26 May 2009

«Εξωτερική εκκλησιαστική πολιτική»

Διαχρονική οπισθοδρομικότητα



Στο ΒΗΜΑ δημοσίευσε στις 23/5/2009 ο καθηγητής νομικής και παρα-θεολογών συγγραφέας κ. Ιωάννης Κονιδάρης ένα άρθρο με αυτό τον τίτλο. Και αμέσως στην αρχή αγωνίζεται ο συγγραφέας να εξηγήσει ότι δεν εννοεί αυτόνομη και αυτοτελή εξωτερική πολιτική της Εκκλησίας, όπως είχε επιχειρηθεί επί Χριστόδουλου (χωρίς κάποια αντίρρηση του κ. Κονιδάρη, τότε), αλλά απλώς «κρατική εξωτερική πολιτική σε εκκλησιαστικά θέματα», πράγμα που θα μπορούσε εξ αρχής να δηλώσει με κατάλληλη επιλογή τίτλου. Είμαι υποψιασμένος ότι ο κ. Κονιδάρης ρίχνει αδέσποτα δολώματα στα θολά νερά των αδιάφορων αναγνωστών για να τους περάσει υποδορίως μια απώτερη επιθυμία του εκκλησιαστικού μηχανισμού, την οποία δεν κατάφερε να υλοποιήσει ο μακαρίτης Χριστόδουλος.


Πέρα απ' αυτά, ο αναγνώστης του άρθρου διαπιστώνει ότι ο κ. Κονιδάρης επιχειρηματολογεί πάνω σε ένα βυζαντινοπρεπές περιβάλλον, όπου το κράτος φροντίζει πρωτίστως για τα «συμφέροντα» του εκκλησιαστικού μηχανισμού, τα οποία σχεδόν αποκλειστικά σχετίζονται με θέματα περιουσιών και επιρροών και, καμιά φορά, για κρατικές υποθέσεις, στις οποίες «βοηθάει» η δήθεν συμβολή διαφόρων εκκλησιαστικών παραγόντων, οι οποίοι φυσικά δεν έχουν καμιά δημοκρατική νομιμοποίηση. Μερικές παράγραφοι αυτού του άρθρου του κ. Κονιδάρη δίνουν σαφώς την εικόνα διαπλοκής που περιγράφω στα προηγούμενα:
[...]
Η εξωτερική εκκλησιαστική πολιτική ασκείται στη χώρα μας από το υπουργείο Εξωτερικών. Συνήθως ανατίθεται από τον υπουργό σε έναν από τους υφυπουργούς, κατά κανόνα σε εκείνον που έχει και τα ζητήματα του Απόδημου Ελληνισμού, σε συνεργασία βεβαίως με την αρμόδια Διεύθυνση Θρησκευτικών και Εκκλησιαστικών Υποθέσεων του υπουργείου.

Έχω επανειλημμένως επισημάνει ότι τούτο ενέχει το μειονέκτημα πως η χάραξη όποιας τυχόν πολιτικής γίνεται ερήμην της εκκλησιαστικής πολιτικής που χαράσσεται για την Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία είναι ανατεθειμένη παραδοσιακώς στο υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Και έχω σημειώσει την ανάγκη να υπάρξει η συνένωση, τουλάχιστον ο συντονισμός των δύο υπηρεσιών, εάν όντως επιθυμούμε να ασκήσουμε κάποια στιγμή σοβαρή εκκλησιαστική πολιτική.



Τεγέα, χριστιανικός ναός σε αρχαιολογικό χώρο!

