλοι (και δικοί μου φίλοι, με τον Θ. Γάτο ήμουν μάλιστα συμφοιτητής) αποφάσισαν να εξορμήσουν για ένα νέο ταξίδι, αυτή τη φορά στα δυτικά: Κεντρική Αμερική (Κοσταρίκα), ΗΠΑ και μετά στην Ταϊτή και την Γαλλική Πολυνησία. Στα νησιά Tahiti, Huahine, Bora-Bora, Moorea και σ' αυτά του πελάγους Tuamotou, στα πέρατα της Γαλλικής Πολυνησίας, τερματίζοντας στίς Μαρκησίες Νήσους όπου έζησε και πέθανε ο διάσημος ζωγράφος Paul Gaugin.


Τώρα υπάρχει όμως ηθική δέσμευση για μια διαφορετική αντιμετώπιση του θέματος των δημοσιεύσεων, βοηθούντων και των τεχνολογικών εξελίξεων: Οι δύο εξερευνητές θα γράφουν όσο συχνά μπορούν κάποιο κείμενο για τις τρέχουσες εμπειρίες τους και θα το στέλνουν σε μένα, μαζί με φωτογραφίες και μικρά βίντεο, όπου και όποτε βρουν σύνδεση στο Internet, με στόχο την άμεση δημοσίευση στο blog.


Έτσι, θα καθιερωθεί ίσως ένα νέο είδος ταξιδιωτικής λογοτεχνίας: η άμεση και ανεπεξέργαστη στο μυαλό καταγραφή των εντυπώσεων και η προώθησή τους για δημοσίευση στο Internet. Από την πολυθρόνα του γραφείου μας θα παρακολουθούμε λοιπόν, όσο μπορούμε πιο άνετα, τους δύο ταλαιπωρημένους εξερευνητές να σκαρφαλώνουν σε βουνά και να κατηφορίζουν σε κοιλάδες, να χώνονται σε δάση και να αράζουν σε παραλίες, με ζέστη, κρύο, υγρασία, έντομα και ενοχλητικά ζωάκια, από μαϊμούδες μέχρι φίδια…

Τους εύχομαι και εκ μέρους των αναγνωστών αυτού του blog καλό ταξίδι, καλές εξερευνήσεις και καλή επάνοδο αλλά ταυτόχρονα και καλές περιγραφές, με πολλές φωτογραφίες και βίντεο. Καταρχάς όμως τα κείμενα από το ταξίδι στην Ινδονησία, τα οποία θα δημοσιεύονται υπό τον γενικό τίτλο Perjalanan που σημαίνει στη γλώσσα των Ινδονήσιων κάτι μεταξύ «ταξιδεύοντας» και «σουλατσάροντας».

Να σημειώσω, κλείνοντας, ότι στα κείμενα για το ταξίδι στην Ινδονησία θα χρησιμοποιήσω και μερικές μεταγενέστερες φωτογραφίες από το Internet, αν δεν υπάρχουν αντίστοιχες από τους δύο φίλους.



Προσθήκη: Αφού έγραψα αυτή την ανάρτηση, άρχισα να ψάχνω στον παγκόσμιο ιστό για παρόμοιες εξορμήσεις. Διαπίστωσα με έκπληξη και ευχαρίστηση ότι και πολλοί άλλοι στον κόσμο έχουν επιχειρήσει ανάλογες αποδράσεις με ταυτόχρονη δημοσίευση των εμπειριών τους στο Internet. Ως σημαντικότερη ελληνική εντόπισα αυτή του Δημήτρη Παρούση που υπέδειξε σχολιαστής!
(Stelios Frangopoulos, Στέλιος Φραγκόπουλος)
...

23 March 2009

Perjalanan 7

Η περιπέτεια αρχίζει



Medan, Τρίτη 24-7-1990

  • Γεια σας! Το όνομα μου είναι Muliadi, μπορείτε όμως να με φωνάζετε Adi. Σας καλωσορίζω εκ μέρους του πρακτορείου Sukma Tour και Mora Travel. Πού είναι τα πράγματα σας;
Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια του νεαρού και χαμογελαστού οδηγού. Ο Adi ήταν πολύ συμπαθής και γίναμε γρήγορα φίλοι κατά τη διάρκεια της γνωριμίας μας με τη βόρειο Σουμάτρα. Μόλις πριν μία ώρα είχαμε κάνει μια πρόχειρη συζήτηση και συμφωνία με το πρακτορείο, μετά από το απαραίτητο παζάρι για την τιμή. Μείναμε με την εντύπωση ότι θα μελετούσαν το θέμα, θα προγραμμάτιζαν και θα μας απαντούσαν. Με την εμφάνιση του οδηγού ξαφνιαζόμαστε τώρα, γιατί δεν περιμέναμε, ότι η απλή συζήτηση στο πρακτορείο θα σήμαινε και άμεσο ξεκίνημα. Χωρίς να το καταλάβουμε, βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή σ' ένα ταξί, με τακτοποιημένα τα πράγματα μας, και ξεκινάμε.

Ο Αdi μιλάει πολύ ωραία αγγλικά και τουλάχιστον ο Γιάννης μπορεί να συνεννοηθή τέλεια. Ωστόσο μου λέει, πως εκτιμάει πολύ, το ότι μιλάω και λίγα ινδονησιακά, και προσθέτει, πως σπάνια βρίσκει τουρίστες με την ιδιότητα αυτή. Στη συνέχεια μας λέει να νοιώσουμε άνετα, γιατί θα έχουμε μερικές ώρες ταξίδι. Βάζει τοπική μουσική στο κασετόφωνο και μου προσφέρει ένα τοπικό τσιγάρο. Με την πρώτη ρουφηξιά ξαφνιάζομαι. Ο καπνός έχει γεύση και άρωμα γαρυφάλλου. Πράγματι τα ινδονησιακά τσιγάρα, όπως μου εξηγεί ο οδηγός, γίνονται από μίγμα φύλλων καπνού και λουλουδιών από γαρύφαλλο. Είναι και αυτό μια από τις εμπειρίες του ταξιδιού, που πρέπει να καταγράψουμε αλλά όχι και τόσο απίθανη, αν σκεφθή κανείς, ότι βρισκόμαστε στην χώρα των μπαχαρικών και ως γνωστόν ισχύει η παροιμία: "Όποιος έχει πολύ πιπέρι, ρίχνει και στα λάχανα".

Περάσαμε από διάφορες συνοικίες του Medan, και τώρα είμαστε σε μια περιοχή, που δεν μοιάζει με τις άλλες. Τα σπίτια είναι πολύ περιποιημένα - βίλλες θα έλεγε κανείς. Την απορία μας την προλαβαίνει ο οδηγός, εξηγώντας μας, ότι υπάρχει ένα μακροχρόνιο (δεκαπενταετές νομίζω) πρόγραμμα, το οποίο ακολουθείται από την κυβέρνηση, για τον βαθμιαίο εξωραϊσμό, κατά τμήματα, της πόλεως. Στη συνέχεια προσθέτει με κάποια υπερηφάνεια:
  • Ετσι Gatos -το όνομα Θύμιος τους είναι φαίνεται δύσκολο να το προφέρουν- μετά κάποια χρόνια το Medan θα είναι μια μοντέρνα πόλη.
Σε λίγο βλέπουμε να αραιώνουν τα σπίτια και αντιλαμβανόμαστε, ότι είμαστε πλέον στα περίχωρα της πόλεως. Τους κάπως μεγαλύτερους κήπους των προαστίων αρχίζουν να διαδέχονται μεγαλύτερες καλλιεργημένες εκτάσεις με φυτείες από κοκοφοίνικες, ελαιοφοίνικες, ζαχαροφοίνικες, μπανανοφυτείες, φυτείες τάρο και ανανάδες. Επίσης περνάμε από τεράστιες εκτάσεις με καουτσουκόδενδρα και άλλα, γνωστά και άγνωστα φυτά και δένδρα.

Δεν αργούν πολύ να φανούν και τα πρώτα ινδονησιακά χωριά. Αποτελούνται από ξύλινα σπίτια υψωμένα περί το ένα μέτρο από το έδαφος και στηριγμένα σε πασσάλους. Ολα είναι περίπου στον ίδιο ρυθμό. Συνήθως αποτελούνται από ένα δωμάτιο, εμπρός από το οποίο υπάρχει μία φαρδιά βεράντα, σκεπασμένη από την ίδια σκεπή, που σκεπάζει όλο το σπίτι. Η στέγη, είναι φτιαγμένη, σε πολλές περιπτώσεις, από φύλλα ζαχαροφοίνικα. Σε άλλες πάλι -πιο μοντέρνων σπιτιών- είναι από κυματιστή λαμαρίνα. Γύρω από το σπίτι τριγυρνούν τα ζωντανά της κάθε οικογένειας, δηλαδή συνήθως κότες, πάπιες, χήνες σκύλοι και χοιρινά.

Αντίθετα με ό,τι έχω ακούσει για τη Σουμάτρα, διασχίζουμε μια τελείως επίπεδη χώρα με ατελείωτες φυτείες. Πού είναι τα άγρια βουνά; Οι απύθμενες χαράδρες, τα φοβερά φαράγγια, οι σκοτεινές ζούγκλες και τα εφιαλτικά έλη, για τα οποία είχα πληροφορηθή; Περνάμε τώρα κάποια θολά ποτάμια, των οποίων οι γέφυρες μόλις που δεν σωριάζονται κάτω. Έλεγα μέσα μου, ότι αν δεν είμαστε το τελευταίο όχημα που περνάει, σίγουρα θα είμαστε το προτελευταίο...

Θα είχαν περάσει τρισήμισυ ώρες από την αναχώρησή μας, από το Garuda Plaza Hotel, όταν βρεθήκαμε σε κάπως ανοιχτότερο μέρος. Εδώ το παραπέτασμα των δένδρων, στις δύο πλευρές του δρόμου, άνοιγε σαν φερμουάρ, αφήνοντας να φανούν στο βάθος κατάφυτοι λόφοι σκεπασμένοι από πυκνά δάση. Μέσα από την ομιχλώδη τροπική ατμόσφαιρα φαίνονται, λες και αναδύονται από το τίποτε, ενώ οι γαλαζοπράσινες κορυφές τους διαχέονται στο γαλάζιο του ουρανού.
  • Εκεί είναι τα δάση των Orang Hutan, μας λέει ο Αdi.
Από την προετοιμασία του ταξιδιού, ήξερα για την ύπαρξη αυτών των Κέντρων επαναφοράς των orang hutan στην άγρια ζωή, τα λεγόμενα rehabilitation centers. Εκεί μεταφέρονται τα θαυμάσια αυτά ζώα -τη λέξη ζώα τη χρησιμοποιώ με κάποια συστολή, γιατί όποιος τα ζήσει από κοντά, νιώθει πόσο κοντά στον άνθρωπο είναι- από περιοχές όπου έγινε αποψίλωση των δασών, λόγω εκμεταλλεύσεώς τους για υλοτομία και στη συνέχεια για καλλιέργεια. Επίσης, μέσω αυτών των Κέντρων επανέρχονται στην ελεύθερη ζωή, κάτω από επιστημονική επίβλεψη, εκείνοι οι orang hutan, οι οποίοι έζησαν στην αιχμαλωσία.


Στην αρχή, τα πλάσματα αυτά, ζουν σε μία προστατευμένη περιοχή, μέσα σε κλουβιά, στις παρυφές του δάσους. Κατόπιν ελευθερώνονται μετά από ειδική εκπαίδευση, στην οποία μαθαίνουν να αναρριχώνται στα αιωνόβια δέντρα μέσω των κληματίδων, να βρίσκουν μόνα τους την τροφή, να προστατεύονται από τα αρπακτικά θηρία και, γενικώς, να επιβιώνουν μέσα στο "δάσος της βροχής". Όταν κριθούν ώριμα, μεταφέρονται βαθιά μέσα στη ζούγκλα, για να ζήσουν στο φυσικό τους περιβάλλον. Στην αρχή, συνηθισμένα στην παρουσία και στη βοήθεια του ανθρώπου, δεν απομακρύνονται όταν βγουν από τα κλουβιά, αλλά παραμένουν κοντά ερχόμενα σε διακεκριμένες ώρες, για να πάρουν τροφή από τους φύλακες. Έτσι δίνεται η ευκαιρία στους επισκέπτες να τα δουν και να τα ζήσουν από κοντά. Είναι μια ευκαιρία, που όπως απεδείχθη, δεν είναι καθόλου εύκολο να ξαναβρεθή, γιατί τα άγρια πλέον ζώα αποφεύγουν με κάθε τρόπο τον άνθρωπο.

