31 May 2009

Τσούχτρες και Μέδουσες ενόψει του καλοκαιριού

του Δρ. Θεόδ. Κουσουρή, Περιβαλλοντολόγου

Η εμφάνιση μεγάλων πληθυσμών από μέδουσες στις ελληνικές θάλασσες και στις παράκτιες περιοχές είναι συνηθισμένο φαινόμενο με περιοδικότητα έξαρσης της αφθονίας των πληθυσμών τους τα 8 με 10 χρόνια. Σε άλλες περιοχές της Μεσογείου η περιοδικότητα μαζικής εμφάνισής τους φτάνει τα 4-6 χρόνια, καθώς κάθε περιοχή έχει ιδιαίτερες περιβαλλοντικές συνθήκες, που επηρεάζουν τη μαζική ή όχι εμφάνισή τους.

Μόνο 70 είδη μεδουσών από τα συνολικά 250, είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο και αυτά αποκαλούνται τσούχτρες, καθότι όταν έρθουν σε επαφή με αυτόν προκαλούν δυσάρεστη έως και επώδυνη αίσθηση. Η επαφή με τις τσούχτρες στη χώρα μας σπάνια οδηγεί σε σοβαρά προβλήματα και μόνο σε ορισμένα ευαίσθητα και αλλεργικά άτομα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η περιοχή του σώματος που ήλθε σε επαφή με την τσούχτρα παρουσιάζει μία έντονη ερυθροδερμία με ή χωρίς πρήξιμο που συνοδεύεται από έντονο τσούξιμο, πόνο ή και κνησμό.

Τα ενοχλήματα αυτά προκαλούνται από μία τοξική ουσία που απελευθερώνεται αντανακλαστικά από τα πλοκάμια της τσούχτρας, όταν έρχονται αυτά σε επαφή με κάποιον άλλον οργανισμό. Η τοξική αυτή ουσία έχει σκοπό είτε να προστατεύσει την τσούχτρα από τους εχθρούς της, είτε να παραλύσει τη λεία της (πλαγκτόν και άλλοι μικροί θαλάσσιοι οργανισμοί) για τροφή.

Οι μέδουσες εμφανίστηκαν στη Γη πολύ πριν από 57Ο εκατομμύρια χρόνια (Προκάμβρια γεωλογική περίοδος). Τα αρχέγονα αυτά είδη, που αποτελούνται κατά το 95% από νερό, είναι συγγενή με τις θαλάσσιες ανεμώνες και τα κοράλλια (όλα αυτά είναι γνωστά στη ζωολογία με το όνομα κνιδόζωα=ζώα που φέρουν ειδικά κύτταρα με τοξικές ουσίες). Οι μέδουσες έχουν μεγάλη ποικιλία μεγεθών, σχημάτων και χρωμάτων. Οι περισσότερες έχουν διάμετρο από μερικά χιλιοστόμετρων έως και εκατοστόμετρα, αλλά μπορεί να φτάσουν μέχρι και τα 2 μέτρα, ενώ τα πλοκάμια τους φτάσουν και δεκάδες μέτρα.

Ο κίνδυνος παραμονεύει στα πλοκάμια τους που κρέμονται από το διαφανέ
ς και ζελατινώδες σώμα τους σε σχήμα καμπάνας ή ομπρέλας. Κάθε πλοκάμι διαθέτει εκατοντάδες κνιδοκύτταρα και νηματοκύστεις, που περιέχουν ένα μακρύ, κουλουριασμένο νήμα. Όταν ερεθιστεί η νηματοκύστη, το νήμα εκτοξεύεται προς το θύμα, σαν ένα μικρό καμάκι, αφήνοντας στο στόχο του μια ποσότητα νευροτοξίνης. Αυτό το δηλητήριο μπορεί να προκαλέσει απλό κνησμό, ερυθροδερμία, έντονα σημάδια με πόνο στο δέρμα, μέχρι και ναυτία, μυϊκή παράλυση, ακόμα και θάνατο σε ακραίες περιπτώσεις και σε αλλεργικά άτομα.

Οι μέδουσες ζουν και στα γλυκά νερά, σε θάλασσες και ωκεανούς, ενώ αντέχουν σε μεγάλο φάσμα θερμοκρασιών και αλατότητας. Έχουν βρεθεί να ζουν ακόμη και σε βάθη μέχρι και τα 3500 μέτρα, ενώ συνήθως βρίσκουμε τις περισσότερες στην ανοιχτή θάλασσα, αλλά μεταφέρονται στις παραλίες και σε αβαθή παράκτια νερά, με τα ρεύματα της επιφανείας της θάλασσας, τα οποία εξαρτώνται από τους ανέμους. Οι περισσότερες μέδουσες είναι ιδιαίτερα ευκίνητες, μολονότι συνήθως παρασύρονται από τα ρεύματα της θάλασσας, έχουν την ικανότητα να κινούνται αυτόνομα, κάνοντας απαλές, παλμικές κινήσεις.