Άρα, εξ υποθέσεως, σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για ενιαία εκκλησιαστική πολιτική και για τον λόγο αυτόν ίσως ούτε καν για πολιτική! Έτσι, στα ζητήματα που έχουν σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ανέκαθεν εκφραστής της επίσημης ελληνικής πολιτικής ήταν, δίπλα στους επίσημους κρατικούς εκπροσώπους, και ο εκάστοτε επικεφαλής της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, ένας Μητροπολίτης δηλαδή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο οποίος πρωτίστως υπάγεται σε αυτό και την πολιτική του οποίου κατ΄ εξοχήν υποχρεούται να εκφράζει.
[...]
Δεν νομίζω ότι σοβαρώς μπορεί να γίνει λόγος για την ύπαρξη σήμερα από μέρους του ελληνικού κράτους συγκεκριμένης εξωτερικής εκκλησιαστικής πολιτικής, η οποία, ατυχώς, διαμορφώνεται κάθε φορά με βάση τις συγκυρίες και τα παρουσιαζόμενα προβλήματα. Και τούτο βεβαίως στερεί και τους διπλωματικούς εκπροσώπους της Ελλάδος από τις στοιχειώδεις έστω οδηγίες, που είναι απολύτως απαραίτητες για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και κυρίως για τον επηρεασμό των κέντρων λήψεως αποφάσεων στα ξένα κράτη.
[...]
Αλλά και η αναδίπλωση των Αμερικανών επισήμων, να δεχθεί ο πρόεδρος Ομπάμα κατ' ιδίαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη, έστω για λίγα λεπτά της ώρας, και να αναφερθεί ενώπιον της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνελεύσεως στο ζήτημα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, που έχει βαλτώσει από το 1971(!), κατέδειξε υποδειγματικώς, πώς μπορεί να χρυσωθεί το χάπι και να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι, χωρίς όμως να θιγούν τα μείζονα και ουσιώδη ζητήματα, όπως εκείνο της αποδόσεως στο Πατριαρχείο και τα αγαθοεργά καταστήματά του της περιουσίας τους και της αναδείξεως των λειτουργών του Θρόνου ακόμη και εάν δεν έχουν την τουρκική υπηκοότητα...
Εμάς, ως Έλληνες, γιατί να μας ενδιαφέρει «να ασκήσουμε σοβαρή εκκλησιαστική πολιτική», τι μας ενδιαφέρει η «Θεολογική Σχολή της Χάλκης» που θα εκπαιδεύει κληρικούς για την Τουρκία, πέρα από το (επίσης πολύ σημαντικό) γεγονός ότι οι αντιδικίες με την Τουρκία συρρικνώνονται με αυτό τον τρόπο σε ένα επουσιώδες θέμα, το οποίο από τη φύση του δεν έχει κανένα χρονικό βάθος; Πότε ενδιαφέρθηκε στους 17 αιώνες ύπαρξής του ο εκκλησιαστικός μηχανισμός για τους ελληνικούς ναούς και τους τόπους λατρείας του ελληνικού πολιτισμού; Και επειδή δεν είναι δυνατόν να γυρίσει πίσω ο χρόνος και, ό,τι έγινε έγινε, πότε ενδιαφέρθηκαν οι παπάδες να αποσυρθούν τα τελείως κακόγουστα κουβούκλια από τον Κεραμεικό και τους άλλους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας μας;


Και γιατί να εμπλέκεται το ελληνικό κράτος (με κάτι απίθανους ερασιτέχνες στο ρόλο του «αρμόδιου» υφυπουργού εξωτερικών) στις οικονομικές αντιδικίες των πατριαρχείων και στις οικοπεδικές ιδιοκτησίες τους, με μόνο δεδηλωμένο στόχο να διασωθούν τα «προσκυνήματα», τουτέστιν το μηχανάκι που κόβει μονέδα;


Ο κ. Κονιδάρης ζητάει συντονισμό κυβερνητικών παραγόντων και φορέων με τον εκκλησιαστικό μηχανισμό για μεγιστοποίηση της αποδόσεως της συναλληλίας, δηλαδή για αυξημένα κέρδη! Πέρα απ' το ότι πρέπει να θεωρείται σίγουρη η αποτυχία του στόχου που προδιαγράφει ο κ. καθηγητής, γιατί κάθε ενέργεια που στηρίζεται στη γραφειοκρατία του ελληνικού κράτους είναι εξ ορισμού θνησιγενής, εγώ θεωρώ ότι μπορεί ο κ. Κονιδάρης να εργαστεί για το διαχωρισμό του εκκλησιαστικού μηχανισμού από τη θαλπωρή του δημόσιου ταμείου και να φροντίσει μόνος του τις νομικές και εκκλησιαστικές δραστηριότητες στην «εκκλησιαστική εξωτερική πολιτική» που ονειρεύεται.
(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)