Το Bukit Lawang -έτσι λέγεται το χωριό στο οποίο ανήκει το Κέντρο αυτό- απέχει 8Ο χιλιόμετρα από το Medan. Μπορεί κανείς να φθάση ως εκεί με ταξί ή με άλλο μισθωμένο μεταφορικό μέσο, αφού πρώτα συμφωνήσει την τιμή. Λέγεται ότι μόνο με οδηγό επιτρέπεται η είσοδος στον τόπο αυτό, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως δρυμός (reserve). Επίσης λέγεται, ότι για να διατηρήται η ηρεμία του χώρου, δεν επιτρέπουν περισσότερους από πενήντα επισκέπτες κάθε φορά.


20 May 2009

Perjalanan 17

Bukit Tinggi 

Παρασκευή 27.7.90







Στο πρόγραμμα το οποίο είχα προετοιμάσει στην Αθήνα, υπήρχε η πρόθεση να επισκεφθούμε τα γύρω μέρη από το Bukit Tinggi, που όπως διαβεβαίωναν τα βιβλία και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, είναι από τα ωραιότερα, τα αγριότερα και τα πλέον χαρακτηριστικά της ορεινής Σουμάτρα. Βεβαίως είναι φανερό ότι ο χρόνος που διαθέτουμε, δεν επαρκεί για μεγάλα ανοίγματα και ο κύριος περιορισμός προέρχεται από το γεγονός ότι έχουμε δώσει οριστικοποιημένο rendez vous με τη Νανά και την Έφη, στις 3 Αυγούστου στην Jakarta.

Θα πετάξουν από την Αθήνα στη Σιγκαπούρη, όπου θα μείνουν δύο ημέρες και από εκεί, θα έρθουν να μας συναντήσουν στην πρωτεύουσα της Ινδονησίας, σε συγκεκριμένη ώρα, στο Hotel Wisata. Εμείς πάλι θα έπρεπε να είμαστε εγκαίρως εκεί, αφού θα έχουμε τελειώσει την περιοδεία μας στη Σουμάτρα.

Αυτή η συνάντηση θα μπορούσε να έχη πιθανότητες επιτυχίας, μόνο αν έχουμε αφήσει αρκετά περιθώρια χρόνου, ώστε να καλύψουμε τυχόν αστάθμητους παράγοντες, που θα συναντήσουμε. Τόσο οι πληροφορίες που έχουμε συλλέξει, όσο και η μέχρι τώρα πείρα μας δείχνουν ότι το να αφήνουμε επαρκή περιθώρια χρόνου σε μέρη αρκετά πρωτόγονα και με ασαφείς συνθήκες μετακινήσεως, ακόμη και πτήσεως, είναι μία στοιχειώδης μέριμνα, όχι μόνο για την επιτυχία αλλά και για την ασφάλεια του ταξιδιού.

Έτσι βλέποντας επί τόπου πόσο δύσκολο είναι να τηρηθή ένα πρόγραμμα, ακόμη και αν έχει μελετηθή με κάθε λεπτομέ
ρεια, αντιλαμβανόμαστε ότι πολλά από τα ενδιαφέροντα μέρη που είχαμε θέσει ως στόχο, πρέπει να μείνουν απ' έξω. Όμως, εκεί που αποκλείουμε κάτι, επανέρχεται στο μυαλό μας, σαν το γλυκό και πλάνο τραγούδι των σειρήνων του Οδυσσέα, χωρίς να μπορούμε να δεθούμε όπως εκείνος στο κατάρτι. Το Bukit Tinggi, είναι ένα από τα μέρη που πήραμε την απόφαση να δούμε έστω και για δύο μέρες. Οταν όμως φθάσαμε ως εδώ, κοιμισμένες επιθυμίες για νέες εξορμήσεις άρχισαν να σαλεύουν και να μας χαμογελούν προκλητικά... Κόβουμε και ράβουμε, αλλά ο χρόνος δεν βγαίνει με τίποτα.

Στο πρόγραμμα που είχαμε επεξεργασθή στην Αθήνα, υπάρχουν πολλοί όμορφοι στόχοι, για την περιοχή όπου βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή.
Να πω για το φαράγγι Ngarai Sianok, μερικά χιλιόμετρα έξω από το Bukit Tinggi, του οποίου οι απότομες, βραχώδεις όχθες βυθίζονται μέχρι εκατό μέτρα χαμηλότερα; Εκεί συναντούν μια καταπράσινη κοιλάδα, σκαμμένη από τα γάργαρα νερά ενός ορμητικού ποταμού, που μέσα απ' το φιδίσιο δρόμο του τα οδηγεί στις δυτικές ακτές της Σουμάτρα, στον Ινδικό ωκεανό.Μήπως είναι ολιγότερο δελεαστικό, να ανακτήσουμε τη χαμένη στιγμή που διαβήκαμε τον Ισημερινό, πετώντας από το Medan στο Padang, χωρίς να το καταλάβουμε; Τώρα θα δινόταν πάλι η ευκαιρία. Στο δρόμο για το Batang Palupuh, περί τα 60 km από το Bukit Tinggi, στο χωριό Bonjol, ευρίσκεται ένα μικρό ορόσημο με την ένδειξη ότι από εκεί περνάει ο κύκλος που χωρίζει το βόρειο από το νότιο ημισφαίριο. Πέρα από αυτό, στην ίδια περιοχή, θα έχουμε την ευκαιρία να επισκεφθούμε το φυσικό πάρκο Rimba Panti, περί τα 105 km από το μέρος όπου βρισκόμαστε, και να γνωρίσουμε μία από τις αγριότερες περιοχές της Ινδονησίας.

Στις πυκνές ζούγκλες της συνυπάρχουν πολλά είδη πιθήκων, αρκούδες, ιπτάμενοι σκίουροι, τίγρεις, λεοπαρδάλεις, χιλιάδες είδη πουλιών και άλλα άγνωστα σε μας είδη του ζωικού και του φυτικού βασιλείου. Ειδικώς σ' αυτή την περιοχή (όπως και στη Μπόρνεο), γνωρίζω ότι φυτρώνει το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου, η γιγαντιαία Raflesia Amoldi (*), το οποίο υπερβαίνει σε διάμετρο το ένα μέτρο.

Όχι λιγότερο επιβλητικό είναι βεβαίως και το φαράγγι Harau, 15 km από το Payakumbuh, του οποίου οι γρανιτένιες κατακόρυφες όχθες και ο καταρράκτης, ο οποίος πέφτει από 150 μέτρα ύψος σε μια μικρή λίμνη με κρυστάλλινα νερά, αποτελούν πραγματικό πόλο έλξεως για κάθε φυσιολάτρη. Σ' αυτή την περιοχή αφθονεί επίσης η άγρια ζωή με την ύπαρξη ταπήρων, τίγρεων και αγριοκάτσικων, ενώ δεν λείπουν τα αγριογούρουνα, οι λεοπαρδάλεις και οι αρκούδες.

Για κάθε ένα από αυτούς τους στόχους, παλεύω από χθες πολύ με τον πειρασμό μέσα μου και πιστεύω ότι το ίδιο έκανε και ο Γιάννης - παρ' ότι δεν έχουμε μιλήσει γι' αυτό - γιατί κανένας δεν θέλει να πάρη επάνω του τόσο μεγάλη ευθύνη και να κάνη μια πρόταση, για κάτι του οποίου τις συνέπειες δεν μπορεί να μετρήση. Όμως, όσο μεγαλύτερη έλξη
νοιώθω για κάθε περίπτωση που ανέφερα, τόσο δραματικά αδύνατη φαίνεται η πραγματοποίηση της...

Όταν ο Γιάννης τελείωσε με το βραδινό μπάνιο, καθίσαμε και συζητήσαμε άν θα έπρεπε να φύγουμε αμέσως την άλλη μέρα για την Jakarta ή αν θα επιχειρούσαμε να πραγματοποιήσουμε κάτι από τις παραπάνω αποστολές. Τελικώς μας φάνηκε πολύ μεγάλο το ρίσκο να καταναλώσουμε περισσότερο από μία μέρα ακόμη στη Σουμάτρα. Αν πήγαινε κάτι στραβά, θα έρχονταν οι κοπέλες από τόσες χιλιάδες μίλια μακρυά, σε μια άγνωστη μεγαλούπολη των δέκα εκατομμυρίων, χωρίς να βρουν ίχνος από μας. Ακόμη και κάποιο μήνυμα ήταν αδύνατο να στείλουμε από εκεί. Παρηγορηθήκαμε με δύο σκέψεις.
Πρώτον, είπαμε, ότι θα επιχειρούσαμε μία ολιγότερο φιλόδοξη περιπέτεια, μιας ημέρας, στην περιοχή του Bukit Tinggi, η οποία άλλωστε ήταν και αυτή στο πρόγραμμα και δεύτερον σκεφθήκαμε ότι πηγαίνοντας στη Jakarta στις 29 Ιουλίου, δηλαδή πέντε ημέρες πρίν τη συνάντηση, θα μπορούσαμε να τολμήσουμε την πραγματοποίηση ενός άλλου άπιαστου ονείρου, τη διείσδυση μέσα στη Ζούγκλα του Usun Kulong. Εκεί τουλάχιστον θα είχαμε υποχρεωτικά οδηγό, γιατί αλλιώς δεν επιτρέπουν οι Αρχές την πρόσβαση και πέρα απ' αυτό, δεν θα είμασταν χίλια χιλιόμετρα πτήσεως μακριά από τον τόπο συναντήσεως.

Ο Γιάννης μάλιστα παρατήρησε, ότι καλό θα ήταν η πρώτη μας επαφή με την πραγματική ζούγκλα να είναι με οδηγό, για να δούμε πώς αντιμετωπίζει αυτός τις διάφορες καταστάσεις. Τότε δεν ξέραμε, ότι η διείσδυση μέσα στην ελεύθερη ζούγκλα, είναι αδύνατον να γίνη χωρίς οδηγό, ειδικές άδειες, υποχρεωτική ασφάλεια ζωής, πολύ περισσότερες προμήθειες από αυτές που είχαμε φαντασθή και απεριόριστο χρόνο...

Έτσι ετοιμαστήκαμε την άλλη μέρα να κάνουμε μία εκδρομή στη ηφαιστειογενή λίμνη Maninjau. Όπως είπαμε, και αυτή η διαδρομή ήταν ένας από τους στόχους μας. Είχαμε την πρόθεση να κάνουμε το γύρο της λίμνης με τα πόδια, όπως συνιστούν οι ειδικοί ταξιδιωτικοί οδηγοί. Ο χρόνος όμως δεν φθάνει και θα αρκεσθούμε απλώς να πάμε να τη δούμε.


(*) Γιγαντιαίο είδος μανιταριού πού φύεται στη Σουμάτρα και Βόρνεο

16 July 2009

Perjalanan 22

H ζούγκλα του Usung Kulon III







Το εστιατόριο είναι ανοικτό από τη μία πλευρά του προς τη θάλασσα και το μόνο πράγμα που κρύβει κάπως τη θέα της, είναι ένας ιδιότυπος μπερντές. Αποτελείται από κατακόρυφες σειρές από καλογυαλισμένες καρύδες, περασμένες σε σχοινιά, όπως οι χάντρες κομπολογιού, οι οποίες κρέμονται από την οροφή. Δεν έχει πολύ κόσμο. Βρήκαμε καθισμένες δυο-τρείς παρέες ηλικιωμένων Ολλανδών τουριστών. Σε λίγο ήρθε να μας εξυπηρετήση μία γκαρσόνα και δύο βοηθοί. Δεν έχω σημειώσει τι φάγαμε, παρά μόνο τη μπύρα. Φαίνεται ότι η δίψα ήταν τόσο έντονη, που κυριάρχησε σε εκείνο το σκηνικό των συναισθημάτων.Εχω όμως καταγράψει κάτι, που μας έκανε και άλλη φορά εντύπωση. Πάντοτε έρχονταν πολλοί μαζί να σε εξυπηρετήσουν στα εστιατόρια. Ενας έφερνε τον κατάλογο, άλλος τα μαχαιροπήρουνα, άλλος έπαιρνε την παραγγελία και πολλοί μαζί έφερναν τους, συνήθως περισσότερους, δίσκους με το φαγητό. Μήπως το κράτος υποχρεώνει τα εστιατόρια να παίρνουν περισσότερους υπαλλήλους, έστω με μειωμένο μισθό, για να λιγοστέψη η ανεργία ; μήπως είναι μερικοί από αυτούς μαθητευόμενοι τουριστικών επαγγελμάτων ; η απορία μας έμεινε αναπάντητη όπως και για πολλά άλλα σ' αυτό το ταξίδι...