Μια μέδουσα μπορεί να ταξιδέψει αρκετά χιλιόμετρα τη μέρα. Αυτό, σε συνδυασμό με την τεράστια εξάπλωση των μεδουσών σε όλες τις θάλασσες και τους ωκεανούς, τις κάνει να αποτελούν σημαντική απειλή για μερικά θαλάσσια πλάσματα, αλλά και για τον άνθρωπο. Το ζελατινώδες, διαφανές τους σώμα κάνει αδύνατο τον εντοπισμό τους από δορυφόρους ή σόναρ, όπως συμβαίνει με τα κοπάδια ψαριών. Κατά συνέπεια, είναι σχεδόν αδύνατη η πρόβλεψη αφθονίας και εμφάνισή τους. Και, δεδομένου ότι οι μέδουσες δύσκολα επιβιώνουν σε ενυδρεία, ώστε να μελετηθούν από κοντά, τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία είναι λιγοστά για τις λεπτομέρειες του κύκλου της ζωής τους.

Oι μέδουσες που συναντάμε πιο συχνά στις ελληνικές θάλασσες είναι η γνωστή και ως «γυαλί» "Χρυσαλίδα η χρυσοποίκιλτη" (Aurelia aurita), η καφε-μουσταρδί μέδουσα η "Κοτυλόριζα με φυμάτια" (Cotylorhiza tuberculata) που θυμίζει τηγανητό αυγό, η μεγάλη γαλάζια μέδουσα "Πνευμο-ριζόστομα" (Rhizostoma pulmo), αλλά και η "Πελάγια που λάμπει στο σκοτάδι" (Pelagia noctiluca), η μόνη μέδουσα που στην περιοχή μας είναι και τσούχτρα. Οι περιοδικές πληθυσμιακές εξάρσεις της τσούχτρας ‘’Πελάγια’’ στη Μεσόγειο, δεν έχουν καθοριστεί επακριβώς, αλλά φαίνονται ότι συνδέονται με τις διακυμάνσεις της θερμοκρασίας της θάλασσας και με άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζονται από τις κλιματικές αλλαγές, όπως είναι για παράδειγμα οι περίοδοι ξηρασίας ή έντονων βροχοπτώσεων τους ανοιξιάτικους μήνες.

Επίσης, δεν έχει διαπιστωθεί κάποια συσχέτιση ανάμεσα στην αφθονία του πληθυσμού αυτής της τσούχτρας με την αύξηση της αλατότητας του νερού, αλλά ούτε και με τα ρυπασμένα νερά. Το 2007 εμφανίστηκε στο νότιο Ιόνιο πέλαγος η τσούχτρα "Ροπιλέμα η νομαδική" (Rhopilema nomadica) που μοιάζει με ασπρο-γαλανό μπαλόνι, διαμέτρου 20-60 εκ., η οποία φαίνεται ότι εισέλθει στη Μεσόγειο από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω Σουέζ και η επαφή της με τον άνθρωπο είναι πολύ επώδυνη.

Η ανατομία της μέδουσας είναι πολύ απλή. Τρία είναι τα στρώματα που σχηματίζουν την καμπάνα-σώμα της. Στο σώμα της υπάρχει μία μόνο κοινή δίοδος από την οποία περνούν η τροφή και τα περιττώματα. Απ´ αυτή την ίδια δίοδο, εξέρχονται και τα αναπαραγωγικά κύτταρα (σπερματοζωάρια και ωάρια) από τα ώριμα αρσενικά και θηλυκά άτομα. Από τα γονιμοποιημένα ωάρια (σε ειδικό σάκο ή στο στόμα του θηλυκού ατόμου) γεννιέται ένα σκουλήκι, η πλάνουλα, η οποία αφού περιπλανηθεί προσκολλάται σε σκληρές επιφάνειες στο βυθό και παραμένει εκεί για μήνες ή και για χρόνια ως πολύποδας.

Απ' αυτή τη μορφή προέρχονται συνήθως και μικροί πολύποδες που προσκολλώνται με τη σειρά τους ή και νεογνά μέδουσας, τα οποία στη συνέχεια ωριμάζουν και κολυμπούν ελεύθερα για να συνεχιστεί έτσι ο κύκλος της ζωής τους. Ορισμένα είδη (π.χ. το υδρόζωο Turritopsis), από το ώριμο στάδιο μεταμορφώνονται ξανά σε πολύποδες και ανατρέπουν έτσι το συνηθισμένο κύκλο της ζωής τους, δημιουργώντας άλυτο μέχρι στιγμής μυστήριο για τους επιστήμονες. Αντί του εγκεφάλου, οι μέδουσες διαθέτουν ένα στοιχειώδες νευρικό σύστημα ή νευρικό δίχτυ, το οποίο αποτελείται από υποδοχείς για την ανίχνευση του φωτός, της οσμής και για άλλα ερεθίσματα.