Γυρίσαμε νωρίς στην καλύβα μας, για να σηκωθούμε πολύ πρωί την άλλη μέρα, ξεκινώντας ένα άγνωστο και ίσως πραγματικά επικίνδυνο ταξίδι. Στο δρόμο μας για την κατοικία με σκουντάει ξαφνικά ο Γιάννης.

  • Κοίτα! Τι ήταν αυτό;
  • Δεν πρόλαβα να δω.
  • Κάτι σαν ποντίκι αλλά χωρίς ουρά πέρασε σχεδόν αστραπιαία και χάθηκε κάτω από την βεράντα εκείνης της καλύβας, μου λέει, δείχνοντας με το χέρι του.
  • Μήπως είναι ιδέα σου;
Δεν περίμενα την απάντηση. Εβγαλα το φακό, από το μικρό σακκίδιο που είχα μαζί μου, προχώρησα προς τη βεράντα, έσκυψα και φώτισα το σημείο, που μου υπέδειξε ο Γιάννης και τί είδα νομίζετε έναν... κάβουρα!
  • Γι'αυτόν όλη η φασαρία ; είπα γελώντας
  • Δεν μπορεί, κάνεις λάθος Θύμιο, αυτό που είδα έτρεξε με μεγάλη ταχύτητα.
Δεν προλαβαίνω να διαμαρτυρηθώ, γιατί ο κάβουρας βγαίνει από την κρυψώνα του και άρχιζει να τρέχη με δαιμονισμένη ταχύτητα σαν τηλεχειριζόμενο μηχανικό παιχνιδάκι προς την θάλασσα. Ακολουθώντας τον, ανακαλύπτουμε κάποια στιγμή ότι ολόκληρο κομμάτι της παραλίας "σηκώνεται" και αρχίζει να τρέχη με την ίδια τρελή ταχύτητα. Δεν είναι άλλο, από ένα ολόκληρο λαό από αυτά τα καβούρια της παραλίας της Carita, τα οποία, κατά τα άλλα, πηγαίνουν σαν όλους τους κάβουρες πλαγίως...

Τέτοια καβούρια δεν ξανασυναντήσαμε σε κανένα άλλο μέρος της τρελής πορείας μας.

Μόλις έχουμε φθάσει στην καλύβα μας και ετοιμαζόμαστε να στρώσουμε για ύπνο. Θαυμάζοντας την περίτεχνη πολυνησιακή στέγη από μπαμπού, επάνω σε ένα δοκάρι που την στηρίζει, σαν να πήρε το μάτι μου, κάτι που κινήθηκε. Πηγαίνοντας σε μία ευνοϊκότερη θέση, βλέπω ένα κεφαλάκι σαν τον αντίχειρα μου, με δύο γυαλιστερά, σχετικώς μεγάλα μαύρα μάτια να με κοιτάη. Πάγωσα! Χωρίς αμφιβολία μία κόμπρα, σκέφθηκα. Ο Γιάννης με βλέπει, που έχω μείνει άφωνος και με ρωτάει:

  • Συμβαίνει τίποτα Θύμιο;
  • Τίποτα, κάτι παρατηρώ, του λέω όσο μπορώ πιό αδιάφορα...
Δεν ήθελα να του δημιουργήσω πανικό, προτού βεβαιωνόμουνα, ότι πράγματι ήταν το περίφημο "φίδι με τις διόπτρες", το οποίο εξαπόστειλε στην αιωνιότητα την Κλεοπάτρα και απαλλάσει των δεινών της ζωής τους χιλιάδες Ινδούς κάθε χρόνο. Πάντως φίδι ήτανε! Το αμυγδαλόσχημο κεφαλάκι με έκανε να το κατατάξω στην οικογένεια των κολουβριδών (όπως και η κόμπρα) και ήξερα ότι τα μισά από αυτά είναι δηλητηριώδη με νευροτοξικό δηλητήριο.

Στη συνέχεια, προσπαθώντας να μην κάνω καμία απότομη κίνηση, όχι από φόβο μήπως μου επιτεθή, αλλά για να μην κρυφθή, πριν προλάβω να διαπιστώσω, τι είναι, ανεβαίνω στο κρεββάτι, για να δω καλύτερα. Φαίνεται, στο δευτερόλεπτο που χρειάσθηκε να κοιτάξω, πού θα πατήσω, ξέφυγαν τα μάτια μου απ' αυτό και το κεφαλάκι έγινε άφαντο. Αναγκάζομαι τώρα πλέον να πω στο Γιάννη, τι συνέβη, αν και δεν του μιλώ για κόμπρα. Του λέω απλώς, πως έχω υποψίες, ότι είδα κάποιο φίδι...

Ξέρω, ότι δεν θα υπήρχε περίπτωση να κοιμηθή κανείς μας ε
κείνη τη νύχτα, αν λίγο αργότερα δεν βλέπαμε σε πολλές μεριές της καλύβας, πλήθος από μεγαλούτσικες σαλαμάνδρες να γυρνούν επάνω στους τοίχους και να καταβροχθίζουν κάθε έντομο που συναντούν. Έχουν ακριβώς αυτά τα κεφαλάκια, που είχα δει, τα οποία μοιάζουν πράγματι περισσότερο με φιδίσια παρά με κεφάλια σαύρας. Έχουν και μία περίεργη φωνή, που μοιάζει κάτι σαν κελάηδημα πουλιού ή περισσότερο σαν ήχος ηλεκτρονικού παιχνιδιού. Έτσι ησυχάσαμε κάπως από την ιδέα του φιδιού, αλλά αμέσως μετά βλέπουμε, σχεδόν συγχρόνως , έναν αρκετά μεγάλο πόντικα να περπατάη με άνεση, κοιτάζοντας πότε-πότε προς το μέρος μας, επάνω σε ένα οριζόντιο δοκάρι της σκεπής, να πηδάη στο τελείωμα του τοίχου, να περνάη από το χάσμα μεταξύ στέγης και τοίχου και να χάνεται στο πίσω μέρος του κτίσματος.

  • Ωραία κατάσταση, λέω και σε λίγο προσθέτω: Γιάννη δεν ξέρω τι θα κάνης εσύ, αλλά εγώ δεν κοιμάμαι στο κρεββάτι.
  • Και πού θα κοιμηθής ;
  • Θα κοιμηθώ στην αιώρα μου. Δεν διαβλέπω κανένα κίνδυνο, αλλά ξέρω ότι αλλιώς δεν πρόκειται να κλείσω μάτι.
Έτσι βγάζω την αιώρα από το σακίδιο και την δένω στις δύο άκρες της, με δύο σχοινιά που είχα μαζί μου για γενική χρήση, από δύο δοκάρια που στηρίζουν την οροφή. Μόλις ανεβαίνω όμως επάνω, για να τη δοκιμάσω, ακούγεται ένα κράααχ και... παραλίγο να πέση η στέγη στα κεφάλια μας. Ευτυχώς δεν είχα πέσει με όλο το βάρος επάνω της. Δεν φανταζόμουνα, ότι ολόκληρα δοκάρια θα ήταν τόσο πρόχειρα δεμένα, ώστε να μην δέχονται καθόλου οριζόντιες δυνάμεις.

Κατόπιν τούτου, ο Γιάννης παραιτήθηκε, από του να κάνη το ίδιο, ενώ εγώ βρήκα έναν ασφαλέστερο τρόπο και στήριξα την αιώρα. Παρ' όλα αυτά, έλαβα και πρόσθετα μέτρα ασφαλείας, τα οποία ίσως χαρακτηρισθούν υπερβολικά ή ακόμη και γελοία. Πρέπει να λάβη κανείς υπ' όψη του ότι το ταξίδι αυτό, το είχαμε αναλάβει να το εκτελέσουμε σαν επιστημονική αποστολή και επομένως χρησιμοποιούσαμε όλες τις διαθέσιμες γνώσεις και μέσα. Για να αποκλείσω να περάσουν ανεπιθύμητα έντομα όπως κατσαρίδες, σκορπιοί κλπ. από τα σημεία προσδέσεως προς την αιώρα, τρύπησα δύο κομμάτια χαρτόνι, τα οποία ψέκασα προηγουμένως με εντομοκτόνο (baygon) και πέρασα το καθένα από αυτά στα σκοινιά, πριν τα δέσω, ώστε να φράζεται ο δρόμος προς τον κοιμώμενο και από τις δύο πλευρές. Κάτω στο πάτωμα βάλαμε δύο "φιδάκια" (spiramat) να καίνε, για τα κουνούπια και πέρα από αυτά τυλίχτηκα και με την κουνουπιέρα μου σαν μεταξοσκώληκας. Αντιθέτως ο Γιάννης, αρκέστηκε να χρησιμοποιήση μόνο το κρεββάτι του και την κουνουπιέρα του. Έτσι μας πήρε ο ύπνος.


28 April 2009

Perjalanan 14

Στα χωριά των Toba Batak IV





Το απόγευμα στην μεγάλη αίθουσα του ξενοδοχείου, έχει μουσικό πρόγραμμα με ένα συγκρότημα Βatak. Εμείς θέλουμε να εκμεταλλευθούμε, δύο περίπου ώρες που μένουν μέχρι την παράσταση. Θυμηθήκαμε ότι περνώντας με το mini bus από την αγορά, είδαμε ενδιαφέρουσες εικόνες τοπικού χρώματος και αποφασίσαμε να πάμε εκεί. Έτσι, αφού πήραμε πληροφορίες πώς θα μεταφερθούμε, ξεκινήσαμε. Είναι πλέον σκοτεινά, όταν βγαίνουμε από το ξενοδοχείο. Περνώντας μέσα από τους κήπους του, ακούγεται ένας οξύτατος ήχος, που προέρχεται από το έδαφος.

Στην αρχή νομίσαμε ότι είναι κάποιος συναγερμός. Προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε, από πού έρχεται, αλλά ήταν αδύνατο. Θα μας έμενε ίσως ανεξήγητο, το τι συνέβαινε, αν δεν βρίσκαμε στην επιστροφή μας μία ομάδα από ξένους, σε άλλο σημείο του κήπου, να ασχολούνται με το ίδιο πρόβλ
ημα. Αυτοί φαίνεται, είναι περισσότερο περίεργοι και συστηματικοί. Έχουν πάρει για βοήθεια και τα γκαρσόνια του ξενοδοχείου. Από τα γκαρσόνια μάθαμε, ότι πρόκειται για ένα είδος βραδινό τζιτζίκι, το οποίο όμως δεν ζεί στα δένδρα αλλά σε μια βαθιά τρύπα στη γη. Απίστευτο! Ένας τόσο δυνατός και ιδίως αμετάβλητα συνεχόμενος ήχος να προέρχεται από ένα ζωντανό πλάσμα και μάλιστα από έντομο. Με σκαλιστήρι έχουν ανοίξει μια ολόκληρη τρύπα, χωρίς όμως να το βρουν...

Στην αγορά του Prapat βρεθήκαμε παίρνοντας πάλι ένα mini bus, που περνούσε από μια στάση γύρω στα πενήντα μέτρα από το ξενοδοχείο. Είναι το τοπικό λεωφορείο, ένα λεωφορείο της παλαιάς εποχής. Το σταματάμε και μας παίρνει. Είναι η πρώτη φορά που μπαίνουμε σε λεωφορείο τοπικής γραμμής. Στο πίσω μέρος είναι ανοικτό και από κει είναι και η μοναδική είσοδος. Στις δύο πλευρές του έχει δύο πάγκους από ξύλο, όπου κάθεται όποιος προλάβει. Είναι η πρώτη φορά που ερχόμαστε σε κατ' ευθείαν επαφή με τον επαρχιακό λαό της Ινδονησίας και φυσικά η όλη συνεννόηση, πρέπει να γίνη στα ινδονησιακά.

• Κe mana ?
• Ke pasar
• lima ratus

Στην ερώτηση του εισπράκτορα: "προς τα πού ;" Απάντησα: "στην αγορά". "Πεντακόσιες", είπε και μου έδωσε ένα εισιτήριο.

Όλοι μας κοιτάζουν με χαμόγελα, ασφαλώς λόγω του ότι σπανίζει το θέαμα να μπουν λευκοί και μάλιστα τουρίστες στα αστικά τους λεωφορεία και εκτός απ' αυτό να μιλούν και τη γλώσσα τους. Τα λεωφορεία των ταξιδιωτικών γραφείων είναι βεβαίως μοντέρνα, μεγάλα, με κλιματισμό και TV. Το λεωφορείο είναι γεμάτο και μας κάνει εντύπωση ότι στριμώχνονται περισσότερο, προκειμένου να μας κάνουν χώρο, για να έχουμε πιο πολλή άνεση. Δίπλα μου κάθεται μια νεαρή μητέρα με ένα μωρό στην αγκαλιά. Στριμωγμένη και αυτή μαζεύεται, για να κάνη τόπο, μην στριμωχθώ εγώ. Το μωρό μου χαμογελάει. Δεν μπορώ να του χαϊδέψω το κεφαλάκι, όπως θα έκανα στην Ευρώπη, γιατί αυτό στην Ανατολή θεωρείται ανεπίτρεπτη χειρονομία, όπως τουλάχιστον γράφουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Λένε ότι το κεφάλι καθενός, είναι ιερό και δεν επιτρέπεται να του το αγγίζης. Έτσι απλώς αρκούμαι να χαμογελάσω και εγώ.




Εμπρός μου είναι μια γριά με ένα ανοιχτό τέντζερη με μαγειρεμένες φακές, οι οποίες ταλαντεύονται κάθε τόσο πέρα - δώθε, από το κούνημα του λεωφορείου, στον όχι και τόσο λείο δρόμο. Κάθε τόσο, ξεπερνάει ο χυλός το πάνω χείλος της κατσαρόλας και πέφτει από λίγο στο πάτωμα, πράγμα για το οποίο δεν δίνει κανείς, εκτός από μας, σημασία. Ξέρω ότι αυτό, δεν είναι θέαμα για μερικούς γαλαζοαίματους τουρίστες από τις "χώρες του δύοντος Ηλίου", αλλά εμείς είμαστε τρομερά ευχαριστημένοι, που έχουμε την ευκαιρία να είμαστε σε τόσο στενή επαφή με αυτούς τους ανθρώπους της ινδονησιακής υπαίθρου. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, ότι το βιβλίο αυτό γράφεται γι' αυτούς που μπορούν να βρουν σε μια τέτοια σκηνή ομορφιά. Ακόμη και γι' αυτούς που κάτι τέτοιο είναι θαμμένο μέσα τους και μπορεί μ' αυτό το ερέθισμα να βγη στην επιφάνεια και να χαρούν αυτόν τον κρυμμένο θησαυρό. Για μας είναι ακόμη κάτι παραπάνω.

Αισθανόμαστε μια άγρια ελευθερία, που μπορούμε πια να κινηθούμε απεριόριστα σ' αυτή τη χώρα, με τα ίδια της τα μέσα, να ενσωματωθούμε στο λαό της και να νοιώθουμε ισότιμα μέλη της κοινωνίας τους. Ακόμη με ενοχλεί, που κάνουν θέση για να καθίσω αναπαυτικότερα, γιατί θέλω και αυτοί να με βλέπουν χωρίς διάκριση. Φαίνεται όμως ότι η κυριαρχική παρουσία των λευκών τόσα χρόνια, έχει σφραγίσει ανεξίτηλα στη συνείδησή τους ένα αίσθημα σεβασμού, το οποίο δεν μπορέσαμε ποτέ να αποδιώξουμε από τους φίλους, που κάναμε εκεί, όσο και αν προσπαθήσαμε.

Στην αγορά του Prapat περιπλανηθήκαμε λίγο, χαζεύοντας τα διάφορα είδη λαϊκής τέχνης, για να περάση η ώρα. Σ' ένα περίπτερο ήθελα να αγοράσω σπίρτα και δεν ήξερα πως να το πω. Είπα : "api" (φωτιά) και το κατάλαβε. Λίγο παρακάτω με σταματάει, βλέποντας με να καπνίζω, ένας Άραβας με κελεμπία και μου λέει: "api". Του δίνω φωτιά και πιάνουμε κουβέντα. Από αυτόν μαθαίνω, ότι σπουδάζει σε ισλαμικό πανεπιστήμιο στην Σουμάτρα και αντιλαμβάνομαι τον τρόπο, που αθόρυβα εισάγει ο ισλαμικός κόσμος τον Μωαμεθανισμό στην Ινδονησία. Δημιουργεί δηλαδή δυνατότητες σπουδής και στέλνει και δικό του κόσμο εκεί.

Γυρίζοντας πίσω, μας απασχολούσε πώς θα βρίσκαμε πάλι, μέσα στη νύχτα, τη στάση που επιβιβαστήκαμε κοντά στο ξενοδοχείο. Πέρα από αυτό, φαίνεται ότι το λεωφορείο κατά την επιστροφή, ακολουθούσε άλλο δρόμο, γιατί όλα μας φαίνονταν τελείως άγνωστα. Κάποια στιγμή σταματάει και ο εισπράκτορας μας λέει να κατεβούμε. Σαστίσαμε! Με έκπληξη είδαμε ότι το λεωφορείο μας έχει φέρει μέσα στην αυλή του ξενοδοχείου, λες και πήραμε ταξί. Εμείς είχαμε μόνο πει, ότι μένουμε στο Prapat View!

Πολλές φορές, το ταξίδι εδώ φαινόταν σαν ένα ταξίδι στο παρελθόν. Άθελά σου, ιδίως όταν έχεις ζήσει σε παλαιότερες εποχές, κάνεις τη σκέψη, πόσο απρόσωπη έχει γίνει η σημερινή μοντέρνα κοινωνία. Θυμάμαι όταν πήγαινα μικρός με τη μάνα μου στο μπακάλη της γειτονιάς, τον κυρ Θοδωρή στον Κολωνό - τότε, μια υποβαθμισμένη συνοικία της Αθήνας - τι διαφορετική ανθρώπινη επαφή υπήρχε .
• Καλώς την κυρά Κατίνα. Τι μου κάνεις...
 

Έπιανε συζήτηση η μάνα μου και μάθαινε τα νέα όλης της γειτονιάς.

• Θα τόμαθες κυρά Κατίνα για τον μπάρμπα Λάμπη έχει βαριά καρδιοπάθεια. Δεν τον βλέπω καλά.....

• Ευτυχώς πρόλαβε και αρραβώνιασε την κόρη του. Της έδωσε τίποτα; και η συζήτηση συνεχίζεται στο άνετο... Κάποια στιγμή λέει

• Κυρά Κατίνα, καλά που το θυμήθηκα, κάθεσαι μια στιγμή στο μαγαζί, να πάω απέναντι στο Γρηγόρη να πληρώσω τη δόση για την ηλεκτρική κουζίνα;

Σήμερα το μικρό μαγαζάκι, έδωσε τη θέση του στο υπερμοντέρνο Super market. Μπαίνεις μέσα και ψωνίζεις για όλη την εβδομάδα. Ο χρόνος που εξοικονομείς, είναι φοβερός. Και όμως! Βλέπεις κάποιο γνωστό μέσα και επωφελούμενος του συνωστισμού, προσπαθείς να τον αποφύγης, για να μην χασομερήσης. Να αλλάξη η πορεία του λεωφορείου, για να μας διευκολύνη; Αυτό είναι ανέκδοτο!!...

Στη μεγάλη σάλα του ξενοδοχείου άρχισε, λίγα λεπτά μετά την άφιξή μας, η παράσταση. Η εμφάνιση του συγκροτήματος ήταν καθ' όλα ευρωπαϊκή. Είχαν άσπρα παντελόνια, χρυσοκέντητα πουκάμισα και βυσσινί σακάκια. Η μουσική έμοιαζε πολύ με νοτιαμερικάνικη. Ο Γιάννης βιντεοσκόπησε όλη την παράσταση, κυρίως για να αποτυπώσουμε τη μουσική, αφού ο φωτισμός ήταν ανεπαρκής για μια αξιόλογη εικόνα. Όμως αυτό απεδείχθη άσκοπο, μια και το συγκρότημα, στο τέλος της παραστάσεως, διέθετε κασέτες από το πρόγραμμά του σε λογική τιμή.



11 June 2009

Perjalanan 19

Στη ζούγκλα μιας μεγαλουπόλεως

Jakarta, Κυριακή 29.7.90






Καθισμένοι σε μία βεράντα ενός ισογείου σπιτιού στην οδό Cibeber I/37, στο προάστιο της Jakarta Kebajoran Βaru, απολαμβάνουμε τον απογευματινό καφέ και μία γαβάθα με τροπικά φρούτα. Η βεράντα είναι κλεισμένη με λεπτό συρμάτινο πλέγμα σαν κουνουπιέρα για τα έντομα και έχει θέα ένα ωραίο κήπο με ένα άγνωστο δέντρο στη μέση, στολισμένο με ροζ και λευκές ορχιδέες, που φυτρώνουν στον κορμό του. Είμαστε στο σπίτι του Μπάμπη.

Πριν δύο ώρες, ήρθαμε με ταξί από το κεντρικό, πολυτελές ξενοδοχείο Wisata International, όπου είχαμε πάει, κατ' ευθείαν από το αεροδρόμιο, για να κανονίσουμε τα δωμάτια, στα οποία θα μέναμε, όταν έρχονταν η Νανά και η Έφη. Είχαμε προηγουμένως τηλεφωνήσει και μας περίμεναν ο Μπάμπης και η Tari με τον άντρα της, ζευγάρι Ινδονησίων οικιακών βοηθών που είχε ο φίλος μου. Ο Μπάμπης μας αγκάλιασε με ενθουσιασμό και οι βοηθοί έτρεξαν να μας ξαλαφρώσουν από τις αποσκευές μας. Μπήκαμε στην κλειστή βεράντα, όπου είχε τρεις αναπαυτικές πολυθρόνες και ένα τραπέζι. Εκεί βομβαρδιστήκαμε από ερωτήσεις. Και τι δεν είχαμε να διηγηθο
ύμε από μία εβδομάδα περιπλάνηση στη Σουμάτρα...


Στο αεροδρόμιο του Padang, φάνηκε άλλη μία φορά, πόσο χαλαροί είναι στην Ινδονησία οι κανονισμοί, ακόμη και για την εναέρειο κυκλοφορία. Φαίνεται για να διατηρείται ζωντανή η επαφή μεταξύ τόσων νησιών, που συχνά απέχουν μεταξύ τους εκατοντάδες μέχρι και χιλιάδες χιλιόμετρα, έχουν αναγάγει την σύντομη, αεροπορική επικοινωνία σε αυτονόητη καθημερινότητα. Το αεροδρόμιο απλό και οι έλεγχοι υποτυπώδεις. Ακόμη και μέσα στο αεροπλάνο, λείπει η αυστηρή τυπικότητα που ξέρουμε. Η καμπίνα του πιλότου χωρίζεται από εμάς μόνο με ένα μπερντέ στις εσωτερικές πτήσεις.

Αυτό που μας συνέβη όμως κατά την αναχώρηση, ήταν ακόμη πιο απίθανο. Το εισιτήριο το είχαμε βγάλει στη Σιγκαπούρη στο πρακτορείο του κυρίου Lee και πρόβλεπε από το Padang να πετάξουμε στη Σιγκαπούρη και από εκεί, αφού αλλάξουμε αεροπλάνο, να φύγουμε για τη Jakarta. Είχαμε ήδη δώσει τα πράγματά μας, όταν στον έλεγχο εισιτηρίων, ένας απλός υπάλληλος του αεροδρομίου, μας ρώτησε για τον προορισμό μας και έγινε ο εξής διάλογος:

• Γιατί κάνετε τέτοιο κύκλο, πρώτα Σιγκαπούρη και μετά Jakarta ;
• Μα έτσι έχει κανονίσει το εισιτήριό μας το πρακτορείο
• Εσείς δηλαδή δεν θέλετε να πάτε Σιγκαπούρη ;
• Οχι βέβαια! Αλλά γίνεται αλλοιώς ;
• Βεβαίως, μπήτε στο διπλανό αεροπλάνο, φεύγει σε δέκα λεπτά.
• Και τα πράγματά μας ;
• Μη σας νοιάζει.

Πήγε, είπε κάτι στις αεροσυνοδούς κι εμείς, πάντα αμφιβάλλοντας, επιβιβαστήκαμε γρήγορα-γρήγορα στο αεροπλάνο, ένα DC-9, λες και ανεβαίναμε σε λεωφορείο της γραμμής. Εδώ πρέπει να σημειώσω, ότι στη Σιγκαπούρη προσπαθήσαμε να βρούμε κατ' ευθείαν πτήση, αλλά, αφού ρώτησαν, μας είπαν ότι δεν γίνεται.