Οι μέδουσες, αποτελούν σημαντικό ανταγωνιστή μας στην εξασφάλιση τροφής, αφού κάθε καλοκαίρι καταναλώνουν μεγάλο ποσοστό από το πλαγκτό και τα αβγά των ψαριών, ενώ καταστρέφουν και τα δίχτυα των ψαράδων. Είναι δύσκολο έως και αδύνατο να ελεγχθεί ο πληθυσμός τους, μια και έχουν ελάχιστους φυσικούς εχθρούς (π.χ. τις θαλάσσιες χελώνες και κάποια είδη πελαγικών ψαριών). Πολλές φορές βλέπουμε μικροσκοπικά ψάρια να αναζητούν συχνά καταφύγιο κάτω από τα πλοκάμια τους και να περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής τους στην ασφάλεια που τους παρέχουν οι μέδουσες, αφού αυτά τα μικρά ψάρια έχουν αναπτύξει ανοσία στη νευροτοξίνη των μεδουσών. Εξάλλου, το θαλάσσιο σαλιγκάρι "Γλαύκος", τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά από τη μέδουσα "Φυσάλια", ενώ τα νεαρά άτομα από ένα είδος χταποδιού προχωρούν ακόμα πιο πέρα, αφού κόβουν πλοκάμια από τσούχτρες, τα προσαρμόζουν στα δικά τους και τα χρησιμοποιούν ως όπλα για τη δική τους προστασία.

Το πιο επικίνδυνο είδος τσούχτρας παγκοσμίως, είναι η Κυβομέδουσα (Chironex fleckerii), γνωστή και ως θαλάσσια σφήκα, που είναι το πιο θανατηφόρο πλάσμα στη Γη. Συναντάται στις ακτές του Ινδικού και του Ειρηνικού Ωκεανού και χρησιμοποιεί το θανατηφόρο δηλητήριό της για τις μεγάλες και μικρές γαρίδες. Το δηλητήριο της Κυβομέδουσας μπορεί να προκαλέσει το θάνατο σ´ έναν ενήλικο άνθρωπο μέσα σε τρία λεπτά, από ανακοπή καρδιάς, κατάρρευση του κυκλοφορικού συστήματος ή και παράλυση του αναπνευστικού. Στις ευρωπαϊκές ακτές του Ατλαντικού ωστόσο, τους μήνες του καλοκαιριού κυρίως, υπάρχουν είδη μέδουσας που το δηλητήριό τους περιέχει το 75% της τοξικότητας του δηλητηρίου της βασιλικής κόμπρας!

Ως προς την έξαρση της παρουσίας μεδουσών, πέρα από την αύξηση της θερμοκρασίας των νερών, λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη, που ευνοεί την αναπαραγωγή των μεδουσών, τελευταίες έρευνες δείχνουν ότι στην αφθονία του πληθυσμού τους συμβάλουν και η υπεραλίευση ή και η εκλεκτική αλιεία ορισμένων ειδών (π.χ. σαφρίδι, γαύρος, σαρδέλα, σκουμπρί, τόνος, ξιφίας), σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή. Δηλαδή, η εντατικοποίηση της αλιείας έχει αφανίσει μεγάλα τμήματα των πληθυσμών των ψαριών που τρέφονται με τσούχτρες, καθώς και των μικρότερων, με τα οποία ανταγωνίζονται στην κατανάλωση του πλαγκτού.
Αν συμβεί να μας χτυπήσει-τσιμπήσει τσούχτρα κάνουμε τις εξής απλές ενέργειες: α) Ξεπλένουμε άμεσα το σημείο του τσιμπήματος με νερό και απομακρύνουμε τα τυχόν κολλημένα στο σώμα μας πλοκάμια της τσούχτρας, β) Το να πιέσουμε ή έστω ν' αγγίξουμε το σημείο του σώματος που δέχτηκε την επίθεση με άμμο ή φύκια είναι ό,τι το χειρότερο, αφού έτσι θα αυξήσουμε την ευαισθησία του δέρματος μας, γ) Τοποθετούμε πάγο ή κρύες κομπρέσες. Αυτό περιορίζει τα τοπικά φαινόμενα από το δέρμα, δ) Αλείφουμε την πάσχουσα περιοχή με αντι-αλλεργική αλοιφή ή νερόξυδο ή και υγρή αμμωνία ή και ούρα, ώστε να περιοριστεί η τοπική φλεγμονώδη αντίδραση και για να ανακουφιστούμε γρήγορα από το τσούξιμο και τη φαγούρα. Βοηθά επίσης το κρασί, αλλά και η κόκα-κόλα, ε) Χωρίς ιατρική συνταγή δεν παίρνουμε αντι-ισταμινικά χάπια, στ) Τέλος, αν τα συμπτώματα είναι έντονα και αν δεν υποχωρούν μετά την εφαρμογή των τοπικών-προληπτικών μέτρων, συνίσταται η άμεση επίσκεψη σε γιατρό της περιοχής.