Σε λίγα λεπτά, πετούσαμε πάνω από τις κορυφογραμμές των βουνών της Σουμάτρα, που βλέπουν στον Ινδικό ωκεανό. Καθώς η μηχανή παίρνει ύψος, βλέπουμε όλο και μεγαλύτερο μέρος της θάλασσας, και στο βάθος φαίνονται κάποια νησιά, τα οποία κατά το χάρτη θα πρέπει να είναι τα Sipora, Pagai utara, Pagai selatan καθώς και άλλα μικρότερα ακατοίκητα.

Μετά από δύο ώρες πτήση, αφού περάσαμε πάνω από το σώμα της νοτίου Σουμάτρα, φάνηκαν οι βόρειες ακτές της Ιάβα. Στη δεξιά πλευρά, στο βάθος, πάλι μια ομάδα από νησάκια. Ένα από αυτά καπνίζει. Ξέρω ότι είναι το φοβερό Krakatau. Αυτό έκανε κάποτε, την περιοχή να τρέμη και ούτε σήμερα έπαψε να είναι υπαρκτή απειλή. Η τελευταία έκρηξη έγινε το 1883 και αποτελεί την μεγαλύτερη ιστορικώς καταγραμμένη ηφαιστειακή έκρηξη στον κόσμο. Αυτή είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία γιγαντιαίων τσουνάμι, μέχρι 40 μέτρα ύψος, που ερήμωσαν τα παράλια χωριά της νοτίου Σουμάτρα και της βορειοδυτικής Ιάβα και εξόντωσαν 36.000 ανθρώπους.

Πότε πέρασαν δυόμισυ ώρες; Tο μεγάφωνο είπε ότι ετοιμαζόμαστε για προσγείωση. Αριστερά μας εκτείνεται η θάλασσα της Ιάβα κατάσπαρτη από νησιά, τα Pulau Seribu (σημαίνει χίλια νησιά). Η Jakarta, από κάτω μας πλέον, ένας ωκεανός από σπίτια και κτίσματα...
Το Sukarno Hatta -διεθνές αεροδρόμιο της πρωτεύουσας- χωρίς να μπορή να συγκριθή με αυτό της Σιγκαπούρης, είναι αρκετά αξιοπρεπής αερολιμένας. Πιστεύω ότι είναι πολύ καλύτερος από το "Ελληνικό". Ιδίως έχει πολύ τοπικό χρώμα. Παντού βλέπεις σκαλιστές κολόνες, που δίνουν ανατολίτικη χροιά. Παντού καταφανής η ινδουϊστική-βουδιστική επίδραση στην τέχνη.

Όπως και άλλες φορές έτσι και εδώ, μας περικυκλώνουν διάφοροι θέλοντας να μας εξυπηρετήσουν, άλλοι περιμένοντας αμοιβή και άλλοι μη περιμένοντας τίποτε. Ιδίως δεκάδες ταξιτζήδες, μας περιβάλλουν και μας ρωτούν, πού θέλουμε να πάμε. Εμείς όμως χαιρόμαστε πλέον να χειριζόμαστε, τα μέσα που διαθέτει η χώρα και όχι μόνο για οικονομία, τα προτιμάμε. Έτσι βρίσκουμε το κατάλληλο λεωφορείο και φεύγουμε για το κέντρο της πόλεως.


Είκοσι λεπτά διαδρομής μέσα από τρομερά υποβαθμισμένες περιοχές. Χιλιόμετρα ολόκληρα εκτείνεται μία περιοχή με παράγκες, που θύμιζουν την καλύβα του Καραγκιόζη. Σε μία μεγάλη διασταύρωση, στρίβουμε αριστερά και μπαίνουμε στην μεγάλη λεωφόρο την Jalan Thamrin. Δεν αργεί να φανή, η από 32 κιλά καθαρό χρυσάφι, "χρυσή φλόγα" του 132 μέτρων ύψους μνημείου της ελευθερίας (Merdeka Monument), το οποίο σηματοδοτεί, πού ευρίσκεται το κέντρο της πρωτεύουσας. Βρισκόμαστε πια στο μοντέρνο τμήμα της πόλεως. Τεράστια κτήρια υπερσύγχρονου ρυθμού και στις δύο πλευρές της φαρδιάς λεωφόρου, έχουν αντικαταστήσει τις παράγκες. Δεν έχω δει πουθενά τόσο δίπλα-δίπλα την αθλιότητα και τη χλιδή. Πάρκα και δρόμοι με μοντέρνα σηματοδότηση ολοκληρώνουν την εικόνα από την Jakarta του μέλλοντος.

Μόλις σταμάτησε το ταξί έξω από το Wisata International, τρέχει ένας, παραδοσιακά ντυμένος, θυρωρός και μας ανοίγει την πόρτα. Κάνοντας βαθειά υπόκλιση περιμένει να βγούμε, ενώ ένας άλλος, όμοια ντυμένος, μας ανοίγει την γυάλινη πόρτα του ξενοδοχείου. Μπαίνοντας και πηγαίνοντας στη Reception, ρίχνω λοξές ματιές στην "αφρόκρεμα" των ντόπιων που κυκλοφορούν εκεί μέσα, καθώς και στους πλούσιους αλλά ξεθωριασμένους λευκούς και σκέπτομαι, τι ζητούσαμε εμείς μεταξύ τους.

Πρέπει να πω βεβαίως ότι ο μέσος Ευρωπαίος, για την Ινδονησία, αμείβεται σαν μεγιστάνας. Αρκεί για σύγκριση να αναφέρω ότι ο μισθός ενός Ινδονήσιου μηχανικού, όπως πληροφορήθηκα, είναι γύρω στα 23 αμερικανικά δολάρια το μήνα. Και να σκεφθή κανείς ότι ο μηχανικός είναι σχετικώς καλοπληρωμένος! Όλη η αίθουσα υποδοχής, διαθέτει κλιματισμό και είναι στολισμένη με τροπικά λουλούδια, εκ των οποίων ξεχωρίζει η Heliconia Wagneriana (lobster claw), ένα πολύ εντυπωσιακό φυτό με μεγάλα, γυαλιστερά φύλλα, όμοια με τα φύλλα της Canna Indica. Όμως σε αντίθεση μ' αυτήν, έχει μία ταξιανθία από μεγάλα σαρκώδη λουλούδια, που παντρεύουν το κόκκινο το κίτρινο και το πράσινο χρώμα, με ένα περίεργο σχήμα που μοιάζει περισσότερο με διακοσμητικό μόρφωμα. Ήταν τόσο ζωηρά και γυαλιστερά, που θάλεγες ότι είναι ψεύτικα. Δεν άντεξα στον πειρασμό και πήγα και τ' άγγιξα, για να βεβαιωθώ, πως δεν είναι πλαστικά.

Αφού κανονίσαμε τα δωμάτια και κάναμε και τα τηλεφωνηματά μας, πήραμε το ταξί που μας παρήγγηλε ο θυρωρός και ήρθαμε στου Μπάμπη. Ο Μπάμπης, όπως είπαμε, είναι ήδη κάμποσους μήνες στη Jakarta και έχει προσαρμοσθή στην εδώ ζωή και τις συνήθειες. Με τον, βάσει αμερικανικών προτύπων, μεγάλο του μισθό, το ωραίο του σπίτι στο μοντέρνο προάστειο και τους δύο ιθαγενείς οικιακούς βοηθούς, έμοιαζε να ζη σαν Άγγλος αποικιοκράτης. Εμείς ασυνήθιστοι σ' αυτά, ντρεπόμασταν να ζητήσουμε ακόμη και ένα ποτήρι νερό από την κοπέλα. Η Tari -το όνομά της σημαίνει χορός- είναι δεσμευτικά περιποιητική. Σε κοιτάει στα μάτια, σαν να θέλη να μαντέψη, τι θα μπορούσε να κάνη ακόμη για σένα και συνεχώς χαμογελάει. Ο Μπάμπης μας λέει να της δώσουμε τα άπλυτα μας να τα πλύνη και εμείς συμφωνήσαμε, μόνο εφόσον θα της κάναμε μετά κάποιο δώρο.





23 April 2009

Perjalanan 13

Στα χωριά των Toba Batak III




Το μεγάφωνο εξηγεί στα αγγλικά τη σημασία της ιεροτελεστίας σε κάθε βήμα. Αρχίζουν, λέει, με το Gondang Lae Lae και ότι αυτό είναι μία χορευτική παράκληση προς το θεό, για να μεσιτεύση, προκειμένου να μην κάνη κάτι το ζώο, που να βεβηλώνη την τελετή π.χ. να ξαπλώση κάτω ή να κοπρίση. Επίσης εξηγεί, ότι κατά τη διάρκεια της ιεροτελεστίας οι Βatak παρακολουθούν με προσοχή το ζώο, από τις κινήσεις και τη συμπεριφορά του οποίου βγάζουν συμπεράσματα για την τύχη των παρευρισκομένων.

Ακολουθούν μερικοί χοροί -πάντοτε υπό την διεύθυνση του ιερέα- ο οποίος, όπως λέει το μεγάφωνο, αποστέλλει δεήσεις προς το θεό, για να χαρίση πολλά παιδιά και υγεία στους παρευρισκομ
ένους. Μετά ακολουθεί η κυρίως τελετή, η οποία ονομάζεται Gondang Sahata Mangaliat. Κατά τη διάρκεια αυτής της τελετής, χορεύουν όλοι γύρω από τον δεμένο βούβαλο και μετά, αφού τον σφάζουν, μοιράζουν τα κομμάτια του στους θεατές. Όχι, εμείς δεν είδαμε τέτοιο θέαμα, γιατί όπως είπαμε, η τελετή ήταν αναπαράσταση και η σφαγή ήταν εικονική.

Ακολούθησαν και άλλοι χοροί, οι οποίοι δεν είχαν σχέση με τη σφαγή του νεροβούβαλου. Ενας συμβόλιζε, πώς οι ανύπανδρες κοπέλες με κινήσεις επιδεικνύουν τη χάρη τους, για να συγκινήσουν κάποιον άνδρα να τους προτείνη γάμο. Ενας άλλος συμβόλιζε, έναν άνδρα σε ηλικία γάμου να κάνη την επιλογή του μεταξύ πολλών κοριτσιών και να δίνη, ως σύμβολο της προτιμήσεώς του, ένα χρηματικό ποσό στην εκλεκτή του.

Κάποια στιγμή έρχεται ο Adi με ένα Ulos, ένα από αυτά τα "πετραχήλια" που φορούσαν οι χορευτές επάνω από τους ώμους τους. Μου λέει ότι ο επόμενος χορός ανήκει σε μερικούς επιλεγμένους επισκέπτες (δεν έμαθα ποτέ με ποιο κριτήριο). Έτσι εγώ και άλλοι τουρίστες, έχοντας το Ulos επάνω στα προτεταμένα χέρια μας, βρεθήκαμε στην πίστα, όπου
έπρεπε να μιμηθούμε τους Βatak σε τοπικούς χορούς. Ομολογώ ότι παρ' όλο που μου αρέσει πολύ ο χορός, αισθάνθηκα τρομερά αδέξιος να επαναλάβω αυτές τις αρμονικές κινήσεις που έκαναν οι ιθαγενείς και στις οποίες χρησιμοποιούσαν όλο το σώμα και κυρίως τα χέρια και τα δάκτυλα. Σε όλη τη διάρκεια της ιεροτελεστίας, ακουγόταν μία σχεδόν μονότονη μουσική από ένα πνευστό σαν κλαρίνο και περισσότερα κρουστά όργανα. Τα όργανα αυτά τα έπαιζε η ορχήστρα στη βεράντα, που σχημάτιζε το αέτωμα της στέγης του κεντρικού σπιτιού, το οποίο, φαντάζομαι, να ήταν το παλάτι.

Η παράσταση έκλεισε με το χορό Si Gale Gale. Στο χορό αυτό φαίνεται ότι έπαιζε σημαντικό ρόλο ένα ξύλινο ομοίωμα νεαρού ανδρός, ντυμένο με φαρδύ κόκκινο πουκάμισο και στολισμένο και αυτό με το Ulos. Γι' αυτήν την κούκλα η παράδοση λέει, ότι όταν πέθανε απροσδόκητα ο γιός ενός βασιλιά των Βatak, αυτός έπεσε σε βαθειά απελπισία και διέταξε να του φτιάσουν ένα ομοίωμα του παιδιού του από το ξύλο του δένδρου Βanyan. Kάθε φορά που του ερχόταν μελαγχολία, καλούσε τους υπηκόους του να στολίσουν το ομοίωμα και να χορέψουν το Si Gale Gale.
Από το Simanindo γυρίζουμε πάλι με το καραβάκι στο Toba Beach Hotel, όπου τρώμε κινέζικο φαγητό και ξεκουραζόμαστε λίγο. Στη συνέχεια κάνουμε μια επίσκεψη στο χωριό Τomok, με κατάληξη ένα λόφο επάνω στον οποίο βρίσκονται μερικοί σαρκοφάγοι της οικογενείας Sidabuta. Kάτω από ένα τεράστιο δένδρο Banyan, καλυμμένη από λειχήνες, βρίσκεται η σαρκοφάγος του βασιλιά. Εκεί που οι ρίζες του Βanyan πλαισιώνουν το μνημείο, επάνω στη σαρκοφάγο, ξεχωρίζει μια γυναικεία μορφή λαξευμένη σε πέτρα, η οποία κρατάει ένα τάσι προσφορών στά χέρια. Το όλο κατασκεύασμα δεν έχει καμμία ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία αλλά κρύβει μία συγκινητική ιστορία.


Οπως είχα μάθει, ο Sidabuta - ισχυρός ανιμιστής βασιλιάς των Batak πριν 300 χρόνια - είχε αγαπήσει μια όμορφη κοινή θνητή, την Anteng Melila Senega ή, χαίδευτικά, Antimaleila. Ο έρωτας αυτός ήταν αμφίπλευρος, αλλά ο Sidabuta δεν αποφάσιζε να την παντρευτή. Πέρασαν δέκα χρόνια και φαίνεται ότι η κοπέλα αποφάσισε να αποσυρθή. Μπροστά σ'αυτό το σκληρό δίλημμα ο βασιλιάς επανήλθε και τώρα ήταν αποφασισμένος για όλα. Το κορίτσι όμως είχε απογοητευθή και απέρριψε την πρόταση γάμου. Αυτός ένοιωσε μεγάλη προσβολή και αποφάσισε να τη μαγέψη, γιατί εκτός από βασιλιάς ήταν και μάγος.

Οταν το έμαθε η κόρη πιστεύοντας στις μαγικές δυνάμεις του, δραπέτευσε από τον υλικό κόσμο αυτοκτονώντας, στερώντας έτσι από το βασιλιά να χαρή τη δύναμη της εξουσίας του. Αργά πλέον για όλα, βαθιά μετανιωμένος ο βασιλιάς, έδωσε εντολή, όταν πεθάνη να λαξεύσουν επάνω στη σαρκοφάγο του τη μορφή της αγαπημένης του, διακηρύσσοντας πλέον με αυτό τον τρόπο στις επόμενες γενεές, ότι τη θέλει για πάντα μαζί του. Έφυγα από εκεί κατασυγκινημένος σιγοσφυρίζοντας το παλιό τραγουδάκι της ρομαντικής Αθήνας:



"Λέει η αγράμπελη μυριανθισμένη στο γέρο πλάτανο που τη θωρεί"

κάτι μου θύμιζε ...

Όπως ήρθαμε, έτσι και φύγαμε με το καραβάκι από τη Samosir γυρίζοντας στο Prapat. Κατά τη διαδρομή, απομακρυνόμενοι, απολαμβάναμε τις ομορφιές του νησιού, και μια αρμάθα μπανάνες που αγόρασε ο Γιάννης στο Tomok. Τι φθήνια! Δεκατέσσερις μπανάνες (γύρω στα 2 kg) 1000 Rp, δηλ. εκατό δραχμές. Στο καράβι είναι και μια παρέα από χαρούμενες γυναίκες με ασιατικά χαρακτηριστικά. Το πλούσιο ντύσιμό τους, η άνεση που έχουν, και τα αβασάνιστα πρόσωπά τους, δείχνουν να είναι ευκατάστατες και βεβαίως όχι Ινδονήσιες. Εγώ από μακριά και λόγω του θορύβου που έκανε το πλοίο, μη μπορώντας να εντοπίσω τι γλώσσα μιλούσαν, νόμισα προς στιγμήν ότι είναι Αμερικανίδες από τη Χαβάη. Κάποια στιγμή που βρεθήκαμε πιο κοντά, μία από αυτές μας πρόσφερε μπισκότα και εμείς μπανάνες.

Βρίσκω αφάνταστα ωραίες αυτές τις γνωριμίες των ταξιδιών. Συναντάς ανθρώπους που δεν έχεις δει ποτέ και το πιο πιθανό, δεν θα τους ξαναδής πια. Ζείτε όλοι σας σε μια κατάσταση ευφορίας. Ο χείμαρρος των νέων εμπειριών, σαν το γλυκό κρασί, δημιουργεί μια μέθη, που σβήνει κάθε αναστολή. Η δίψα για επικοινωνία, για ανταλλαγή εντυπώσεων, για ικανοποίηση της περιέργειας για το πού πας , από πού έρχεσαι είναι διάχυτη σε όλους. Όπως μία σπίθα σ' ένα εκρηκτικό μείγμα, ένα χαμόγελο, μια χειρονομία, μια λέξη και γίνεσαι γνωστός σαν από χρόνια...

Έτσι γίναμε παρέα και μάθαμε ότι είναι από τη Μαλαισία και ότι έκαναν τουρισμό. Απόρησαν, πώς κάποιος που δεν έχει δει τη Μαλαισία, είναι δυνατόν να την προσπεράση και να έρθη στην Ινδονησία. Μας είπαν, πως από τη Σιγκαπούρη απλώς περνάς απέναντι, και ότι είναι ένα κράτος με ασύγκριτα μεγαλύτερες δυνατότητες και ανέσεις. Ασφαλώς θα εννοούσαν τον πλούτο, που έχει εισρεύσει στη χώρα - όπως στη Σιγκαπούρη, στην Ταϊβάν και στην Κορέα - από το ζωηρό εμπόριο, το οποίο έχει αναπτυχθή στην ανατολική Ασία λόγω της ιαπωνικής τεχνολογίας αλλά και λόγω των επενδύσεων, που έχουν γίνει εκεί από τον δυτικό κόσμο.

Πώς να τους εξηγήσω, ότι εμείς πήγαμε εκεί, για να ζήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο πρωτόγονα; Όχι, δεν ήμασταν δραπέτες του πολιτισμού, κουρασμένοι της καταναλωτικής κοινωνίας αλλά αναζητητές του ωραίου, που υπάρχει σε κάθε τι το πρωταρχικό, ακόμα κι' αν είναι πρωτόγονο. Μπορείτε να φανταστήτε ένα ζωγράφο να ζωγραφίζη μια πολυκατοικία, μια υπερμοντέρνα κρεμαστή γέφυρα, ένα φρεσκοσιδερωμένο κύριο ; Τον φαντάζεστε όμως να κάθεται μπροστά σε μια αχυροκαλύβα, σ' ένα μισογκρεμισμένο γεφυράκι ή σ' ένα καπηλειό της γειτονιάς, να απαθανατίζη εκείνο τον αξύριστο τύπο με την τραγιάσκα, το τσιμπούκι, την πρησμένη μύτη και τα κόκκινα από το ποτό μάγουλα.

Από τις σκέψεις αυτές με ξύπνησε ο Adi, ο οποίος μας έδειξε κάτι στον ορίζοντα.

• Κοιτάξτε, είπε, τοπική καταιγίδα.

Πράγματι δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Πέρα στο βάθος σ' ένα, κατά τα άλλα, ηλιόλουστο τοπίο, ορθωνόταν από τη λίμνη μια γκρίζα στήλη διαμέτρου περί το ένα χιλιόμετρο προς τον ουρανό και κατέληγε σε μια τούφα από μαύρα σύννεφα. Η όλη εικόνα έμοιαζε με το μανιτάρι ατομικής εκρήξεως.


Φθάνοντας στο λιμάνι, μπήκαμε σε ένα mini bus, το οποίο μας περίμενε (στην Ινδονησία το λένε bemo) και οδηγηθήκαμε μέσα από την αγορά του Prapat σ' ένα λόφο, όπου ήταν το ξενοδοχείο Prapat View. Από τη θέση αυτή, μέσα από κορμούς κοκκοφοινίκων, μπανανόδενδρων και πεύκων, έχουμε μια θαυμάσια θέα στη λίμνη, η οποία φαινόταν απέραντη σαν ωκεανός.




19 July 2009

Perjalanan 23

Carita, Τρίτη 31.7.90/I







Είναι πέντε το πρωί όταν ξυπνάω, με την εντύπωση ότι έξω γίνεται "χαλασμός Κυρίου". Ο παφλασμός των κυμάτων κάνει τέτοιο θόρυβο, που μοιάζει να έπιασε τυφώνας. Αμέσως σκέπτομαι ότι η μετακίνησή μας με οποιοδήποτε πλεούμενο, θα είναι αδύνατη. Σε λίγο ξυπνάει καί ο Γιάννης. Φυσικά προβληματίζεται και αυτός, πώς θα ταξιδεύαμε με τέτοιο καιρό. Παρ' όλα αυτά, είχαμε δώσει τα διαβατήρια μας στην PPA, για να βγουν οι άδειες εισόδου στο δρυμό και έπρεπε να πάμε στο Labuhan. Οταν βγαίνουμε έξω από την καλύβα, διαπιστώνουμε με έκπληξη ότι η θάλασσα στο βάθος είναι ήσυχη σαν καθρέπτης. Παρ' όλα αυτά, λίγα μέτρα πρίν από την παραλία, εμφανίζονται πελώρια κύματα, τα οποία σκάνε με ορμή στην από θρύψαλα κοραλλιών αποτελούμενη άμμο. Είχα ακούσει και άλλοτε για τα "κυλιστά κύματα" του ωκεανού. Σ' ένα βιβλιαράκι του δημοσιογράφου Ι.Στογιάννη, που είχα διαβάσει πριν από πολλά χρόνια, για ένα ταξίδι του στη Χαβάη, γράφει στο κεφάλαιο:
"ΕΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ  ΚΥΜΑ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ":
"Το κύμα του Ειρηνικού... Ένα κύμα που έρχεται από 4000 μίλια μακριά, τουλάχιστο. Το πλάτος του από τη μια κορφή στην άλλη, φθάνει κάποτε τα πενήντα μέτρα, κοντά στην παραλία. Φαντάσου τι μπορεί νάναι πιο μέσα ! Αλλ' εκεί δεν το βλέπεις το αισθάνεσαι μόνο..."
Τώρα είμαστε λοιπόν μάρτυρες και εμείς του περίεργου αυτού φυσικού φαινομένου. Λίγες ημέρες αργότερα, ζήσαμε επάνω στο πετσί μας, τι σημαίνει στην πραγματικότητα να μην είσαι απλώς θεατής του.

Μετά τον καφέ πήραμε ένα bemo και πήγαμε στο Labuhan. Στην PPA είμαστε πριν τις επτά το πρωί. Εκεί, σε αντίθεση με το προηγούμενο βράδυ, η Υπηρεσία σφύζει από ζωή. Όλοι οι υπάλληλοι είναι ντυμένοι με χακί στολές σαν στρατιωτικοί.

Παρών είναι και ο Ινδονήσιος, που συναντήσαμε εχθές, αλλά με τη στολή δυσκολευτήκαμε να τον αναγνωρίσουμε. Όλοι μας περικυκλώνουν και μας ρωτάνε με μεγάλο ενδιαφέρον. Πρέπει να πω, ότι είναι πολύ φιλικοί μαζί μας. Μας λένε επίσης, ότι είμαστε οι πρώτοι Έλληνες που επισκεπτόμαστε το Usung Kulon, ενώ μας βάζουν να υπογράψουμε στο βιβλίο των επισκεπτών του δρυμού. Κάποια στιγμή, ενδιαφερόμαστε να μάθουμε, τι θα γίνη με το ταξίδι μας. Τότε ο Mumu, έτσι λένε τον νεαρό, μας παίρνει παράμερα και μας λέει.
  • Βρήκα έναν τρόπο να πάτε φθηνότερα στον προορισμό σας. Θα κοστίση μόνο το ένα τρίτο της τιμής, που σας είπα εχθές αλλά θα πρέπει να ξεκινήσουμε αμέσως.
  • Και πώς θα πάμε; ρωτάει ο Γιάννης.
  • Θα πλησιάσουμε από ξηράς το πιο κοντινό σημείο προς το νησί Handeuleum, όπου είναι το καταφύγιο της PPA και από εκεί θα περάσουμε, με ένα ψαροκάικο που έχω κανονίσει, απέναντι. Στο Handeuleum θα μείνετε, όπου μπορέσω να σας βολέψω. Την άλλη μέρα θα περάσουμε από την άλλη πλευρά του νησιού στην αντικρινή ακτή και θα πορευθούμε μέσα στην ζούγκλα. Ενα μέρος της διαδρομής όμως, πρέπει να το κάνετε με μηχανάκι, μπορείτε;
Ο Γιάννης ξέρω ότι έχει μοτοποδήλατο και δεν θα υπάρξη πρόβλημα. Εγώ δεν οδηγώ μηχανάκι, ούτε και έχω ποτέ μπη επάνω. Επειδή όμως οδηγώ καλά ποδήλατο και ο δρόμος που θα πηγαίναμε δεν θα είναι σίγουρα μεγάλης, ούτε ίσως και μέσης, κυκλοφορίας και η απόσταση, που έπρεπε να διανυθή με τον τρόπο αυτόν, υπολογίζω ότι είναι γύρω στα 20 χιλιόμετρα, δεν μου φαίνεται παράτολμο και λέω στον Mumu ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, αρκεί να μην τρέχουμε πολύ...

Στην πραγματικότητα αυτό αποδείχθηκε τρέλα και ευτυχώς που ο Mumu εννοούσε άλλο, από αυτό που και οι δυο μας καταλάβαμε. Είπαμε λοιπόν εντάξει, και ο Ινδονήσιος μας εγκατέλειψε προσωρινώς, για να πάη να ετοιμαστή. Σε ένα δεκάλεπτο επανήλθε, χωρίς τη στολή, ντυμένος sport και με ένα σακίδιο στην πλάτη. Έτσι, άρον-άρον, χωρίς καλά-καλά να συνειδητοποιήσουμε τι κάνουμε, ξεκινήσαμε...

Με ένα παμπάλαιο, μικρό Λεωφορείο, φύγαμε για το Sumur, πάντοτε με τη συνοδεία του Mumu, όπου φθάσαμε μετά από τρεις ώρες φρικτού δρόμου. Αν το λεωφορείο από τη Jakarta στο Labuhan το χαρακτήρισα ως κατοχικό, τούτο μου φαινόταν σαν ένας δεινόσαυρος, που ξαφνικά ξύπνησε από τα βάθη των χιλιετιών.

Θα ήταν πράγματι 
ένα θαυμάσιο μουσειακό είδος, αλλά όχι για να κυκλοφορή ακόμη. Εγώ ήξερα, ότι το Labuhan είναι ο τελευταίος κατοικημένος τόπος πριν το δρυμό. Ομως, εμείς περνούσαμε μικρούς συνοικισμούς, πιθανόν πέντε έως δέκα κατοικιών κάθε τόσο, μέχρι που φθάσαμε στο τέρμα. Το Sumur, είναι και αυτός ένας μικρός οικισμός.

Ο Mumu μας άφησε για λίγα λεπτά, για να πάη να φέρη τα μηχανάκια, όπως είπε. Σε λίγο πράγματι έρχεται με τρία μοτοποδήλατα αλλά και με τρεις ... οδηγούς. Στην αρχή, νομίσαμε ότι θα μας έδειχναν απλώς το χειρισμό. Πράγματι είχαμε όμως λάθος καταλάβει. Στα μηχανάκια θα είμασταν απλοί επιβάτες. Έτσι ξεκινήσαμε αμέσως. Ο Mumu με τον ένα οδηγό πρώτος, μετά ο Γιάννης με το δεύτερο οδηγό και ακολουθούσα εγώ με τον τρίτο οδηγό. Γρήγορα μπήκαμε σε ένα μονοπάτι, στο μεγαλύτερο μέρος του, παράλληλο με την παραλία.

Τα μοτοποδήλατα είναι και αυτά σε χειρότερη κατάσταση από τα λεωφορεία. Εγώ, κάθομαι πίσω στη σχάρα, κατ' ευθείαν επάνω στα σίδερα. Ο δρόμος και η όλη οδήγηση θυμίζει, χωρίς καμία υπερβολή, moto cross. Μη μπορώντας να αντέξω το συνεχές στούμπισμα των μεριών μου επάνω στη σχάρα, πηγαίνω σχεδόν όλο το δρόμο αιωρούμενος, στηριζόμενος επάνω στα πόδια μου, τις πατούσες των οποίων ακουμπώ στις προεκτάσεις του άξονα του πίσω τροχού, που ελάχιστα εξέχουν, ώστε να κινδυνεύω συνεχώς να βρεθώ στο δρόμο. Εννοείται, ότι όλη αυτή η διαδρομή γίνεται σε τελείως έρημο μέρος, ώστε να μην φοβόμαστε μόνο τα άγρια θηρία, που πολύ πιθανώς να υπάρχουν γύρω μας, αλλά και ο κίνδυνος μιας ληστείας να μην θεωρείται ουτοπία. Ακόμη και οι οδηγοί αλλά και ο ίδιος ο Mumu, μας είναι στην πραγματικότητα άγνωστοι.

Γύρω στη μέση της διαδρομής, συμβαίνει και το χειρότερο, που μπορούσα να φαντασθώ. Το δικό μου το μηχανάκι χαλάει! Τώρα, λέω μέσα μου την βάψαμε! Ευτυχώς που ξέρω αυτά τα λίγα ινδονησιακά και μπορώ να συνεννοούμαι με τον οδηγό, ο οποίος δεν ξέρει άλλη γλώσσα. Μου λέει λοιπόν να καθίσω εκεί που βρίσκομαι και θα πάη να φέρη άλλο μηχανάκι. Έτσι μ' αφήνει σύξυλο, παίρνει το δίκυκλο τσουλώντας το και εξαφανίζεται στο δάσος. Θα πρέπει να ήμουν αφελής, αν τον πίστευα. "Πώς είναι δυνατόν να εύρη άλλο μηχανάκι σ' αυτό το απρόσιτο μέρος;", μουρμούριζα με απορία. Όμως δεν είχα άλλη επιλογή. Έμεινα λοιπόν σε εκείνη την ερημιά, μια στενή λωρίδα εδάφους, περιορισμένη από τη μια μεριά από το δάσος και από την άλλη από την θάλασσα, αναμένοντας, έχοντας συντροφιά μόνο ένα σακίδιο, ούτε ξέρω για πόση ώρα, έτοιμος να αντιμετωπίσω το χειρότερο...

Κάποια στιγμή, δεν πιστεύω στα μάτια μου. Βλέπω τον Ινδονήσιο οδηγό να έρχεται μαζί με κάποιον άλλον, επάνω σε ένα άλλο μηχανάκι. Με παρέδωσε σ' αυτόν, λέγοντας μου ότι θα συνέχιζα μαζί του και να τον συγχωρώ για τη βλάβη. Τον ρωτάω τι του χρωστώ και μου απαντάει ότι θα τα κανόνιζε ο Mumu. Του έδωσα παρ' όλα αυτά 1000 ρουπίες, το οποίο είναι αρκετό ποσό για την Ινδονησία. Αργότερα όμως ντράπηκα, που δεν του έδωσα περισσότερα. Μου είναι ακόμη ανεξήγητο και αινιγματικό, πού 
βρήκε σε εκείνο το έρημο μέρος άλλον οδηγό και μηχανάκι και τον έπεισε να με πάη. Μου φάνηκε πραγματικά το άκρον άωτον της ευσυνειδησίας. Μήπως κάνω λάθος;

Κάνοντας δρόμο περίπου τριών χιλιομέτρων με τον νέο οδηγό, συναντήσαμε τους άλλους, οι οποίοι όταν αντελήφθησαν ότι δεν ακολουθούσαμε πλέον, είχαν σταματήσει και μας περίμεναν. Ο Γιάννης δεν έχασε την ευκαιρία, τώρα που δεν είναι κινούμενος, να απαθανατίση την άφιξή μου με την βιντεοκάμερα και εγώ να κατεβώ για να περπατήσω, γιατί τα πόδια μου, στην αγωνιώδη προσπάθεια που κατέβαλα να μην ακουμπώ στη σχάρα, χωρίς όμως και να πέσω, είχαν γίνει σαν ανάποδο U...

Μία ώρα περίπου από τότε που ξεκινήσαμε με τα μοτοποδήλατα, φθάσαμε στο Taman Jaya, ένα λιμανάκι για ψαρόβαρκες. Όλη η παραλία, είναι καλυμμένη από πυκνή συστάδα με κοκκοφοίνικες, που με τους λυγερούς κορμούς τους ορθώνονται στα ύψη και μοιάζουν σαν ολόκληρος στρατός από ορχούμενα φίδια, όπως κουνιούνται πέρα-δώθε στον ελαφρό άνεμο. Εδώ πληρώσαμε τους οδηγούς και φύγαμε με τον Mumu, για να αγοράσουμε προμήθειες. Σε ένα μπακάλικο, ψωνίσαμε ρύζι, ξεραμένα ψάρια, καφέ, ζάχαρη, διάφορα μπαχαρικά και διάφορα άλλα φαγώσιμα, τα οποία ούτε εγώ, ούτε ο Γιάννης έχουμε σημειώσει στα ημερολόγιά μας. Κατόπιν, κατεβήκαμε στο λιμάνι και επιβιβαστήκαμε σε μια ψαρόβαρκα, που μας περίμενε. Ο Mumu μας δείχνει πέρα στο βάθος, στον ορίζοντα ένα νησάκι, που μόλις φαίνεται.

• Βλέπετε; Εκεί θα πάμε.

Το πρώτο πράγμα για το οποίο απορήσαμε, ήταν ότι η βάρκα δεν είναι μηχανοκίνητη, όπως μας είχε πει.

• Είναι δυνατόν να πάμε τόση απόσταση μόνο με τα κουπιά, ρωτάω το Γιάννη.

Αλλά και ο Γιάννης τι να μου πη. Έπειτα έχουμε περισσότερο από ένα τέταρτο, που περιμένουμε να ξεκινήσουμε χωρίς ορατό λόγο.

• Τι να περιμένουμε άραγε, σιγομουρμούρισα εκνευρισμένος

Οι απορίες αυτές λύνονται μαζί, όταν βλέπουμε δύο Ινδονήσιους, να κουβαλούν μια εξωλέμβιο μηχανή, να την ανεβάζουν επάνω στο πλοιάριο και να την ... δένουν πρόχειρα στην πρύμνη...



13 April 2009

Perjalanan 12

Στα χωριά των Toba Batak II




Το Huta Luiban Sidauruk, όπως όλα τα χωριά στην Ινδονησία και στην Πολυνησία, περιβαλλόταν από μία τάφρο και από μία συστάδα μπαμπού, αφήνοντας μόνο ένα άνοιγμα για την είσοδο. Η τάφρος και τα μπαμπού χρησίμευαν, για να τους προφυλάσσουν από εχθρικές επιδρομές και από άγρια ζώα που αφθονούσαν επάνω σ' αυτά τα βουνά, όπως τίγρεις και λεοπαρδάλεις και για να τους "προφυλάσσουν" και από τα... κακά πνεύματα. Η μοναδική είσοδος έδινε τη δυνατότητα καλύτερου ελέγχου, για το ποιός έμπαινε και έβγαινε. Το χωριό αποτελούσαν μία σειρά από σπίτια, έχοντας στη μέση το Rumah Bolon δηλ. το παλάτι. Το κάθε χωριό ήταν ένα μικρό βασίλειο. Αυτό δεν συνέβαινε παντού! Π.χ. μου ήταν γνωστό, ότι στην Νέα Γουϊνέα υπήρχαν πολυπλοκώτερες κοινωνικές δομές, παρ'ότι ο λαός ήταν πιο πρωτόγονος.

Τα σπίτια είναι, εκ πρώτης όψεως, όμοια με αυτά τα οποία είχαμε δεί στους Karo Batak, πηγαίνοντας από το Μedan στη λίμνη Τoba. Mία διαφορά που παρατηρούμε, είναι ότι το αέτωμα που σχηματίζεται μεταξύ της τεράστιας επικλινούς στέγης και του κυρίου κτίσματος χάσκει, σχηματίζοντας μια σκεπασμένη βεράντα. Αντιθέτως το αέτωμα αυτό στους Karo Batak, ήταν κλεισμένο με ξύλινη επιφάνεια, γεμάτο έγχρωμη ανάγλυφη διακόσμιση. Απέναντι από το παλάτι υπάρχει το Suro, ένα κατασκεύασμα για την αποθήκευση της σοδειάς του ρυζιού όλου του χωριού. Στον ενδιάμεσο επίπεδο χώρο, διαδραματίζεται η τελετουργική ζωή των κατοίκων.

Φαίνεται όπου υπάρχει κοινωνία ανθρώπων -ακόμα και στις πλέον πρωτόγονες- είναι αδιανόητη η ζωή χωρίς τελετουργικές εκδηλώσεις. Από εθνολογικές μελέτες που έχουν γίνει για τους λαούς της Ωκεανίας, ήξερα ότι σε όλα τα νησιά του Ειρηνικού δεν υπάρχει μόνο τόπος αλλά και ειδικά κτίσματα τελετουργιών Ειναι κάτι σαν την δική μας εκκλησία, όπου εκτός από τις λειτουργίες διαδραματίζονται και άλλα συμβάντα της κοινωνικής ζωής.


Στην Ινδονησία και σε όλη την Ωκεανία υπάρχουν πολλές παραλλαγές τόσο στα κτίσματα τελετουργιών, στην κάθε φυλή, όσο και στις ίδιες τις τελετουργίες. Στις πιο απλές περιπτώσεις υπάρχει μόνο ένας χώρος σαν πλατεία. Σε άλλες πάλι υπάρχει ένα κτίσμα, μικρού σχετικώς μεγέθους, για ειδικές μυστικές τελετουργίες, στις οποίες λάμβαναν μέρος μόνο οι άντρες του χωριού ή και οι νέοι κατά τη γιορτή ενηλικιώσεώς τους. Υπάρχουν όμως και γιγάντια κτίσματα, που προορίζονται για συγκεντρώσεις όλου του χωριού.
Ο νέος είχε δικαίωμα να λάβη μέρος μόνο μετά από κάποια ηλικία και μετά από κάποιες δοκιμασίες. Σε πολλά μέρη της Ινδονησίας, ιδίως στη Βorneo και στη Νέα Γουϊνέα, μέσα στις δοκιμασίες ήταν και το να σκοτώση ο υποψήφιος ένα πολεμιστή του διπλανού χωριού, ως ένδειξη ότι είναι πλέον ικανός να υπερασπισθή τη φυλή του. Μετά έπρεπε να του κόψη το κεφάλι και να το φέρη ως τρόπαιο στο χωριό. Αυτό το έθιμο είναι γνωστό σε μας ως κυνήγι κεφαλών. Η ιεροτελεστία που ακολουθούσε, διέφερε από φυλή σε φυλή.

Χάρις στoν εθνολόγο Paul Wirz, ο οποίος παρακολούθησε κρυφά και με κίνδυνο της ζωής του μια τέτοια τελετή της φυλής Marind Anim στη Νέα Γουϊνέα, γνωρίζουμε λεπτομέρειες για μια τέτοια γιορτή. Αναφέρονται σε μία έκδοση του λαογραφικού μουσείου Dahlem του Βερολίνου. Η τελετή στηριζόταν σ' ένα μύθο για το νεαρό Uaba και την αγαπημένη του Ualiuab. Στην ιεροτελεστία μπορούσαν να λάβουν μέρος μόνο οι άνδρες της φυλής και οι υποψήφιοι για την ενηλικίωση. Για την τελετή απαραίτητη ήταν η παρουσία μιας παρθένας κοπέλας της φυλής. Μετά από κάποιες συμβολικές πράξεις, ακολουθούσε βιασμός του κοριτσιού, από αυτούς που ήταν ήδη μυημένοι και στη συνέχεια θανάτωση του. Κατόπιν ακολουθούσε ψήσιμο και κατανάλωση του από όλους τους παρευρισκομένους.

Τα κόκκαλα έμεναν συνήθως στον τόπο της θυσίας, ενώ στο σπίτι των τελετουργιών υπήρχαν ειδικές κρανιοθήκες, όπου τοποθετούνταν τα κρανία των θυμάτων. Τέτοιες τελετές υπήρχαν σε διάφορες παραλλαγές σε όλο το αρχιπέλαγος. Δέν γνωρίζω αν οι Batak ήταν κυνηγοί κεφαλών ή αν έκαναν ανθρωποθυσίες με την παραπάνω έννοια αλλά όπως όλοι οι πρωτόγονοι λαοί, πλαισίωναν κάθε δραστηριότητα τους με ειδική τελετουργία. Κατάλοιπα τελετουργιών υπάρχουν, ακόμη και σήμερα, και στη δυτική κοινωνία, όπως ο γάμος, η βάπτιση, η κηδεία, ο αγιασμός, η ορκωμοσία κ.λπ.

Στην πλατεία του Ηuta Luiban Sidauruk υπάρχει μεταξύ παλατιού και αποθήκης ρυζιού ο δικός τους χώρος λατρείας. Εδώ βρισκόμαστε κατά τύχη μάρτυρες κάποιας αναπαραστάσεως του τελετουργικού σφαξίματος του νεροβούβαλου. Στο μέσο του χώρου υπάρχει ένα δένδρο γύρω στα τρία μέτρα ύψος με ίσο και λείο κορμό. Τα φυλλώματα του είναι πυκνά και σχηματίζουν μια μπάλλα διαμέτρου περίπου δύο μέτρων.

Εκεί που τα φυλλώματα συναντούν τον κορμό, κρέμονται πολυάριθμες πολύχρωμες κορδέλλες. Αυτό είναι το Borotan, που σε άλλες περιπτώσεις είναι απλώς ένας πάσσαλος μπηγμένος στο έδαφος και παριστάνει το ιερό δένδρο. Στο Βorotan δένεται ο νεροβούβαλος, που θα σφαχθή κατά την τελετή. Η αναπαράσταση φαίνεται να έχη οργανωθή για κάποιο τουριστικό γκρούπ λευκών. Φθάσαμε εκεί, λίγο πριν αρχίσει η τελετή.
Ο νεροβούβαλος είναι ήδη δεμένος στο Βorotan από το λαιμό και αναμασάει νωχελικά την τροφή του, σαν να ξέρη ότι δεν πρόκειται να του συμβή τίποτε. Μου θυμίζει ηθοποιό επαρχιακού θιάσου που έχει παίξει απειράριθμες φορές το ρόλο του και τον έχει βαρεθή. Οκτώ άνδρες και επτά γυναίκες ντυμένοι παραδοσιακά, περιμένουν να αρχίση η παράσταση. Οι τουρίστες κάθονται απέναντι σε κάποιες πρόχειρες κερκίδες εμπρός από το Soro. Οι άνδρες έχουν τυλιγμένο ένα κόκκινο πανί με άσπρες ρίγες στο κεφάλι τους, έτσι ώστε να κρύβη το μέτωπο και να αφήνη το πάνω μέρος του ακάλυπτο. Με το πανί στηρίζουν μικρά κλαριά από κάποιο πλατύφυλλο φυτό, τα οποία φαίνονται σαν να φυτρώνουν μέσα από τα μαλλιά τους. Από τους γοφούς και πάνω είναι γυμνοί, ενώ στο κάτω μέρος του σώματος φορούν ένα μονοκόμματο γκρί ύφασμα, τυλιγμένο έτσι στη μέση, ώστε να σχηματίζη μια μακρυά φούστα.

Οι γυναίκες είναι ντυμένες με ένα πλούσιο μεταξωτό κόκκινο πουκάμισο, που σκεπάζει τη σκουρόχρωμη φούστα τους ως το γόνατο. Τα κατάμαυρα πλούσια ίσα μαλλιά, σχηματίζουν χωρίστρα στη μέση του κεφαλιού και είναι μαζεμένα πίσω, δεμένα σε κότσο, στολισμένον με ένα κλαράκι του πλατύφυλλου φυτού. Άνδρες και γυναίκες έχουν επάνω από τον ώμο τους ένα μακρόστενο κεντητό ύφασμα, που φαίνεται να έχη τελετουργική σημασία. Ο τρόπος που το μεταχειρίζονται και το κρατάνε, θυμίζει πολύ το πετραχήλι στις εκκλησίες μας... Αργότερα έμαθα ότι λέγεται Ulos και παραδοσιακά χρησιμοποιείται, για να τυλίγουν μ' αυτό τη νύφη και το γαμπρό κατά την τελετή του γάμου, συμβολίζοντας έτσι την αρμονία, την καρποφορία και την ενότητα.

Οι χορευτές, όπως όλοι οι αυτόχθονες κάτοικοι εδώ, είναι μικρόσωμοι και πολύ περισσότερο σκουρόχρωμοι από τους κατοίκους της Σιγκαπούρης, τους Φιλιπινέζους τους Ταϋλανδούς και φυσικά τους Κινέζους και Γιαπωνέζους. Ακόμη και τα χαρακτηριστικά τους, χωρίς να έχουν χάσει το μαλαϊκό χαρακτήρα τους, είναι αδρότερα και μοιάζουν σαν να έχουν νεγρική πρόσμιξη. Εχουν προτεταμένα χείλη και πηγούνι καθώς και μεγάλα εκφραστικά μάτια αντί των μικρών λοξών ματιών των Γιαπωνέζων και των Κινέζων, οι οποίοι δεν αναμίχθηκαν με νοτιώτερες φυλές. Οι παρατηρήσεις αυτές, ισχύουν και για τους άλλους κατοίκους της Ινδονησίας, που γνωρίσαμε μέχρι τώρα. Φαίνεται όμως ότι στα πεδινά μέρη, τα οποία ήταν περισσότερο προσιτά στα καθαρόαιμα μαλαϊκά φύλα και η επιμιξία εντονώτερη, τα νεγρικά στοιχεία έχουν εκτοπισθή ή είναι πιο άτονα.

Πιθανώς κάποτε όλα αυτά τα νησιά, μέχρι τα πέρατα του Ειρηνικού, να είχαν κατοικηθή από νέγρικες φυλές, όμοιες μ' αυτές που κατοικούν στις αφρικανικές χώρες. Φαίνεται ότι, για άγνωστους λόγους, στο μακρινό παρελθόν, οι Μαλαίοι εξαπλώθηκαν σαν πυρκαγιά σε όλες τις νότιες θάλασσες, οδηγώντας τα διπλοκάρινα πλοία τους. Αναλόγως του βαθμού εκτοπίσεως των παλαιών φυλών στα διάφορα μέρη, βλέπουμε σήμερα διάφορους βαθμούς κυριαρχίας του μαλαϊκού και του νέγρικου στοιχείου, τόσο στην φυσιογνωμία των ανθρώπων όσο και στις τέχνες, τη μουσική και τις παραδόσεις. Όσο πιό νέγρικο στοιχείο κυριαρχεί, τόσο περισσότερος ρυθμός στη μουσική τόσο εντονότερα ανιμιστικά στοιχεία στη ζωγραφική, στη γλυπτική και τις παραδόσεις τους.
Όσα νησιά του Ειρηνικού ανήκουν στην Μελανησία - όπως π.χ. η Νέα Γουϊνέα, οι νήσοι του Σολομώντος, η Νέα Καληδονία, οι Νέες Εβρίδες - κατοικούνται από ανθρώπους, που μοιάζουν στις αφρικανικές φυλές, με έντονα σκούρο δέρμα και πολύ κατσαρό μαλλί. Συνήθως είναι σκυθρωποί. Οι γυναίκες τους είναι άσχημες για τα δικά μας γούστα, με μειωμένη θηλυκότητα. Στην Πολυνησία οι κάτοικοι έχουν λευκότερο δέρμα, ίσια μαλλιά και λιγότερο έντονα χαρακτηριστικά.

Οι γυναίκες τους πολύ ωραίες με μαύρα μακρυά ίσια μαλλιά, αμυγδαλωτά μάτια και έντονη θηλυκότητα. Έχουν μια τάση να χαμογελούν, έχουν αυτό που λέμε εξωτική ομορφιά. Οι Βatak φαίνεται ότι είναι κάτι ενδιάμεσο. Μου έκανε εντύπωση πόσο σοβαροί ήταν οι χορευτές και οι χορεύτριες. Ακόμη και όταν άρχισε ο χορός, ακόμη και όταν τους αποχαιρετίσαμε, ήταν αγέλαστοι σχεδόν βλοσυροί. Κανένα ίχνος από αυτό που χάρισε στις χώρες της Ανατολής τον τίτλο "χώρες του μειδιάματος".

Ένας από τους άντρες ξεχωρίζει, γιατί είναι τυλιγμένος με ένα μακρύ άσπρο ύφασμα πάνω από τα ρούχα του. Είναι γνωστό, ότι στην Ανατολή το άσπρο χρώμα είναι το χρώμα του πένθους και γενικότερα ιερό χρώμα και γι' αυτό υποθέτω, ότι είναι ο ιερέας της ιεροτελεστίας. Από την εξέλιξη του θεάματος φάνηκε ότι δεν είχα καθόλου άδικο. Όταν άρχισε η τελετή, προχώρησε εμπρός και μας χαιρέτισε με τον πατροπαράδοτο χαιρετισμό, με μια ελαφρά υπόκλιση, ενώνοντας τις παλάμες στο πρόσωπο και φωνάζοντας: "Ηoras"! (προφέρεται: χόρας) Horas φαίνεται θα πη κάτι σαν: Γεια σας!